Όταν άκουσα για πρώτη φορά το όνομά του, παραξενεύτηκα: Σκόιλ Ελικικού. «Σκόιλ» το βαφτιστικό, μάλλον, σκέφτηκα, επειδή στην εκφορά των ονοματεπωνύμων, συνήθως προηγείται το όνομα. Άρα, «Ελικικού» θα είναι το επίθετο. Όμως δεν ήμουν σίγουρος ότι σκεφτόμουν σωστά γιατί ο χονδρικός αυτός κανόνας δεν είναι δα, και απαράβατος ούτε κανένα θέσφατο, έτσι δεν είναι; 

Αλλά, για μια στιγμή! Από πού κι ως πού αποφασίσαμε, αποφάσισα εγώ δηλαδή, το γένος ενός προσώπου που το όνομά του δεν μαρτυρά το φύλο του! Εντάξει, θα μου πείτε, είναι οι επιρροές της πατριαρχικής μας κοινωνίας. Είμαι εναντίον της πατριαρχίας, όχι εναντίον των αντρών, αυτό δα μου έλειπε, τέτοιος άντρακλας μέχρι εκεί απάνω, που είμαι. Αλλά κι οι γυναίκες με τη νοοτροπία του δούλου, μήπως δεν είναι κι αυτές συνένοχες; Μπας κι οι μανάδες δεν καταπιέζουν τις κόρες τους; Είναι η νοοτροπία, η ψυχολογία του δουλικού. Οι σκλάβοι αλληλομισούνται κι αντιμάχονται για να κερδίσουν την εύνοια του αφέντη τους. Το ίδιο κάνουν κι οι γυναίκες. Θέλουν να ευχαριστήσουν τον αφέντη, να κερδίσουν την εύνοιά του. Ξεφεύγω, όμως, από το θέμα μας, έτσι δεν είναι; 

Έστω, λοιπόν, ότι η Σκόιλ Ελικικού είναι γυναίκα· μια λυσίκομη, ποθητή κόρη που κερδίζει τα προς το ζην χορεύοντας τις νύχτες σε κάποιο καμπαρέ. Ίσως, μια ανύπανδρη μητέρα· η γενναιόφρων κεφαλή κάποιας ασήμαντης μονογονεϊκής οικογένειας. Ή, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μπορούσε να είναι κι ένα πιστό αντίγραφο της Μαίρης Παναγιωταρά, εκείνης της εργαζόμενης μητέρας και καλής νοικοκυράς που κάθε πρωί ετοιμάζει το πρωινό του πασά της, έτσι δεν είναι; 

Όταν δεν είσαι για τίποτα σίγουρος, η μία σκέψη φέρνει την άλλη. Σκόιλ Ελικικού. Θα μπορούσε να είναι άνδρας, θα μπορούσε να είναι γυναίκα, αλλά θα μπορούσε να είναι κι ένα άτομο διαφορετικό. Με τέτοιο όνομα, η δυσφορία φύλου θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από θεϊκή βούληση· μια κατάσταση, ενδεχομένως άβολη, αλλά οπωσδήποτε, απολύτως δικαιολογημένη. Διαφωνεί κανείς; Όχι; Ναι, το Σκόιλ Ελικικού θα μπορούσε να είναι ένα αποτριχωμένο ντερέκι με μεταξένια, ξανθά μαλλιά, υπέροχα βυζιά παραγεμισμένα με σιλικόνη και όρχεις συρρικνωμένους από την κατάχρηση ορμονών ή ένας γεροδεμένος φορτηγατζής ή λιμενεργάτης, με ανεπιτήδευτα σκληρό βλέμμα και με τσιγκελωτά μουστάκια να καλύπτουν τα χείλη του, τα πάνω και τα κάτω, έτσι δεν είναι; 

Ποιος μπορεί να αποδείξει την αλήθεια ή το σφάλμα της τελευταίας πρότασης, όσο σόκιν κι αν ακούγεται αυτό, στ’ αυτιά ορισμένων; Προφανώς, δεν πάμε πουθενά έτσι! Οι σκόρπιες σκέψεις, χωρίς κανένα στοιχείο για να βασιστεί κανείς, οδηγούν κατευθείαν στον γκρεμνό. Στο μέγα χάος. Δεν μπορείς να βγάζεις συμπεράσματα χωρίς καθόλου δεδομένα, έτσι δεν είναι;

Φυσικά, η πρώτη μου σκέψη, θα έπρεπε να είναι αυτή που θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος. Αν ήμουν λογικός. Αλλά στην ανάγκη, όλοι λογικεύουμε, έτσι δεν είναι; 

Έτσι, προσέτρεξα και βάλθηκα να ψάχνω στο αλφαβητικά ταξινομημένο εορτολόγιο που μας μοιράζει κάθε χρόνο ο εφημέριος του Αγίου Χαροκόπου. Γλυκούλης παπάς, λιπόσαρκος και πάντα χαμογελαστός. Φωνάζει από μακρυά ότι είναι άνθρωπος του Θεού. Έψαξα στο «έψιλον», έψαξα και στο «σίγμα». Μηδέν εις το πηλήκιο κι από κει· κανένα αποτέλεσμα. Άρα ο ή η ή το Σκόιλ Ελικικού θα πρέπει να είναι ένα πλάσμα αλλόθρησκο, μάλλον αλλοδαπό, έτσι δεν είναι;

Δεύτερη λογική κίνηση. Άνοιξα τον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή, συνδέθηκα κι όταν πρασίνισε το μάτι του Μεγάλου Αδελφού, σάλταρα στα δίχτυα του παγκόσμιου ιστού. Έβαλα το παράξενο αυτό όνομα στο ψαχτήρι, να το γκουγκλίσω. Που να μην το έκανα! Ένας οχετός ξεχείλισε στην οθόνη του υπολογιστή μου. Η δυσωδία των χιλιάδων αναφορών ήταν ανυπόφορη. Ειρωνεία, χλευασμοί, δριμείες κατηγορίες, ανόητες δικαιολογίες, σαν το πυρωμένο μολύβι με ζεμάτισαν. Εκτός θέματος, σκέφτηκα αφού διάβασα προσεκτικότερα δυο-τρία δημοσιεύματα κι είπα να δοκιμάσω αλλιώς την τύχη μου. Αναζήτηση με λατινικούς χαρακτήρες, τι άλλο. Ξεκίνησα με «Skóil Elikikoú», πέρασα στο «Scoil Elikicu», να μην τα πολυλογώ και σας κουράζω, δοκίμασα κάθε δυνατό τρόπο γραφής που θα μπορούσε να κατεβάσει η γκλάβα μου. Τίποτα, zero, nada. Δεν δίνει το διαδίκτυο λύσεις για τα πάντα, έτσι δεν είναι;  

Επόμενη κίνηση να βάλω το «Σκόιλ Ελικικού» στον αυτόματο μεταφραστή, να δοκιμάσω στα κυριλλικά, που δεν ξέρω να τα γράφω, αλλά κουτσά-στραβά, καταφέρνω να τα διαβάζω. «Спиральная спираль» ήταν η απάντηση. «Σπι-ράλ-ναγια σπι-ράλ», άκουσα τη φωνή μου, να μου συλλαβίζει στ’ αυτιά. Το σπιράλ του σπιράλ, σαν να λέμε, αν κατάλαβα καλά. Χαίρε βάθος, αμέτρητο, έτσι δεν είναι;   

Τελευταία λύση πριν απ’ το βάψιμο, η σκονισμένη βιβλιοθήκη του σπιτιού. Στο τελευταίο απάνω ράφι, κοιμούνται χρόνια πολλά τώρα, οι δεκαεπτά από τους δεκαοκτώ δερματόδετους τόμους του νεώτερου εγκυκλοπαιδικού λεξικού του Ηλίου. Ο τόμος που έλειπε, ήταν ο δέκατος τρίτος· τον είχε πετάξει η προληπτική γιαγιά μου στα σκουπίδια, Θεός σχωρέστην, γιατί είχε θεωρήσει ότι έφερνε γουρσουζιά, αλλά αυτό δεν ήταν εμπόδιο. Ο έκτος τόμος που ξεκινούσε με το λήμμα «ελιά» και τελείωνε στο λήμμα «Ελλάδα» όσο κι ο δέκατος έβδομος που συμπεριελάμβανε ολόκληρο το «σίγμα» ήταν διαθέσιμοι. Αδίκως, όμως, με έπνιξε η αρχαία σκόνη. Τζίφος κι από κει πάνω, ένδειξη αν όχι απόδειξη ότι το Σκόιλ Ελικικού ήταν ένα πλάσμα σύγχρονο, εφόσον έλειπε από την τελευταία, ανανεωμένη έκδοση του Ηλίου, του 1960, έτσι δεν είναι;

Δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω, αλλά δεν είμαι απ’ αυτούς που παραδίδουν τόσο εύκολα τα όπλα. Ένας καλός ύπνος θα μου έκανε καλό, σκέφτηκα, έτσι δεν είναι; 

Πήγα και ξάπλωσα μουρμουρίζοντας «Σκόιλ Ελικικού», προσπαθώντας να μη σκέφτομαι ότι γεννιόταν στο μυαλό μου μια έμμονη ιδέα. Τουλάχιστον δεν βρισκόμουν πια στο μηδέν. Το άτομο είναι αλλόθρησκο, αφού ούτε το Σκόιλ ούτε το Ελικικού υπάρχουν στο εορτολόγιο της ορθόδοξης ενορίας του Αγίου Χαροκόπου και κατά πάσα πιθανότητα αλλοδαπό. Επιπλέον είναι σύγχρονό μας, αφού η τελευταία έκδοση της εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου το αγνοούσε, έτσι δεν είναι;

Ξύπνησα σχεδόν ευδιάθετος, από έναν ύπνο βαθύ και ανονείρευτο. Σχεδόν, λέω, γιατί το «Σκόιλ Ελικικού» ήταν η πρώτη σκέψη της ημέρας. Ε, δεν είναι και το καλύτερο πράγμα, να ξεκινάς τη μέρα σου με γρίφους αντί για να ρουφάς έναν αχνιστό καφέ-ο-λε με διακριτικό άρωμα φουντουκιού, έτσι δεν είναι;

Τι ήταν αυτό που μ’ έκανε, πρωί-πρωί, να πάρω στα χέρια μου το τηλεχειριστήριο και να πατήσω το πλήκτρο έναρξης, ασφαλώς εντάσσεται στα ανεξήγητα. Η τελευταία φορά που είχα ανοίξει την τηλεόραση ήταν για να παρακολουθήσω την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2008 και με είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ. Ο μόνος λόγος που η συσκευή υπάρχει ακόμα στο καθιστικό μου, είναι η πλούσια δισκοθήκη ταινιών που έχω στη συλλογή μου. Αλλόκοτη κίνηση, να όμως που την έκανα κι έπεσα πάνω σ’ έναν άγνωστο που, αν και μιλούσε ελληνικά, δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε. Δεν έβγαινε νόημα από τα συμφραζόμενα. Παράξενο πράγμα, σκέφτηκα αλλάζοντας κανάλι. Αλλά για δες! Ο τύπος ήταν και στο επόμενο και στο τρίτο, ήταν σ’ όλα τα κανάλια. Διακαναλικός μονόλογος· ο άγνωστος, σκέφτηκα, θα πρέπει να είναι κάποιος σημαίνων παράγοντας της ζωής του τόπου, έτσι δεν είναι;

Όση ώρα η καφετιέρα γουργούριζε και το άρωμα του φουντουκιού έσπαγε τα ρουθούνια μου, χωρίς ο γρίφος του «Σκόιλ Ελικικού» να φεύγει απ’ το μυαλό μου, έμεινα να παρακολουθώ αυτόν τον άγνωστο με τα γουρλωτά μάτια, κάνοντας χάζι τις συσπάσεις του προσώπου του. Ήταν πραγματικά αστείος, τόσο αστείος που στο τέλος γεννούσε αισθήματα λύπης η αστειότητά του. Παρόλα αυτά, δεν άργησα να βαρεθώ. Πόση ώρα να αντέξει κανείς, παρακολουθώντας έναν μονόλογο χωρίς να βγάζει το παραμικρό νόημα, έτσι δεν είναι;

Γέμισα την κούπα μου με αχνιστό καφέ, ψάχνοντας με το βλέμμα μου το τηλεχειριστήριο, με πρόθεση να σβήσω την τηλεόραση. Την άλλη στιγμή, παρατεταμένα χειροκροτήματα ακούστηκαν από τα ηχεία της συσκευής και πάνω απ’ αυτά, μια γλυκιά, γυναικεία φωνή, εξήγησε: «Παρακολουθήσαμε σε απευθείας μετάδοση το διάγγελμα του Πρωθυπουργού, κυρίου Σκόιλ Ελικικού, στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum, έτσι δεν είναι;»

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έπινα την πρώτη γουλιά του αχνιστού, μυρωδάτου μου, με άρωμα φουντουκιού, καφέ-ο-λε. Η ανακοίνωση με τάραξε κι ας ήταν ανακουφιστική η λύση του αινίγματος που με ταλάνιζε. Δεν είναι μικρό πράγμα η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που, παρακολουθώντας τον λίγο νωρίτερα, μου είχε προκαλέσει ανάμεικτα συναισθήματα γέλιου και λύπης, είναι αυτός που κρατάει τις τύχες της χώρας μας στα χέρια του, έτσι δεν είναι;    

Η έκπληξη ήταν τόσο έντονη, που η βαριά φλυτζάνα έφυγε από το χέρι μου και πέφτοντας, έσπασε σε χίλια δυο κομμάτια μ’ έναν ήχο αλλόκοτο, τρομακτικό. Οι καφέδες πετάχτηκαν παντού και κυρίως πάνω στα γυμνά ποδάρια μου. Την άλλη στιγμή, οι καφετιοί λεκέδες πάνω στο λευκό μάρμαρο του πατώματος, λες κι έγιναν καφεδοπηγές, άρχισαν να ξερνούν με πίεση αχνιστό καφέ. Το σπίτι, ολόκληρο πλημμύρισε, εν ριπή οφθαλμού. Η στάθμη ανέβαινε με εκπληκτική ταχύτητα. Ο πόνος του ζεματιστού υγρού όταν πέφτει πάνω στο δέρμα είναι αφόρητος, πόσο μάλλον όταν βρίσκεται κανείς να κολυμπά κυριολεκτικά μέσα του. Κινδύνευα να γίνω βραστός, έτσι δεν είναι;

Πετάχτηκα κάθιδρος από τον ύπνο μου. Εγώ που δεν θυμάμαι ποτέ τα όνειρά μου, είχα μείνει εμβρόντητος από τη φρίκη που μου είχε προκαλέσει εκείνη η αλλόκοτη, ονειρική σκηνή, λες κι ήταν τα πλατό κάποιου κινηματογραφικού στούντιο όπου γυρίζονται ταινίες τρόμου τρίτης κατηγορίας, έτσι δεν είναι;  

  

Σύρθηκα μέχρι την κουζίνα κι άναψα την προετοιμασμένη από βραδύς καφετιέρα. Η καρδιά μου κάλπαζε ακόμα σαν τρελή από τη ζωντάνια του εφιάλτη, καθώς κατευθύνθηκα στην τουαλέτα για την πρωινή μου ανάγκη. Αφού ανακουφίστηκα, έμεινα να κοιτάζω το στραβοξυπνημένο, αναμαλλιασμένο είδωλό μου στον καθρέφτη και να σκέφτομαι ότι ο αξιότιμος κύριος Σκόιλ Ελικικού, είτε φοράει την υπερμεγέθη μάσκα του για να πάει στο σχολείο είτε τη βγάζει για να πιάσει την αγιαστούρα ή για να πάει να διασκεδάσει στα μπουζούκια, ζει ανάμεσά μας. Ακόμα χειρότερα, μπορεί να βασιλεύει και μέσα στα κεφάλια μας, πράγμα διόλου απίθανο, γιατί πώς αλλιώς θα είχε καταφέρει να καθίσει και στους σβέρκους μας, έτσι δεν είναι; 

Ανάγωγο: "Τας των κρατούντων αμαθίας φέρειν χρεών". ~ Ευριπίδης (Είμαστε αναγκασμένοι να ανεχόμαστε τις ανοησίες αυτών που έχουν την εξουσία, έτσι δεν είναι;).

Ο αξιότιμος κύριος Σκόιλ Ελικικού

του Αλέξανδρου Raskolnick

© 2019 by Achilleas and Camilo