Ο γιος του μπάτσου αγαπούσε πολύ τον μπαμπά του. Όταν τον ρωτούσαν ποιον από τους δύο αγαπά πιο πολύ, τον μπαμπά ή τη μαμά, εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη φούσκωνε το μικρό του στηθάκι από περηφάνια και δήλωνε με καθαρή, αποφασιστική φωνή: τον μπαμπά! Τον λάτρευε. Ήταν ψηλός, όμορφος μέσα στην μπλε στολή του. Έμοιαζε με τους σούπερ ήρωες που θαύμαζε στα κόμικς, μόνο που αυτός ήταν πραγματικός και ήταν δικός του. Είχε και όπλο, αληθινό, με σφαίρες. Σαν τον επιθεωρητή Κλουζό, παρόλο που εκείνος ήταν λιγάκι αδέξιος και συχνά τα έκανε θάλασσα. Σίγουρα ο μπαμπάς του θα τα κατάφερνε καλύτερα. Πόση χαρά είχε πάρει όταν μια φορά –πόσο ήταν; πέντε; έξι;– όταν το περιπολικό σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του και ο πατέρας του τον έβαλε να καθίσει στη θέση του οδηγού. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει τα χεράκια του από το τιμόνι. Αυτό το αμάξι το οδηγούσε ο μπαμπάς του, με αυτό καταδίωκε τους κακοποιούς και τους έστελνε στη φυλακή. Μια μέρα, σκέφτηκε, θα οδηγώ κι εγώ ένα τέτοιο αμάξι.

Ο γιος του μπάτσου στο σχολείο όλο μιλούσε για τον μπαμπά του. «Ο μπαμπάς μου έκανε αυτό, ο μπαμπάς μου έκανε εκείνο…» Τα υπόλοιπα αγόρια τον άκουγαν αποκαμωμένα. Τι κι αν οι δικοί τους πατεράδες ήταν γιατροί ή δικηγόροι, έχτιζαν γέφυρες ή οδηγούσαν τανκς; Τον δικό του μπαμπά κανείς τους δεν μπορούσε να συναγωνιστεί. Ώσπου κάποια μέρα ο πρόεδρος της τάξης τού πέταξε στη μούρη: «Μπάτσος θα γίνεις κι εσύ σαν τον μπαμπά σου;» Δεν την είχε ξανακούσει αυτή τη λέξη, αλλά με την απίστευτη χυδαιότητα που βγήκε από τα χείλη του συμμαθητή του, ένιωσε σαν να έφαγε αληθινό μπάτσο στο μάγουλο. Στο σχόλασμα ένα σύνθημα γραμμένο σ’ έναν τοίχο τού τράβηξε την προσοχή. «Μπάτσοι-Γουρούνια-Δολοφόνοι». Κάτι δεν καταλάβαινε καλά. Στο σπίτι καθισμένος στο τραπέζι στριφογύριζε το πιρούνι στα μακαρόνια αδυνατώντας να βάλει μπουκιά στο στόμα του. «Μπαμπά, ποιον λένε μπάτσο;», ρώτησε με χαμηλωμένα τα μάτια ήδη μετανιωμένος για την απρεπή του ερώτηση. Ο πατέρας του αντί να θυμώσει, χάιδεψε το κεφάλι του γιου του και του μίλησε για την κακία του κόσμου, για τη ζήλια και τον φθόνο. «Σου φαίνεται η μύτη μου γουρουνίσια ή μήπως σου μοιάζω με τον σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι;» Ξέσπασαν κι οι δυο σε γέλια κι έπειτα πρόσθεσε: «Άλλωστε, μην ξεχνάς ότι “μπάτσο” στα ιταλικά σημαίνει φιλί. Δώσ’ μου τώρα ένα baccio. Ο μικρός χαμογέλασε πονηρά και του έδωσε ένα χαστουκάκι. «Βρε, κερατά, άμα σε πιάσω…».

Ο γιος του μπάτσου λάτρευε τις αστυνομικές ταινίες. Η αγαπημένη του ήταν το “Πολύ σκληρός για να πεθάνει”. Την είχε δει με τον πατέρα του ένα σαββατόβραδο στο συνοικιακό σινεμά. Ο ενθουσιασμός του δεν περιγράφεται. Είχε βουλιάξει στο αναπαυτικό κάθισμα αγκαλιά με τα ποπ κορν και δε χόρταινε να παρακολουθεί την καταιγιστική δράση, το πιστολίδι και τον απαράμιλλο ηρωισμό του πρωταγωνιστή, στο πρόσωπο του οποίου δεν έβλεπε τον Μπρους Γουίλις αλλά τον πατέρα του. Στο γυρισμό μέσα στο αμάξι δεν σταμάτησε στιγμή να περιγράφει στον μπαμπά του με κάθε λεπτομέρεια τις σκηνές της ταινίας, όταν στα φανάρια εμφανίστηκε ένα παιδί –συνομήλικο πρέπει να ήταν– που επιχείρησε να καθαρίσει το παρμπρίζ. «Δε σου είπα ότι δε θέλω, ρε κωλόπαιδο;» τού φώναξε εξαγριωμένος. «Εξαφανίσου, μη σου γαμήσω τη μάνα». Το παιδί έκανε να φύγει ψελλίζοντας κάτι σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και κατά λάθος στράβωσε τον καθρέφτη. Η πόρτα άνοιξε. «Θα σε γαμήσω, ρε μπάσταρδε! Θα σε στείλω πίσω στη βρομο-Αλβανία…». Ο γιος του είχε κλείσει τα μάτια. Μόνο άκουγε τα χτυπήματα του πατέρα του και τις απεγνωσμένες φωνές του παιδιού. Στο σπίτι πήγε αμέσως για ύπνο. Έβαλε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι και προσπάθησε να ζωντανέψει την ταινία καρέ-καρέ. Αυτή τη φορά το πρόσωπο του πρωταγωνιστή ήταν του Μπρους Γουίλις.

Ο γιος του μπάτσου –έφηβος πια– κλείνεται όλο και πιο συχνά στο δωμάτιό του ακούγοντας μουσική στα ακουστικά. Δεν αντέχει τους καυγάδες των γονιών του. Ο πατέρας του όταν διαπληκτίζεται με τη μάνα του γίνεται ανυπόφορος. Οι αγριοφωνάρες του ακούγονται σε όλη την πολυκατοικία. «Σαν τα μούτρα σου τον έχεις κάνει. Γιατί δεν τον αφήνεις να έρθει στο γήπεδο μαζί μου;» «Αφού δε θέλει, δεν του αρέσει η μπάλα». «Πούστη θα τον κάνετε εσύ κι ο αδερφός σου, ο ηθοποιός». Ρίχνει τα γαμοσταυρίδια του και βροντάει πίσω του την πόρτα. Φταίει ο θείος, λέει, που του δίνει να διαβάζει αυτά τα βιβλία, τα αδερφίστικα. Τη “Μαντάμ Μποβαρύ”, την “Άννα Καρένινα”, την “Κυρία Νταλογουέι”. Τού έχει απαγορεύσει να έρχεται στο σπίτι, αλλά αυτός τον συναντά κρυφά έξω. Σε αυτή την ηλικία απολαμβάνει τις συζητήσεις με τον αγαπημένο του θείο. Εκείνος είναι μορφωμένος, ανοιχτόμυαλος, όχι σαν τον πατέρα του που ξέρει μόνο να βρίζει τους αλλοδαπούς, τους αριστερούς και τους παοκτσήδες. «Παίζει τίποτα με καμιά γκομενίτσα;» τον ρώτησε τις προάλλες. «Γιατί, φοβάσαι μη γίνω γκέι;» τού απάντησε με έκδηλη ειρωνεία. «Κι εκείνη την ξανθιά που κάνεις παρέα τι την κρατάς, άμα δεν την πηδάς;» Τον σιχαίνεται. Είναι ένα φαλλοκρατικό γουρούνι με αυταρχικές, φασιστικές ιδέες. Και είναι ο πατέρας του.

