Περνούσε ατελείωτες ώρες στο γυμναστήριο.

Όταν δεν είχε υπηρεσία, αλλά και όποτε είχε ρεπό ή και στην άδεια του ακόμη, κυριολεκτικά ζούσε στο γυμναστήριο της Βάσης. Εκεί, ανάμεσα στους πάγκους, τις τροχαλίες, τις μπάρες και τους αλτήρες, πολλαπλασιασμένος ή καλύτερα κομματιασμένος, σε δεκάδες εαυτούς που αλληλοθαυμάζονταν από τους καθρέφτες, σμίλευε το σώμα του. Σε έναν έμπειρο παρατηρητή (και κανένας εκεί μέσα δεν ήταν τέτοιος) θα ήταν εμφανές πως ο υπερμυώδης διμοιρίτης, έριχνε κλεφτές ματιές στους συναδέλφους του. Δεν ήταν οι γραμμές και τα κοψίματα των συναδέλφων του που ζήλευε. Οι δικές του έσπαγαν τα όρια τους καθημερινά, εξερευνώντας τα ανθρώπινα σύνορα της μυϊκής ανάπτυξης. Δεν ήταν η ζήλια ή ο φθόνος που έκαιγε τις διογκωμένες φλέβες του.

 

Ήταν ο πόθος. Πίστευε πως ήταν ένας αλλιώτικος “Μισίμα”, όχι βέβαια ο κιτρινιάρης λογοτέχνης (δύσκολα θα δέχονταν πως ένας Ασιάτης θα μπορούσε να είναι πρότυπο ζωής ενός λευκού) όμως οι “Εξομολογήσεις μιας μάσκας” του Γιούκιο, κάλυπτε τις ενοχές που του δημιουργούσε η σύγκρουση του ματσό προφίλ του θηριώδη ματατζή με τον απελπισμένο για έρωτα επαρχιωτόπουλου. Και αυτός, πίστευε, πως φορούσε ένα προσωπείο, μια “μάσκα”, το κράνος του, σκέφτηκε, αλλά η καρδιά και το κορμί του άλλα ποθούσαν και από άλλα θέλγονταν.

- Σε έχουν βαρέσει τα στεροειδή στο κεφάλι, μου φαίνεται. Φωνάζω εδώ και ένα τέταρτο και εσύ στέκεσαι και κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Σαν να μιλάω σε αφίσα, γαμώτο μου. Μας θέλουν έξω, τώρα.

Πάντα του το χτυπούσε για τα στεροειδή ο συνάδελφος, αλλά μάλλον τον θαύμαζε παρά τον κατάκρινε. Ο Διοικητής του πάλι, καμάρωνε πάντα για αυτόν και ακόμη και αν τον μάλωνε, το έκανε με το γάντι. Σήμερα όμως μετάνοιωσε που πήγε στο ρεπό του για βάρη. Έπρεπε να μείνει σπίτι μαζί του για να μην κάνει καμιά απερισκεψία.

- Ανεβαίνω να ετοιμαστώ και σε 5’ είμαι κάτω, αρχιφύλακα.

Με το τηλέφωνο κολλημένο ανάμεσα στο αυτί και τον ώμο του για να έχει τα χέρια ελεύθερα για να ντυθεί, κάλεσε τον Αντίνοο στο σπίτι. Χτύπησε πολλές φορές.

- Γαμώ το σπίτι σου μέσα, έβρισε όσο περίμενε να το σηκώσει.

- Ναι, τι θέλεις; Έτρεξα για να γυρίσω. Τι θέλεις, λέγε. Του απάντησε λαχανιασμένος ο Αντίνοος του.

- Να κάτσεις σπίτι σήμερα, θέλω. Δεν έχεις καμιά δουλειά να πας στο συλλαλητήριο. Θα σας μπουζουριάσουμε όλους.

- Άκου, θα κάνω ότι θέλω και δεν σου πέφτει λόγος. Εσύ κάνε τη δουλειά σου. Εγώ έχω ένα κόσμο να αλλάξω.

Του έκλεισε το τηλέφωνο.

Ντύθηκε βλαστημώντας. Σε ελάχιστη ώρα κατέβηκε στην είσοδο. Μπροστά στην κλούβα οι συνάδελφοι του επιθεωρούσαν τον εξοπλισμό τους, τις ασπίδες, τα κράνη, τα όπλα με τα χημικά. Κανένας δεν διαμαρτύρονταν πια για τις συνεχείς πολύωρες υπηρεσίες.. Η καραντίνα που δεν τέλειωνε, η απαγόρευση κυκλοφορίας, τα αυστηρά μέτρα για μήνες τώρα, οι συχνές αψιμαχίες με τους διαδηλωτές, τίναξαν το καπάκι της χύτρας που λέγεται κοινωνία. Δεν περνούσε πια μέρα που να μη βγουν οι πολίτες στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Ατρόμητοι, αποφασισμένοι, απελπισμένοι, αλλόφρονες έπεφταν πάνω στα μπλόκα της Αστυνομίας, πετούσαν πέτρες και έκαιγαν κάδους. Και αυτοί ήταν εκεί για να τους σβήσουν, και τους κάδους και τους διαδηλωτές, σαν κουβέρτα τη φωτιά στο τηγάνι. Αυτή η εικόνα του έρχονταν όταν τα σκέφτονταν αυτά. Η κουβέρτα δεν θα ήταν ποτέ η ίδια μετά το κουκούλωμα της φωτιάς. Ένα κομμάτι της ψυχής του θα έμενε πάντα καψαλισμένο.

- Κατεβαίνουμε στο Υπουργείο. Η διμοιρία μας θα σταθεί μπροστά στον Άγιο Δημήτριο για να μην πλησιάσουν πιο κοντά.

Ο αρχιφύλακας, πάντα καλά ενημερωμένος, τους πληροφόρησε για το σχέδιο σε γενικές γραμμές. Ανέβηκαν στην κλούβα. Σιωπηλοί, θυμωμένοι, αηδιασμένοι, όπως πάντα.

Μπροστά στην εκκλησία, δύο κλούβες βαλμένες κάθετα στην Αγίου Δημητρίου οριοθετούσαν τη φούσκα της κρατικής αυθαιρεσίας που αντιπροσώπευε το Υπουργείο και η διμοιρία του θα την προστάτευε από τη βουκέντρα της λαϊκής οργής. Τη βουκέντρα κρατούσε μαζί με χιλιάδες άλλους, ο αγαπημένος του Αντίνοος. Αυτός τον ονόμαζε Αλκίνοο, Σπύρο τον έλεγαν, σε μια μεθυσμένη έμπνευση που του προκάλεσε ο ενθουσιασμός της πρώτης του μεγάλης νίκης σε διεθνείς αγώνες σωματοδομικής που πήρε μέρος. Τον ονομάτισε Αντίνοο, κρατώντας μυστικά για τον εαυτό του το όνομα του Ανδριανού. Ένας αυτοκράτορας και αυτός που όριζε τους γιγάντιους μυώνες του και τους ανάγκαζε να χορεύουν στον χορό της μουσικής του ποζαρίσματος του. Και το άγαλμα που έστησε στην βασιλεία του ήταν το ίδιο του το σώμα.

- Ρε πάλι αφηρημένος είσαι;

Τον σκούντηξε ο κολλητός του δείχνοντας του με το δάχτυλο την εμπροσθοφυλακή της διαδήλωσης. Όχι, δεν ήταν αφηρημένος. Νοιασμένος ήταν, χολοσκασμένος ήταν. Έψαχνε μέσα από τη θολή του προσωπίδα τον δικό του αξιωματικό, τον τρελό του. Φοβόταν μη η λοξή του διαδρομή τον φέρει μπροστά στους πύργους της μοναρχίας σε αυτήν την παρτίδα σκάκι που έπαιζε η εξουσία με τον λαό.

Αυτή τη φορά η διαδήλωση ήταν ένας πραγματικός σχηματισμός μάχης. Οι “πελταστές” της παράταξης έβγαιναν από τους κάθετους δρόμους και σαϊτευαν με μολότωφ και πέτρες το τείχος τους. Στην πρώτη γραμμή, πιασμένοι αγκαζέ κρατώντας σημαίες με βαριά κοντάρια και κράνη μηχανής στα χέρια ήταν η εμπροσθοφυλακή του στρατεύματος. Ανάμεσα τους τυμπανιστές, και σαλπιστές. Μπροστά από τις πρώτες σειρές των στιβαρών νέων ήταν οι δολεροί προπομποί τους που κυνηγούσαν αυτοθυσιαζόμενοι την μία εκείνη φωτογραφία που θα τραβούσε την ευαισθησία του κοινού. Αυτή ήταν η αποστολή τους. Μια θυσία των Ψαρών που θα προκαλούσε την κοινή γνώμη στον δίκαιο αγώνα των πολιτών. Ηλικιωμένοι συνταξιούχοι και ανάπηροι σε καρότσια θα εξασφάλιζαν τον απαραίτητο χρόνο αμηχανίας πριν αναλάβουν δράση τα ΜΑΤ. Για να τους πλησιάσουν οι πρώτες γραμμές τους. Για να τους φωνάξουν, για να τους βρίσουν, για να τους ακουμπήσουν, για να τους φτύσουν, να βρίσουν τις μάνες τους, το Χριστό τους.

