Μου ανήκει ένα διαμέρισμα στον πύργο κατοικιών δίπλα στον ανατολικό αυτοκινητόδρομο. Την περιοχή την κατοικούσε η οικογένεια μου από παλιότερα. Ο πύργος υψώνει τριάντα ορόφους χωρίς μπαλκόνια. Τα διαμερίσματα έχουν μονίμως σφραγισμένα παράθυρα αλλά θέα μοναδική. Με φόντο τα βουνά οι πέντε λωρίδες ανά κατεύθυνση, της αδιάκοπης κυκλοφορίας βρίσκονται μέρα-νύχτα σε κίνηση. Την μέρα η αιθέρια άχλη των καυσαερίων παραμορφώνει την εικόνα, την θαμπώνει, τα χρώματα περνάνε μέσα από ένα πρίσμα αφαίρεσης για να μείνει μόνο ένα φλουταρισμένο μπλε με μπαλώματα κόκκινου και άσπρου από τις οροφές των λιμουζίνων. Την νύχτα ο δρόμος μοιάζει με καταρράκτη αστεριών. Σπάνια κάποιος που κόβει ταχύτητα και στρίβει προς την δεξιά λωρίδα ανάβει τα αλάρμ με το επαναλαμβανόμενο κίτρινο φως. Την μαγεία ο δρόμος την χάνει πριν το ξημέρωμα και το δειλινό, που στο λίγο φως διακρίνεις καθαρά τα αυτοκίνητα. Συγκριτικά με τις υπόλοιπες ώρες μοιάζουν ακινητοποιημένα. Η ρουτίνα του αυτοκινητόδρομου κυβερνά τον ουρανό, την γη και την καθημερινότητα στον πύργο όπως σήμερα που διέκρινα από το παράθυρο μια ανθρώπινη φιγούρα να προσπαθεί να τον διασχίσει και να την χτυπάει αυτοκίνητο. Ήταν στην δική μου βάρδια παρατήρησης του δρόμου. Κατέβηκα τους ορόφους κι έτρεξα στην άκρη του ασφάλτινου ποταμού. Δεν διακρινόταν κανείς αλλά η ροή των αυτοκινήτων που ρουφούσε τον αέρα με τράβηξε απέναντι.

Λίγο πριν με παρασύρει ένα τουριστικό βαν πρόλαβα να διακρίνω στην θέση του πύργου την ξύλινη κατοικία του παππού μου με τον κήπο με τις μηλιές. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με καρπό που κανείς δεν μάζευε. Δεν έλαμπαν πια από το φως του ήλιου που ανέτειλε αλλά ήταν μαυρισμένα από το καυσαέριο. Παρατημένα σκούριαζαν το φορτηγάκι και το μικρό βυτίο καυσίμων που έκανε τις πρώτες του δουλειές όταν η εταιρία με την συνδρομή της πολιτείας άνοιγαν τον δρόμο. Έκλεβε και πούλαγε καύσιμο και ανταλλακτικά για τα μηχανήματα διάνοιξης. Όταν οι εργασίες τέλειωσαν και ο δρόμος είχε δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση είχε ένα γερό κομπόδεμα που του έφτασε να ξεκινήσει την επιχείρηση του drive in με φθηνό καφέ, πιο φθηνά ποτά και δυο καυτές σερβιτόρες. Όλα λειτουργούσαν σαν βιτρίνα στην πειρατεία δρόμου και στις προμήθειες από τα φορτηγά αλλά το συνδικάτο αποδείχτηκε δυνατότερο από τον γέρο πειρατή. Η γη μας ευτυχώς δεν είχε χάσει τελείως την αξία της και ο πατέρας μου ασχολήθηκε με το real estate. Έτσι γεννήθηκε ο πύργος.

Τις στιγμές εκείνες όλα αυτά είχαν χαθεί και τα μάτια έβλεπαν την ερμητικά κλειστή πόρτα στο ξύλινο σπίτι που ήταν φωτισμένο. Στο παράθυρο είδα καθαρά τον εαυτό μου παιδί να παρατηρεί αμέτοχος ότι μου συνέβη, ότι εκείνη την ώρα μου συνέβαινε. Καλύτερα έτσι, αν μάρτυρας του ατυχήματος μου που φέρνει την οικογενειακή ιστορία στο τέλος της, ήταν ο πύργος και όχι το ξύλινο σπίτι, κάποιος ξένος, περίεργος θεατής του αυτοκινητόδρομου από κάποιο από τα παράθυρα των διαμερισμάτων, μπορεί να ανακατευόταν ανοίγοντας μια ανεξιχνίαστη σειρά τροχαίων με παράσυρση πεζού στα προάστια.

Ο αυτοκινητόδρομος

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo