Το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς των σπορ. Αλήθεια, υπάρχει κανείς στον κόσμο που να αμφισβητεί την αλήθεια και την εγκυρότητα αυτής της διαπίστωσης; Ακόμη κι αν είσαι απ’ αυτούς που δεν πρόσκεινται φιλικά προς αυτό το άθλημα, όπως η αφεντιά μου, δεν είναι δυνατό να μην παραδέχεσαι τη γοητεία που ασκεί η μπάλα σε όλο τον ανδρικό πληθυσμό του πλανήτη. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το φαινόμενο που παρατηρείται το καλοκαίρι, όταν διοργανώνεται το Μουντιάλ ή έστω το Euro, όπως αυτή τη στιγμή που μιλάμε, και όλοι οι τηλεοπτικοί δέκτες είναι συντονισμένοι στο κανάλι που προβάλλει τα ματς επιφέροντας έτσι δυσθεώρητα νούμερα τηλεθέασης, αλλά και αφάνταστα νεύρα στις γυναίκες κάθε ηλικίας, οι οποίες στερούνται μια χαλαρή έξοδο για κοκτέιλ με τον σύντροφό τους.

Ευτυχώς η δικιά μου δεν έχει τέτοιο παράπονο, παρόλο που η αποψινή μας βραδιά δε διαφέρει και πολύ από των υπολοίπων. Εκείνη κάθεται στο μπαλκόνι απολαμβάνοντας ένα ποτήρι λευκό κρασί και την ενασχόλησή της με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ εγώ καθηλωμένος μπροστά στην 50 ιντσών οθόνη της ολοκαίνουριας τηλεόρασης παρακολουθώ τον προημιτελικό ανάμεσα στην Ιταλία και το Βέλγιο. Πώς διάολο συνέβη αυτό, μου λέτε; Αφού εγώ μισώ το ποδόσφαιρο. Ναι, καλά ακούσατε. Το μισώ! Δεν υπερβάλλω καθόλου. Εξαιτίας του έχω υποστεί αμέτρητο bullying σαν παιδί.

Δεν ξέρω αν είναι θέμα εξάσκησης, τελειοποίησης της τεχνικής ή έμφυτο ταλέντο, αλλά κάποια παιδιά εμφανίζουν αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία στον χειρισμό της μπάλας και κάποια άλλα απλά φοβούνται μη τους έρθει στο κεφάλι. Ένα απ’ αυτά τα δύστυχα ήμουν κι εγώ χωρίς –ακόμα και σήμερα– να είμαι σε θέση να εξηγήσω τον λόγο που με απωθούσε η εικόνα ενός τσούρμου αγοριών να κλωτσάνε μια μπάλα. Το σίγουρο είναι ότι αυτή την αδιαφορία και την ασχετοσύνη μου ως προς το συγκεκριμένο άθλημα την πλήρωσα ακριβά. Δεν ξέρετε πόσο εξευτελιστικό είναι να σε επιλέγουν κάθε φορά τελευταίο, μόνο και μόνο για να συμπληρωθεί το ρόστερ της ομάδας. Κι εσύ να το δέχεσαι αδιαμαρτύρητα υπογράφοντας έτσι την ομολογία σου: «Δηλώνω άνευ μετανοίας ότι είμαι άμπαλος και ως εκ τούτου είμαι πρόθυμος να υποστώ επί 90 λεπτά τον χλευασμό και τον οίκτο των συμπαικτών μου».

 

Πιστεύω ότι πράγματι οι συμμαθητές μου με λυπούνταν, καθώς με βλέπανε να στέκομαι σαν αγγούρι στη μέση του γηπέδου αρνούμενος πεισματικά να κυνηγήσω την στρογγυλή θεά. Μια φορά μάλιστα έγινε το εξής παράδοξο· ο συνήθης αρχηγός της μιας εκ των δύο ομάδων –και ομολογουμένως δεινός σκόρερ– θέλοντας ίσως να εκφράσει την μεγαλοψυχία του αποφάσισε να σπάσει το κατεστημένο και να επιλέξει εμένα ως πρώτο παίκτη της ομάδας του. Ο ενθουσιασμός μου εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Ένιωσα σχεδόν ευγνωμοσύνη για το αγόρι αυτό που με έβγαλε από την αφάνεια και μου έδωσε επιτέλους την ευκαιρία να λάμψει το θαμπό αστέρι που έκρυβα μέσα μου. Ήταν η στιγμή μου. Θα του ανταπέδιδα την εμπιστοσύνη που μου έδειξε. Αυτός μου δίνει πάσα για να βάλω εγώ το γκολ στην κενή εστία. Κι εγώ σημαδεύω το δοκάρι. Μόνο γέλια θυμάμαι από κει κι έπειτα. Κι εκείνο το απελπιστικό βλέμμα που μου έριξε ο αρχηγός.

Φανταστείτε ότι αυτά τα συναισθήματα ήμουν υποχρεωμένος να τα βιώνω κάθε μέρα. Στα διαλείμματα, στην ώρα της γυμναστικής, στην αυλή του σχολείου τα απογεύματα. Μιλάμε για κανονικό φασισμό που επέβαλλε η μονοκρατορία του ποδοσφαίρου. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε κανένα άλλο άθλημα στο προσκήνιο, στο οποίο μπορούσε να βρει κάποιο παιδί εναλλακτική διέξοδο. Ώσπου ήρθε το ηρωικό 1987 και το μπάσκετ εμφανίστηκε ως από μηχανής θεός να με βγάλει από την ασημαντότητα της ύπαρξής μου. Είχα ελπίσει ότι και μόνο λόγω ύψους –πήγαινα Ε΄ Δημοτικού και ήδη ήμουν 1,76– θα μπορούσα να επιδείξω απαράμιλλη ικανότητα στο να παίζω στα δάχτυλα την σαφώς πιο ελκυστική χρωματικά πορτοκαλί μπάλα από την άλλη, την ασπρόμαυρη, και ότι θα εξελισσόμουν σε έναν νέο Φασούλα. Πόσο αφελής ήμουν! Πώς έβγαλα το συμπέρασμα ότι θα μπορούσα να στοχεύσω με ευκολία το μικρό καλάθι που κρεμιόταν εκεί ψηλά στην μπασκέτα, τη στιγμή που δυσκολευόμουν να στείλω την μπάλα στα τεράστια ποδοσφαιρικά γκολπόστ; Το πήρα απόφαση λοιπόν ότι δεν το είχα καθόλου με την μπάλα, ούτε να την κλωτσάω με τα πόδια, ούτε να τη βαράω με τα χέρια. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως πρέπει να ψάξω αν ο φόβος της μπάλας έχει κάποιο ψυχολογικό υπόβαθρο. Μήπως αν δοκίμαζα κάποιο άλλο άθλημα, την ξιφασκία φερ’ ειπείν ή το άλμα επί κοντώ, σημείωνα πιο ενθαρρυντικά αποτελέσματα;

Είμαι σίγουρος ότι στα ατομικά αθλήματα θα τα πήγαινα καλύτερα. Από μικρός είχα μια δυστοκία στην επικοινωνία με τους άλλους, στη συνεργασία και την ομαδικότητα. Προτιμούσα να απομονώνομαι στο δωμάτιό μου παρέα με τον καλύτερό μου φίλο, τον εαυτό μου. Αυτή η συμπεριφορά έπρεπε να ανησυχήσει τη μέση Ελληνίδα μάνα και να σπεύσει να ενισχύσει την κοινωνικοποίηση του γιου της ενθαρρύνοντάς τον να λαμβάνει μέρος σε ομαδικά αθλήματα, έστω και με το ζόρι. Μάλιστα, από το άγχος της μη το παιδί βγει ακοινώνητο, πίεσε τον άντρα της να εκτελέσει το καθήκον του ως πατέρας. Έτσι, μια ηλιόλουστη και ανυποψίαστη Κυριακή ο μπαμπάς μου με πήρε και με πήγε στο γήπεδο.

Ο πατέρας μου αγαπούσε το ποδόσφαιρο. Σαν παιδί κι αυτός μάτωνε τα γόνατά του στις αλάνες, αλλά μεγαλώνοντας έχασε το πάθος του για την μπάλα. Πλέον του αρκούσε να παρακολουθεί τους αγώνες του πρωταθλήματος στην τηλεόραση τσεκάροντας κάθε τόσο το δελτίο του ΠΡΟ-ΠΟ να δει αν πέτυχε επιτέλους το πολυπόθητο 13άρι. Στο γήπεδο δεν πήγαινε πια, γι’ αυτό κι εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα δέχτηκε –με μια μικρή βαρυθυμία είναι αλήθεια– να κάνει την υπέρβαση και υποχωρώντας στις πιέσεις της γυναίκας του να επισκεφτεί το «ναό της μπάλας» για χάρη του «άμπαλου» γιου του.

Δε θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν, ούτε ποια χρονιά. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θα ήταν, γιατί έχω ακόμα στ’ αυτιά μου τη φωνή της Γλυκερίας –η κασέτα μόνιμα στο κασετόφωνο του μικρού FIAT128– να άδει το σουξέ «Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια, να παίρνω με τη σέσουλα, να γράφω ραβασάκια». Ούτε από τον αγώνα έμεινε κάτι στη μνήμη μου. Σίγουρα η τοπική ομάδα έπαιζε με κάποια άλλη επαρχιακής πόλης και όχι με τα μεγαθήρια της πρωτεύουσας, τον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό. Δεν είμαι σίγουρος ούτε αν μπήκε κάποιο γκολ. Το μόνο που θυμάμαι ήταν η αίσθηση της αμηχανίας που με κυρίευσε με την είσοδό μου στο χώρο του γηπέδου. Ένιωθα κυριολεκτικά σαν τη μύγα μες στο γάλα. Όχι μόνο επειδή δεν καταλάβαινα τη στοιχειώδη ορολογία, προκειμένου να παρακολουθήσω την εξέλιξη του αγώνα. Φάουλ, αράουτ, τάκλιν, μπακ, χαφ, λέξεις που μου ακούγονταν κινέζικες. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ούτε σαν θέαμα δε με προσέλκυσε στο ελάχιστο. Ένα βλέμμα απορίας ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου αδυνατώντας να κατανοήσω το πάθος και την ένταση των συναισθημάτων που ξυπνούσε στους φιλάθλους αυτό το κατά τ’ άλλα βαρετό σπορ.

Αμηχανία δεν ένιωθα μόνο εγώ. Δίπλα μου ο πατέρας μου φαινόταν κι αυτός να μην απολαμβάνει ιδιαίτερα το ματς. Όχι γιατί δεν έπαιζαν καλά οι ποδοσφαιριστές , ούτε επειδή ο διαιτητής αδίκησε με τα σφυρίγματά του την ομάδα. Γύρω του οι μαινόμενοι οπαδοί δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να χαλιναγωγήσουν τις ορμές τους εκστομίζοντας κάθε είδους ευφάνταστη βρισιά που μπορεί να πλάσει η ανθρώπινη γλώσσα. Πώς να ηρεμήσει ο καημένος, όταν ο μικρός του γιος βρέθηκε ξαφνικά αυτήκοος μάρτυρας άγνωστων μεν, αλλά επαίσχυντων φράσεων, όπως «πουτάνας γιε», «πούστη», «καριόλη» κι εκείνης της πρωτόγνωρης λέξης που στοίχειωσε το μυαλό του μικρού και αθώου Κωστάκη, ο οποίος προσπαθούσε μάταια να βρει την ετυμολογική ρίζα της; Έτσι, ο δύστυχος πατέρας όχι μόνο δεν έδειξε προθυμία να εξηγήσει στον γιο του τους ποδοσφαιρικούς όρους του πέναλτι και του οφσάιντ –πόσω μάλλον του όρου «μουνόπανο» που τόσο συχνά και ανερυθρίαστα επαναλαμβανόταν από τις κερκίδες–, αλλά με άρπαξε από το χέρι και φύγαμε άρον-άρον πριν τελειώσει καν το ημίχρονο. Περιττό να πω ότι στο δρόμο της επιστροφής τα «Πεντοχίλιαρα» της Γλυκερίας σίγησαν, με αποτέλεσμα να επικρατήσει απόλυτη βουβαμάρα στο μικροσκοπικό φιατάκι κάνοντας έτσι την ντροπή και των δυο μας ακόμα πιο ανυπόφορη.

Στο σπίτι η μαμά μου μας ρώτησε γεμάτη ανυπομονησία πώς περάσαμε εισπράττοντας το επιτιμητικό βλέμμα του συζύγου της και ένα ξερό «καλά» από μένα, που έτρεξα αμέσως στο δωμάτιό μου προσπαθώντας να συνέλθω από αυτή την τόσο αμφιλεγόμενη εμπειρία. Και κάπου εδώ τελειώνει άδοξα οποιαδήποτε άλλη ενασχόλησή μου με τα σπορ. Με αποτέλεσμα να δίνω τώρα λεφτά στα γυμναστήρια, για να χτίσω κορμί και να εξιλεωθώ για τις αμαρτίες του παρελθόντος.

Η γυναίκα μου ήρθε και κάθισε δίπλα μου προσφέροντάς μου το σχεδόν γεμάτο ποτήρι της.

-Ποιος κερδίζει;

Δεν ήξερα να της απαντήσω, αφού δεν παρακολουθούσα τον αγώνα. Ήπια μια γερή γουλιά απ’ το κρασί και ξάπλωσα στο πλάι της χαϊδεύοντας την εμφανώς πια φουσκωμένη κοιλίτσα της.

-Αν γεννηθεί αγόρι, με ποιο άθλημα θα ήθελες να ασχοληθεί;

-Μήπως είναι κάπως νωρίς για τέτοιες συζητήσεις;, αποκρίθηκε χρωματίζοντας αστεία τη φωνή της θέλοντας να με πειράξει.

-Μια ερώτηση έκανα, απάντησα δήθεν θιγμένος. Κουβέντα να γίνεται…

-Πάντως, αφού με ρωτάς, θα μου άρεσε να παίζει τένις. Σαν τον Τσιτσιπά!

-Τένις, ε; Χμ, δεν είναι κακό.

-Είναι τέλειο άθλημα, κουραστικό, αλλά φτιάχνει ωραίο σώμα. Και θα πηγαίνει κι η μανούλα στο Παρίσι να καμαρώνει τον γιόκα της, όταν θα παίζει στο Roland-Garros.

-Μπα! Ξέρεις και το Roland-Garros;

-Μη με ειρωνεύεσαι. Ξεχνάς ότι εγώ έπαιζα τένις μικρή. Είχα φτάσει στους οχτώ στο εφηβικό πρωτάθλημα της Γλυφάδας.

-Τι μου λες; Αστέρι δηλαδή παντρεύτηκα;

Η Αλίκη μού τράβηξε το αυτί για να με τιμωρήσει για την αμφισβήτησή μου. Εκείνη τη στιγμή η Ιταλία άνοιξε το σκορ και πλέον προηγείται με 1-0 του Βελγίου.

-Μπορεί να γίνει και ποδοσφαιριστής, βέβαια. Να! σαν τον Ιμόμπιλε που έβαλε το γκολ. Πώς σου φαίνεται αυτή η προοπτική;

-Μπαααα…, έκανα εγώ παίρνοντας έναν μορφασμό αμφιβολίας. Μάλλον απίθανο.

-Γιατί το λες αυτό; Μπορεί να του αρέσει να παίζει μπάλα. Δεν το ακούς πώς κλωτσάει εκεί μέσα; Πρέπει να έχει δυνατό πόδι.

«Αν μοιάσει στον πατέρα του…», σκέφτηκα και της έσκασα ένα πονηρό χαμόγελο.

e20a1af28cacb48be0ab0b43d836458c_edited.jpg

Ο Άμπαλος

του Κώστα Τερζανίδη