Ο Χωμενίδης έκανε το λογοτεχνικό ντεμπούτο του κάπου στις αρχές των 90’s με το μυθιστόρημα «Το σοφό παιδί». Ήταν ένα βιβλίο στο οποίο περιέγραφε, αρκετά εύστοχα, τη μεταπολιτευτική Ελλάδα του πελατειακού κράτους, της ρουσφετολογίας και των μαυρογυάλουρων. Αν και με αρκετά καλά δείγματα γραφής η προσφυγή του στα εύκολα στερεότυπα, αυτά που διακινούνταν από τα καφενεία  μέχρι τα οικογενειακά δείπνα, το καθήλωσε στο έδαφος της μετριότητας και της οριακά αποδεκτής εύπεπτης λογοτεχνίας.

Η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη, περιστοιχισμένος από παρατρεχάμενους, τσανακογλείφτες και κοσμικούς μαϊντανούς ο Χρηστάρας βρήκε τη χρυσή συνταγή στην ανακύκλωση των ίδιων στερεοτύπων. Ήτοι την κουτοπονηριά του Έλληνα, την πελατειακή γαλιφιά, τον εύκολο πλουτισμό. Χωρίς να έχει ζήσει στο εξωτερικό, με περιορισμένες παραστάσεις και εμπειρίες, κινούμενος μεταξύ «Φίλιόν» και Πατησίων, προσπάθησε να περάσει την εικόνα του κοσμοπολίτη που την έλεγε στους ταλαίπωρους ιθαγενείς όντας ο ίδιος ένας από αυτούς. Εγκλωβισμένος στο μίζερο αρχοντοχωριατισμό μιας Βαλκανικής Εξαρχίας όπου όλα του φταίγανε και για όλα είχε την κατάλληλη κριτική. Αποτέλεσμα: Οι λογοτεχνικές αρπαχτές του ξεπέρασαν εκείνες της Πέγκυς Ζήνας στο τρίτο χιλιόμετρο Αθηνών-Κορίνθου (τις καλές εποχές, τις Πασοκικές)…

Κοντά τριάντα χρόνια μετά την έκδοση του ντεμπούτου του η πορεία του μάλλον δεν παρέκκλινε από την επιφυλασσόμενη μοίρα του. Η τάχα μου επαναστατικότητα ενός τύπου που αμφισβητεί το σύστημα εκ του ασφαλούς απορροφήθηκε από την ίδια την κακογουστιά του συστήματος όπου οι ονειρώξεις για κοινωνική ανέλιξη ισοσταθμίστηκαν με εμφανίσεις στην κρατική τηλεόραση, «εκλεκτές» φιλίες, απρόθυμες παρουσιάσεις βιβλίων ατάλαντων πλην ταξικά αλληλέγγυων συντρόφων όπου η κωμικότητα στην απόπειρα διατήρησης των προσχημάτων ακυρώνει τη όποια «φιλοτιμία».

Ο Χωμενίδης αποτελεί φυσιογνωμικά μια καρικατούρα από μόνος του, είναι άσχημος, ασουλούπωτος και αστείος, αυτό δεν αποτελεί ασφαλώς κάποια μομφή, όμως «κουμπώνει» πρίμα με το ρόλο που επέλεξε πάνω στο κακοφτιαγμένο παλκοσένικο που ονομάζεται Ελλάδα. Για να το θέσω όσο πιο απλά μπορώ, κάθε αυλικός έχει ανάγκη τους γελωτοποιούς του. Κι αν ποτέ δεν καταφέρει να φτάσει τη χάρη του Χριστιανόπουλου, την αιρετικότητα του Ταχτσή, την αντισυμβατικότητα του Κουμανταρέα θα εξακολουθήσει να διατηρεί τις αγαπημένες του στήλες στον Capital, την Athens Voice και τον Liberal ώστε να ανακυκλώνει τις κοινοτυπίες που κάθε λογοτεχνικά παροπλισμένος κηφήνας χρειάζεται προκειμένου να διατηρηθεί στο αφρό της επικαιρότητας και του συστήματος. Τρώγοντας από εκεί που κάποτε, εκ του ασφαλούς, έχεζε… 

Να τρως εκεί που έχεζες

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo