Σαν ξεκίνησε την ανάβασή του ο Βελλεροφόντης, το θεϊκό του άλογο άφησε τα φτερά του να αιωρούνται στον αιθέρα. Κι έφτασε πάνω από το θόλο που σκεπάζει τη Γαία, στο σκοτεινό χάος του γαλαξία. Χιλιάδες μάτια από μαρμαρυγή τον έβλεπαν να πετάει όλο και πιο ψηλά, γιγάντιες σφαίρες φτιαγμένες από κακοτράχαλα βράχια, αναθυμιάσεις ή καθάρια φωτιά τον κύκλωναν, έβλεπε κάθε τι πελώριο να γίνεται κόκκος σκόνης κι ύστερα να χάνεται από κάτω του όσο όλο και ανέβαινε, είδε νάνους να φουσκώνουν και να γίνονται γίγαντες, γίγαντες να σκοτώνονται και να σκάνε χύνοντας παντού τα φωτοβόλα σπλάχνα τους, αδηφάγες ρουφήχτρες να σκορπούν τον όλεθρο καταπίνοντας στο πέρασμά τους ώς και το ίδιο το φως. Κι ήξερε πως ήταν μονάχα στην αρχή και τα παλάτια των θεών βρίσκονταν χαμένα στην άλλη άκρη του απείρου.

Κάποια στιγμή οι θεοί τον λυπήθηκαν και μ’ έναν κεραυνό τον έκαναν να γκρεμιστεί πίσω στον τόπο του, δίχως αθάνατο άτι πια κάτω απ’ τα σκέλια του. Για να μη χάσει τον ύπνο του, τού πήραν και το φως απ’ τα μάτια, μη ξαναδεί τ’ αστέρια. Κάποιοι κακεντρεχείς, αυτοί που τώρα χαίρονταν με την πτώση του, διαλαλούσαν πως μόνος του τυφλώθηκε, έτσι ρετάλι όπως κατάντησε.

Ο Αστροναύτης

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo