«Ο Αδάμ και το μήλο» είναι μια σαγήνη, ένα δόκανο· κρυφή παγίδα δολωμένη μέλι. Μια μέγγενη, μία πανέμορφη μιγάς. Διφυΐα. Δοκίμια και διηγήματα σε μια λεπτή άρθρωση. Σπονδυλωτό βιβλίο με μια πανδαισία πολυχρωματικής πολυρρυθμίας. Ένα υπέροχο αναρχικό γκράφιτι. Μα με νοιάζει πριν απ’ όλα να τονίσω· πως και για τα παγωμέν’ απόνερα στα ρείθρα τής πόλης, και για τις υδρορροές που στάζουν να έγραφε ο Αδαμόπουλος· εσύ νιώθεις κιόλας μούσκεμα τις σόλες των παπουτσιών σου, και το κρύο να σού περονιάζει τα κόκκαλα. Τέτοια ζωντάνια!

 

Ο Αδαμόπουλος στο «Ο Αδάμ και το μήλο» είναι το πιο πρωτότυπο, ιδιοφυές, καταιγιστικό αμάλγαμα υπέροχης αλητείας. Γράφει με φλογισμένους κροτάφους. Σκέπτομαι πως τον ωθεί η ίδια η πράξη τής γραφής στις πιο ακραίες μεταμορφώσεις τού είναι του. Γίνεται ζώο, ήπειρος, δάσος. Στο βάθος όμως τού κυνισμού του, είναι δροσερός κι αθώος σαν παιδί. Είναι οι λευκές ίριδες που βρίσκεις στη στροφή μιας σκοτεινής υπόγειας διάβασης. Η γλώσσα του έχει μια ξεδιάντροπη αθώα γύμνια. Σφύζει σαν βίαιο λουλούδι, είναι φωτεινή, χυτή, μυριστική κι ακραία. Ευωδιάζουν τ’ ακροδάχτυλά σου όταν διαβάζεις· κι αλλού είν’ ατσάλινο στιλέτο που σε σφάζει .

 

Τα δοκίμιά του όλα είναι γραμμένα με τον ‘τρόπο του Γιώργου Σεφέρη’. Καμιά ακαδημαϊκή, στυφή ακαμψία. Αρμονική ροή, απλότητα, μα και πολύ βαθιά γνώση· εγκεφαλική και βιωμένη συνάμα.

 

Θαυμάζει κανείς σ’ αυτόν, εκείνο που θαύμαζε ο Nietzsche στους αρχαίους Έλληνες: Ότι δηλαδή όλα τα βαθύτερα ένστικτά τους δεν έχουν γίνει διόλου στείρα διανόηση. Ο Αδαμόπουλος στα αρχικά, τα ‘πολιτικά’ κείμενά του, ανατέμνει λακωνικά τη σύγχρονη ιστορία μας, γίνεται οξύτατος με τα εθνικά μας ελλείμματα, έχοντας όμως ο ίδιος πάντα έντονη συνείδηση τής γης και τής φυλής.

 

Άλλα πάλι κείμενά του, κατόπιν, έχουν αχαλίνωτο ερωτισμό. Μη φανταστεί όμως κανείς πως ο ερωτισμός αυτός είναι ‘ντουζένι περίπαθο’, ούτε επιφανειακή λεξιλαγνεία· όσο κι αν είναι απείρως εθιστικές οι σκηνές αυτές. Μάλλον θα έλεγε κάποιος πως οι ήρωές του -με απέραντη μαεστρία- κάνουν σερφ πάνω σε χείλη υγρά, κι εξαφανίζονται μετά με λεπτότητα, χωρίς όμως να μένουν ποτέ στη σάρκα μόνο: «…Ούτε ανάσα ν’ αφήσει δίχως φιλί, ρόγα χωρίς να γλείψει, να φάει, να πιεί, ν’ αναστενάξει. Ήταν ολότελα εκεί· καυτή, τσιτωμένη, ξύπνια, υγρή, σ’ όλο το σώμα ανοιχτή, λυμένη, λουσμένη, μούσκεμα· μ’ όλους τους πόρους στάζοντας, μ’ όλες τις χαραμάδες πρόσφορο, σπαράζοντας με όλα…» γράφει στον «Γυρισμό»· λίγο πριν φύγει μόνος, και γυρίσει για να κοιμηθεί, μόνος, με την παρθένα ψυχή του.

 

Εδώ καταπιάνομαι με ορισμένα από τα κείμενα τής συλλογής· αν και όλα τα υπόλοιπα -σας βεβαιώ- είναι πανέμορφα.

 

Στο διήγημα «Η Φραγκούλα», είναι τόσο φρέσκια και άμεση η γραφή, που τα φτεράκια τής Φραγκούλας σε χαϊδεύουν· κάθεται στον ώμο σου, γίνεσαι παιδί. Καλάθια με κεράσια σού χαμογελούν, πατάς ξυπόλητος στα χωράφια, πίνεις νερό απ’ την κρήνη. Όλα κολυμπούν μες την αγάπη. Πράγματα απλά που έζησες, και που το διήγημα για τον African grey, τον παπαγάλο, τη Φραγκούλα, τα κάνουνε να λάμπουν. Και η ανάσα τής γραφής τού συγγραφέα, κυλάει ακόμα πιο απαλά κι από μια Ρολς-Ρόις. Σαν βελούδο όλα· βελούδινος φλοιός, βελούδινη σπονδυλική στήλη. Βελούδινοι και οι άξονες! Μα μη νομίσετε πως το κείμενο είναι ένας βυζαντινός ‘Πουλολόγος’. Κάθε άλλο: Έχει τρομακτικό, ανελέητο φως και σκληρό· σκληρούς θανάτους…

 

Στις «Επενδύσεις»… Τι γυμνό νερό είναι η γραφή του! Όχι συγκεχυμένες δίνες και παλίρροιες. Εκτυλίσσεται στον γενέθλιο τόπο του πατέρα του. Τόπο που έχει ‘σώμα’. Που έχει ‘εαυτό’, όπως κάθε τόπος. Και είναι, μες απ’ το βλέμμα τού Αδαμόπουλου, αυτούσια επιδημικός, απέχει ένα τσιγαρόχαρτο από τους δαίμονές του· κι όσο κι αν παίζει την παρωδία τού αυτοελέγχου, ο θάνατος είναι η εικόνα του. Κι εκείνος, ζώντας για μια ημέρα εκεί τον εαυτό του ως εσωτερική ένταση, μ’ έναν αδιανόητα τέλειο τρόπο, αναποδογυρίζει αυτό το αέρινο τσουβάλι από ράκη, λειψές αισθήσεις, παράταιρους ερεθισμούς κι αλλόκοτες επενδύσεις σε ξένους τάφους, στη χώρα που πεθαίνει· που έχει σώμα, που έχει εαυτό. Και πεθαίνει. Στη χώρα μας…

 

Ο συγγραφέας μιλά και κόβει τις ανάσες σου με λέξεις. Προβαίνει τάχα σε κάτι απόλυτα ελεγχόμενο; Μάλλον πρέπει να έχει κάποια σωματική σχέση με τις λέξεις. Τις δαγκώνει, τον δαγκώνουν, τις ερμηνεύει με το κλειδί τής γλώσσας· μα συνάμα τις γλείφει, τις μασά, τις ξερνάει σα να εκπνέει άυλα και υλικά μαζί. Δεν συγκεντρώνεται για να φυλλομετρήσει μέσα του το δικό του λεξικό και να βρει την αρμόδια σελίδα. Μέσα στο παρόν τοπίο θανάτου, περνάει από συνειρμούς αισθήσεων, από μνημονικούς παφλασμούς, από ηδονικές μνήμες νοήματος, σαν να επαναφέρει και να ανασταίνει για εμάς, θωπείες, πρόσωπα και συγκινήσεις που παρέπεσαν.