Ο γιος του μπάτσου βλέπει τον πατέρα του στο παράθυρο του δελτίου ειδήσεων του ΣΚΑΙ να δίνει τη δική του εκδοχή ως εκπρόσωπος των αστυνομικών για τα χτεσινοβραδινά επεισόδια που συγκλόνισαν το κέντρο της Αθήνας. Αηδιάζει ακούγοντάς τον να διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα πασχίζοντας να υπερασπιστεί την απρόκλητη βία των συναδέλφων του. Ήταν κι αυτός εκεί στη μεγαλειώδη διαδήλωση αντιδρώντας στα σχέδια της κυβέρνησης για ένα αστυνομοκρατούμενο πανεπιστήμιο. Πώς μπορούσε να λείπει; Κράτησε το πανό, βροντοφώναξε, ύψωσε τη γροθιά του, έσπρωξε και σπρώχτηκε. Τον μπουζουριάσανε μαζί με δεκάδες άλλους νεαρούς. Λίγες ώρες μετά ήρθε και τον πήρε ο πατέρας του από τη ΓΑΔΑ. «Θα με πεθάνεις εσύ έτσι όπως πας. Δε με λυπάσαι καθόλου; Ο γιος μου στα κρατητήρια παρέα με τους μπαχαλάκηδες και τους αναρχικούς. Γι’ αυτό σε σπουδάζω; Για να ρεζιλεύεις τον πατέρα σου;» Μα ο γιος του δεν τον ακούει. Είναι σαν να μην υπάρχει. Έτσι κι αλλιώς σε λίγο καιρό δε θα υπάρχει στη ζωή του, αφού σκοπεύει να φύγει από το σπίτι και να συγκατοικήσει με έναν συμφοιτητή του. Τη μάνα του μόνο λυπάται που έχει γίνει σκιά του εαυτού της. Πρέπει να σώσει το τομάρι του, να φτιάξει τη ζωή του όπως την ονειρεύεται. Να αφήσει πίσω το παρελθόν. Να μην ντρέπεται πια.

Ο γιος του μπάτσου έχει αποκτήσει τώρα δικό του γιο. Τον λένε Ραχμή. Η μαμά του είναι από τη Συρία. Τη γνώρισε σε ένα Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων, όπου δούλευε εθελοντικά ως κοινωνικός λειτουργός. Ο Ραχμή ρωτάει για τον παππού που δε γνώρισε. «Έχει πεθάνει», του λέει. Δεν είναι αλήθεια. Τι να του πει; Ότι ο παππούς του αρνείται να δει τον εγγονό του, επειδή είναι ξένος, αλλόθρησκος; Τον είχε πετύχει η νύφη του μια φορά στην πλατεία. Είχε βγει βόλτα με το μωρό στο καρότσι. Της επιτέθηκε, την έβρισε και αυτήν και το παιδί. Παραλίγο να τη χτυπήσει. Χρειάστηκε να τον συγκρατήσουν κάποιοι περαστικοί. Της πρότειναν να του κάνει μήνυση αν ήθελε. Εκείνη πήρε το παιδί και γύρισε σπίτι. Δεν είπε τίποτα στον άντρα της. «Τι δουλειά έκανε ο παππούς;» τον ρωτάει ο Ραχμή. «Αστυνομικός». «Μπάτσος ήταν;» «Πού την έμαθες εσύ αυτή τη λέξη;» «Την άκουσα στην τηλεόραση που φώναζαν κάποιοι “Μπάτσοι-Γουρούνια-Δολοφόνοι”. Γιατί τους λένε δολοφόνους, αφού σκοτώνουν τους κακούς;» Κομμένη η τηλεόραση για τον μικρό, ειδικά οι αστυνομικές ταινίες. Στο εξής μόνο παιδικά θα βλέπει. Άντε και λίγο “Ροζ Πάνθηρα”.

Ο γιος του μπάτσου δεν είναι πια γιος μπάτσου. Χτες ειδοποιήθηκε από τη μητέρα του ότι ο πατέρας του πέθανε από έμφραγμα. Ετοιμάστηκε να πάει στην κηδεία κρυφά από τη γυναίκα του. Έφτασε στην εκκλησία. Κοντοστάθηκε στην είσοδο. Σύσσωμη η ηγεσία της αστυνομίας παρούσα να αποχαιρετίσει το άξιο τέκνο της με όλες τις τιμές. Η μάνα του… μια άγνωστη. Ένας άλλος κόσμος. Δεν ανήκε πια σ’ αυτόν. Ήθελε έναν άλλον κόσμο για τον γιο του, για τον ίδιο. Γύρισε την πλάτη και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Ένιωσε τον ήλιο να χαϊδεύει το σφιγμένο του πρόσωπο. Χαλάρωσε. Δεν είναι πλέον ο γιος του μπάτσου. Δεν είναι ο γιος κανενός.

Concrete

Ο Γιος του Μπάτσου

του Κώστα Τερζανίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo