Οι Ρωμαίοι δεν έφτιαξαν αυτούς τους υπέροχους δρόμους για να πηγαίνουμε παντού στην αυτοκρατορία τους. Δεν σκέφτονταν τους υποτελείς Έλληνες και την αγάπη τους για την πεζοπορία. Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν καθώς βαδίζουμε πάνω τους. Έτσι σκέφτηκε η Αφροδίτη και οι σκέψεις ανεβοκατέβαιναν χτυπώντας την κορυφή του κεφαλιού της συγχρονισμένες με τα ισχυρά τραντάγματα της άμαξας που την απομάκρυνε από τους Στοβούς. Το έγκλημά της θα είχε αποκαλυφθεί τώρα και οι διώκτες της θα ήταν ήδη στο κατόπι της, τρέχοντας πάνω στις ίδιες πλάκες για να την πιάσουν και να…….ούτε να σκεφτεί μπορούσε τα βασανιστήρια που έκαναν στους εγκληματίες. Στη δολοφόνο ενός εκατόνταρχου!!! Ίσως να θαύμαζε και το Κολοσσαίον της Ρώμης όταν θα την προσφέραν τροφή στα λιοντάρια του.

Πήδηξε εύκολα από το αργοκίνητο κάρο και έτρεξε μπροστά να δώσει στον έκπληκτο χωρικό έναν χρυσό σηστέρτιο για τη χάρη που της έκανε. Βγήκε από τον δρόμο και κατηφόρισε την πλαγιά προς τον Ελικώνα. Θα την κατέβαζε αυτή τη φορά στη θάλασσα. Ο ποτάμιος Θεός θα παράσερνε και τα δικά της κρίματα και θα τα ξέπλενε στις γυαλιστερές του πέτρες ώσπου να της επιστρέψει καθάρια την ψυχή της όταν θα φθάνανε στο πέλαγος. Βάδισε πολλές μέρες ακόμη μακριά από πόλεις και ανθρώπους. Κάποιοι λεγεωνάριοι που την είδαν την αψήφησαν. Τα κοντά μαλλιά και το σφιχτό της χιτώνιο την έκαναν να μοιάζει με αγόρι. Ένα ακόμη ορφανό που περιφέρονταν ξυπόλητο στους αγρούς της κατακτημένης Ελλάδας.

Κάποτε η κούραση τη μέθυσε. Στο πληγιασμένο σώμα της ξεχύθηκαν ουσίες γλυκές και την κατέκλυσαν. Ένα μελένιο μούδιασμα απλώθηκε σε όλο της το κορμί. Κάθισε στα ριζά μιας καστανιάς. Το δάσος είχε έρθει να την υποδεχθεί στις πύλες της πόλης. Είχε σχεδόν φθάσει αλλά δεν το ήξερε. Τα βλέφαρα της αρνούνταν να σηκωθούν και τα μάτια της ήταν απρόθυμα να προπορευτούν στον δρόμο της. Αποκοιμήθηκε. Την χάϊδεψε η ευωδία της Θεάς και την τράβηξε έξω από τη μυστική εκείνη κάμαρα που καταφεύγουν οι θνητοί όταν κοιμούνται.

''Έρχεσαι σε μένα, αλλά δεν έφθασες ακόμη''.

Δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ανέβαινε ακόμη τα σκαλιά της κάμαρας, τρέχοντας τώρα που κατάλαβε πως η Θεά ήταν στη θύρα του Ύπνου και της μιλούσε. Η Θεά ήταν όπως την φαντάζονταν από μικρό κορίτσι. Έτσι είναι οι Θεοί. Γι’ αυτό φτιάχνουν τα αγάλματα οι Έλληνες. Για να σμιλέψει η ψυχή του καθενός αντίγραφα.

''Βάλε λίγο ψαμμίθι στις παριές και στα χείλη σου και έλα να με υπηρετήσεις στον ναό μου στο Δίον''.

Έτεινε το χέρι της και της έδωσε το δρύϊνο κουτί. Έβαλε το δάκτυλο της στην κόκκινη σκόνη και την άπλωσε στο αναψοκοκκινισμένο της μάγουλο.

''Και τα μαλλιά σου, λούσε τα και πιάστα με τη….λόγχη σου''.

Πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένη από το θείο όνειρο. Πήρε το ομορφοσκάλιστο κουτί με τα ψαμμίθια από τα ριζά του δένδρου. Έψαξε τις πτυχές του χιτώνα της για την κοκκάλινη βελόνα. Τα μαλλιά της θρεμμένα από το άγγιγμα της Θεάς ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερα από ποτέ. Τα έπιασε κότσο με τη βελόνα και μπήκε στο δάσος.

Έφθανε στο Δίον.

Θεσσαλονίκη, 20/2/2021

Concrete
101218-30-Ancient-History-Art-Greece-Gre

Ντύσου πρόχειρα και βάλε... τα Ψαμμίθια

του Ιωάννη Μπαχά