 

Στο «Πέπη, κουμπώσου!» -η Πέπη· γυναίκα τού θείου του- είναι ένας πυρετός. Κι ο συγγραφέας την ζωγραφίζει στο χρώμα τής σκούρας ώχρας· με πυρετική κομψότητα· καθώς ο θείος του δεν ήθελε να ρίξει την ομορφιά της στα πεινασμένα μάτια των χωρικών: Μπορούσε να είναι ευέλικτος και παράλληλα ήρεμος όσο κι ο Ιορδάνης ποταμός! Στον Ματίς, στις δίνες τούυ πινέλου του, βρίσκεις πάντα την τρεμουλιαστή λάμψη ενός κόσμου που πεινάει για την παρουσία του θηλυκού, για ν’ αποκρυσταλλώσει τις πιο φευγαλέες ενοράσεις του. Ο σεβαστός θείος Κωνσταντίνος, πίσω από την κομψή αστή, θεία Πέπη, βρίσκει μια αιθέρια ύπαρξη. Κι ο συγγραφέας, μικρό παιδί· μόνος, στο τέλος, εφευρίσκει και κάνει ένα υπέροχο ‘έγκλημα’! Είναι τόσο ζωντανή η περιγραφή τής θείας Πέπης· μ’ αυτήν την υπέροχη, μεταξωτή robe de chambre· που μας κάνει μια χρυσή σπείρα του μεταξιού της κι εμάς! Υαλοποιημένο γάλα -κάτι καίγεται κάτω απ’ το γυαλί- η υγρή γραφή τού Αδαμόπουλου: Ένα ολότελα νέο, ξεχωριστό πολύτιμο υλικό, μιας ιδιαίτερης διαφάνειας και ηχηρότητας· βαθύ, συμπαγές, δροσιστικό, και καυτό και ρόδινο.

 

Το «Pagotό» είναι ένα υπέροχο πικρό, φαρμακερό λουλούδι! Έχει τη γυμνή φλόγα και το πένθος των μικρών αριστουργημάτων. Σπάνιας δύναμης, ειλικρίνειας και τρυφερότητας που έχει μασήσει πέτρες. Στεγνός ο συγγραφέας από δάκρυα, με λεπτό, επιτάφιο πένθος, κοιτά ψυχρά, εκεί στο τέλος τού διηγήματος, το σώμα τής χώρας μας να γίνεται μια χούφτα σκόνη. Είναι μια θρυμματισμένη ελεγεία για τη μοίρα τής πατρίδας· μια χούφτα σκόνη, που πάνω της ο συγγραφέας δείχνει το Τίποτα.

 

Στον «ΟΓΑ» ο Αδαμόπουλος αναφέρεται στην σύσταση του ΟΓΑ· επί υπουργίας τού θείου του Κωνσταντίνου Αδαμόπουλου. Όποιος έχει αίσθηση τής Ιστορίας, γνωρίζει ότι αυτή -όπως και η Πολιτική βέβαια- μυρίζει χώμα, ιδρώτα, και χνώτα ανθρώπων που αλληλομάχονται. Και ο άνθρωπος, ως παραγωγός ιστορίας και ταυτόχρονα αναλώσιμό της, δεν ταυτίζεται πάντοτε (αν ταυτίζεται ποτέ) με τις ιδέες του· μάλλον με την ρητορική των ιδεών του. Οι φλογερές δημόσιες αγορεύσεις του συνυπάρχουν με τη στάχτη τού τυχοδιωκτισμού, τής μωρίας και τής ματαιοδοξίας. Η λάσπη και το φως στην Πολιτική δεν συνυπάρχουν απλώς, αλλά το ένα λειτουργεί σαν προϋπόθεση τού άλλου· σαν αναγκαίο περιβάλλον του.

Σε αντίστιξη όλων αυτών: Οι δυο τους -ο Πατέρας και ο Θείος- γύρω απ’ το τραπέζι μοχθούν, συνομιλούν και εργάζονται πυρετικά για την δημιουργία του ΟΓΑ. Και το παιδί -ο Αλέξανδρος- κάτω απ’ το τραπέζι ακούει και βλέπει. Το φωτεινό ρήγμα... Το θέμα τού συγγραφέα, και σ’ αυτό το διήγημα, έχει έναν in vivo χαρακτήρα, απτό κι αληθινό· και γι’ αυτό συναρπαστικό.

 

Το «Ρουσφέτι»· ‘αμέριμνο λίκνισμα στην πολυθρόνα τής στιγμής’. Είναι που γλιστράει σαν ρόδι στον ουρανίσκο και σε ξεγελά! Θα έλεγα καλύτερα πως είναι αμέριμνης, μα δαιμονικής βαθύτητας! Το «Ρουσφέτι» είναι ένας αθώος αγρός από νάρκες. Και ο συγγραφέας γράφει με την αεικινησία τής αξόδευτης ζωής που πάσχει ηδονικά από την πλησμονή της· όπως τα παιδιά. Με τον πατέρα του, είναι σαν να κοιτάχτηκαν κάποτε πάνω απ’ το ίδιο πηγάδι κι αντίκρισαν ένα είδωλο, που κατοπινά τους έλουζε, τους και τους ξεδιψούσε -σαν να είχαν οι δυο τους μια σπάνια αναπηρία ανάμεσα στους ξένους. Καθένας είναι ο εαυτός του και συνάμα μες στον άλλο, φέγγει μέσα από το ήθος τού άλλου, κόβεται σαν λαμπερό δάκρυ από τα μάτια του. Στην ελληνική μετεμφυλιακή κοινωνία, κοινωνία οιονεί προ-ηθική, που βγάζει γλώσσα σε δικαιϊκές αρχές, επειδή διέπεται από πανίσχυρα ήθη και συνιστά ένα σύμπαν χυδαίας συναλληλίας και ωμότητας, ο Πατέρας του είχε Ήθος.

 

Η «Κούκλα» πάλι, είναι υπέροχη, γιατί έχει ορμή, κι αμέσως ύστερα κρυστάλλινη απόχρωση· σαν πρώτο φως μετά από ζοφερό μπλε, σχεδόν μαύρο. Στο τέλος τού διηγήματος έχει απελπισμένη χαρά με τα γιορταστικά πνευστά πάνω από τη ραγισμένη του φωνή. Τι αφήγηση!.. Αυτή η καυτή ορμή, μα κάτω απ’ το ‘νύχι’ της ένα καμπύλο κύλισμα υγρών. Αυτή η ελαιώδης αργή ροή του λόγου του, που φτύνει τόση βία εκεί στο τέλος. Θανατηφόρα ρύγχη λουλουδιών σκύβουν και μας μυρίζουν· η φρίκη εκεί στο τέλος· κάτω απ’ τα γέλια και τα παιχνιδίσματα με το μικρό παιδί.

 

Γενικά, παντού στην αφήγηση υπάρχει κάτι που κάθε τόσο υποδόρια σπέρνει κινδύνους και απειλεί. Φυγαδεύεται έξω απ’ την ομορφιά τού λόγου, περιφέρεται σαν αμέριμνο άνθος, δικό του και μόνο του, μετεωρίζεται λάμποντας, μέχρι να το ρουφήξει ξανά η βαθιά δίνη τού κειμένου, που μας οδηγεί ‘στον πάτο τής ύπαρξης’, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας. Υπάρχει ζωή πριν από το θάνατο; Μερικές φορές: ο François Villon έζησε. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έζησε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης έζησε. Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος έζησε και ζει ανάμεσά μας. Με την ιδέα κάποιου απείρως ευγενικού οράματος, που υποφέρει δίχως τέλος.

 

Διαβάζεις το «Δέκα» κι έχεις νούφαρα στο στομάχι! Μπαίνεις σαν ψυχή στα καρέ τής αφήγησης. Αγαλήνευτα. Πατάς πάνω στο τικ-τακ τής καρδιάς των ηρώων. Μυρίζεσαι τις λέξεις τους: Λύκοι ερωτευμένοι -δεν τους σηκώνει η γη. Κι έπειτα κι άλλες λέξεις, μ’ ένα κυλιστό βάδισμα, όπως του κύκνου πάνω στα νερά.

Το αγαπάς το «Δέκα» -για πάντα; για ένα φεγγάρι μόνο; παλαβό και ακυβέρνητο;

Είναι εθιστικό το «Δέκα»! Έχει απ’ τις πιο υπέροχες ερωτικές σκηνές όλης τής λογοτεχνίας! Και είναι ωραίο να το διαβάσει κανείς φορώντας την πιο αθώα του καρδιά. Η αγάπη· μόνον έτσι βαθαίνει το κορμί. Κι ο συγγραφέας δεν κάνει τη σφίγγα της ερήμου: Είναι ολότελα διάφανος. Γράφει με ανοιγμένες φλέβες. Τι μυστήρια αίσθηση! Χλόη και φθορά τον όριζε.

Μια μοναδική σκηνή στις πλάκες της ταράτσας.. Είναι μέγα κατόρθωμα, όπως την έχει γράψει: Νιώθεις σαν να πίνεις το φεγγάρι και να το αφήνεις να φέγγει μέσα σου. Αριστουργηματική λογοτεχνία!

 

Στη «Monique» o Αδαμόπουλος είναι ένας ακουαρελίστας όλο διαύγεια. Το αρχαίο ελληνικό Κάλλος -που είναι το πάθος του- επιπλέει στη σκέψη μου σαν μια ολάνθιστη δήλη Δήλος. Κι όλα εκείνα τα υπέροχα αγαλμάτια, τα ειδώλια, τ’ ακροδάχτυλά τους, οι θύρσοι οι πόρπες και τα νομίσματα, που κληροδοτήθηκαν στον ήρωά του απ’ τον πατέρα του, μαζί με το αρχοντικό σπίτι και το πανέμορφο χτήμα γύρω του, είναι σα να ’χουν μιαν άλλη οπάλινη γλύκα, ένα δέρμα από φως· το είδος εκείνο τής ευγένειας, τής σοβαρής κομψότητας μέσα στην επισημότητα και τη χαρά τής ζωής. Και εστιάζω στη Monique τη Βελγίδα· τη Δυτική γυναίκα: Τ’ αγγίζει, τα χαϊδεύει, τα φροντίζει. Μα κάτι εχθρικό σαλεύει στα μάτια της· κάτι σαν ρίγος. Ο ΑΑ μας λέει για την Μονίκ κι όλο το μείγμα των αισθημάτων της «...έγινε φθόνος, άδικα, παχύ, α, πηχτό, αα. μίσος, βουβό. Ααα. Μίσος· κρυφό μίσος: Κρυφό· γιατί δεν είχε τη δύναμη να το δείξει..» Καίει, ζεματάει, η ανάσα τού συγγραφέα. Η φράση του στέκεται ακόμα εκεί σαν μια φυσαλίδα με μεταλλικούς ιριδισμούς που αιωρείται. Κυλάμε μες τη Μονίκ καθώς την ακτινογραφούμε, πνιγμένη απ’ την κρυφή της ζήλεια και το απέραντο μίσος: Το μίσος τής Μονίκ -τού Λευκού Βαρβάρου, όπως συνηθίζει να λέει ο συγγραφέας- για ό,τι ελληνικό και για τον ίδιο τον Παρθενώνα ακόμη. Ο λόγος τού ΑΑ έχει τη δύναμη εκείνων των αλόγων, που ήταν θυμωμένα και φτερωτά σαν σφήκες, με τα μάτια να καίνε όπως τ’ άγρια φαριά του Διομήδη.

 

Η «Ξαναρχή» τώρα· πέρ’ απ’ τον υπέροχο νεολογισμό (που πάει ζευγαρωτά με το θεατρικό «οχιναιλέγοντας» εκδ. Ίκαρος). Απ’ τους έρωτες τους γδαρμένους, τους νεκρούς πια· αποκομμένον ή διαλυμένο δεν τον περισυλλέγει κανείς, όπως θα έλεγε κι ο Ρολάν Μπαρτ. Απέναντί του· μήτε εγώ μήτε εσύ, μήτε ο Θάνατος. Δεν υπάρχει τίποτε πια για να μιλήσει μαζί του. Μόνον μια Δάφνη. Αληθινή; Τού μυαλού του; Σ’ αυτήν «...έλεγα χωρίς να λέω, τυλίγοντας και ξετυλίγοντας το αδράχτι· με κλωστές, με ξέφτια, ρέστα και κουρέλια, σιωπές, παύσεις, πληγές και ράμματα, μ’ ερείπια, με χαλάσματα· μα ούτ’ ένα ψέμα. Τίποτε φτιαχτό. Λέγοντας αλήθειες μόνο -στο φάντασμά της· στο μαξιλάρι, πού αλλού;- όσο να θολώσω ολότελα, βαρύς απ’ τη νύστα, να γυρίσω ανάσκελα και να με πάρει ο ύπνος, αγκαλιά με το μαξιλάρι· μόνος με το φάντασμά μου, σα νεκρός Φαραώ», μας λέει ο ίδιος. Και το ξαναλέει μάλιστα και οπισθόφυλλο τού βιβλίου, για να το εμπεδώσουμε καλύτερα!

 

Για το διήγημα «Η Άννα», που συγκλόνισε την Μαργαρίτα Καραπάνου, η οποία και το μετέφρασε στα γαλλικά, παραθέτω απλώς τα όσα έγραψε η ίδια η Καραπάνου: «‘Άννα’: παιδί, σκέψη, πληγή... Κάτι άυλο αλλά ταυτόχρονα τόσο γήινο. ‘Άννα’: Ηχώ, μνήμη, θλίψη. Όραμα. ‘Άννα’: Τρυφερότητα, πόνος. Ένα κομμάτι βυσσινί βελούδο που κρύβει την κόψη ενός ξυραφιού. Ποιος στέκει απέναντι στην Άννα; Όλο γράφει, όλο φτιάνει. Μάταια. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα με τα έργα των χεριών του... ‘Προσπαθώ να ενωθώ’...Μήπως με την αγάπη; Μήπως με τον θεό; Μέσα σ’ αυτό το συγκλονιστικό διήγημα θα μπορούσαν να υπάρχουν εκατομμύρια Άννες, η μία μέσα στην άλλη, σαν τις ρώσικες κούκλες ή σαν αμέτρητες αχτίδες του ήλιου που φυτρώνουν μέσ’ απ’ τη γη, γοργόνες με πολύχρωμες ουρές που κολυμπούν πάνω κάτω μες στους ωκεανούς. Η Άννα στο άπειρο: Μια μορφή τού θεού;»…

 

Για να νιώσεις τέλος και ν’ αφανιστείς κι εσύ μαζί μ’ «Εκείνον που έψαχνε τον Θεό»· αυτό το υπέροχο μυστικό κείμενο -όπως κι όλα τα υπόλοιπα· μη γελιόμαστε- γίνεσαι ‘γάτα’. Μάτι γάτας. Μια φωσφορίζουσα μπίλια· σαν κάτι άδειο κι ολόλαμπρο, γυμνό και ζωικό. Στέκω και σκέπτομαι: Τι είναι άραγε τα κείμενα αυτά τού Αλέξανδρου Αδαμόπουλου; Υπάρχει ένα δίκτυο, ένας κύριος άξονας· αυτό που κάποιοι ονομάζουν ρίζες, ‘ρίζωμα’; Το ρίζωμα αυτού τού συγγραφέα δεν έχει έναν ‘ομφάλιο λώρο’· κι όμως υπάρχει. Γλιστράει μες απ’ τα χέρια σου σαν χελιδονόψαρο και είναι παντού. Είναι ένας ιλιγγιώδης, αέναος, γητεμένος λαβύρινθος, που διαχέεται σε κάθε τι σαν υδράργυρος. Ρυθμός, ανάσα, παλμός... Πέφτεις στη δίνη του και γίνεσαι λεία τής γραφής, τής τέχνης, τού λόγου. Αριστουργηματική λογοτεχνία· όντως!

« Ο Αδάμ και το Μήλο»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

(Εκδόσεις Οδός Πάνος)

Κριτική της Δήμητρας Ρούσσου

© 2019 by Achilleas and Camilo