Τα κωλόπαιδα.

Όταν άρχισε να κινείται η διμοιρία ήταν όλοι ήδη θυμωμένοι. Σαν ρωμαϊκή λεγεώνα εκτελούσαν ελιγμούς ανάμεσα στα επικοινωνιακά εμπόδια χωρίς πάντοτε με απόλυτη επιτυχία. Οι ματατζήδες έσπρωξαν τον ετοιμόρροπο μπροστάρη συνταξιούχο που έπεσε με τα μούτρα στο έδαφος. Ένας από αυτούς έσκυψε και τον σήκωσε. Μια τρομερή ευκαιρία στους φωτορεπόρτες να πουλήσουν τη φωτογραφία σε κάποια μέσα που μιλάνε για το ανθρώπινο πρόσωπο της αστυνομίας. Οι υπόλοιπες θα πουληθούν στα αντικυβερνητικά μέσα.

Όταν το πρώτο κύμα των διαδηλωτών έσκασε πάνω στις ασπίδες της διμοιρίας του, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Ένας ήχος που είχε εκατοντάδες χρόνια να ακουστεί από τότε που οι υπερασπιστές της πόλης την υπερασπίζονταν από τους Οθωμανούς κατακτητές της. Αν και άντεξε υπερβολικά πολλά δευτερόλεπτα μέχρι να σπάσει η γραμμή των γενναίων, τόσο που και ο ίδιος ξαφνιάστηκε, φυσιολογικά κατέρρευσε. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την τέλεια συγχρονισμένη και αποτελεσματική μηχανή των χεριών με τα γκλομπ που ανεβοκατέβαιναν στα κεφάλια που πρόβαλλαν μικρή ή καθόλου αντίσταση (όταν δεν φορούσαν κράνος). Βήμα βήμα, γκλοπιά γκλοπιά, ώθηση ώθηση η διμοιρία του μπήκε βαθιά στο σώμα της διαδήλωσης. Η τεράστια συγκέντρωση εγκλώβιζε μέσα της τους πολίτες που άρχισαν να μετανοιώνουν για την απερισκεψία τους και μόνο τα ξεφτίδια της διαδήλωσης στις άκρες της, ξέφευγαν. Σε λίγο, όλοι κινούνταν σαν φαντάσματα μέσα στην ομίχλη των καπνογόνων. Ένα πεδίο μάχης, η πεδιάδα του Σομ.

Σήμερα δίσταζε στο πρώτο χτύπημα που έδινε σε άνδρα, αλλά χτυπούσε αποφασιστικά και ανελέητα μετά την αναγνώριση. Μάλλον μετά τη μη αναγνώριση του Αντίνοου στα θύματά του. Ευτυχώς, γιατί όταν σήκωσε το γκλοπ του πάνω από τον πεσμένο νέο που τέντωνε το χέρι του για να προστατευτεί, τον αναγνώρισε. Δεν ήξερε πως θα μπορούσε να του στείλει μήνυμα πως τον γνώρισε και να του πει να φύγει τρέχοντας, ο ανόητος.

- Φύγε ηλίθιε. Είναι σφαγή.

Ούρλιαξε για να τον ακούσει.

Ο νεαρός συνάδελφος του τον έσπρωξε και πριν προλάβει να αντιδράσει ούτε αυτός, ούτε ο Αντίνοος, χτύπησε τον διαδηλωτή με τρομερή δύναμη στο κεφάλι.

- Πάρτην πούστη, άπλυτε. Προχωράμε συνάδελφε, μην στέκεσαι.

Το χτύπημα άφησε τον Αντίνοο πλημμυρισμένο στο αίμα, αναίσθητο, ενώ γύρω του ο δρόμος άδειαζε καθώς η διαδήλωση έτρεχε σαν νερό από τρύπιο ενυδρείο στους πλαϊνούς δρόμους της Αγίου Δημητρίου. Ο Λάζαρος έσκυψε πάνω από τον πληγωμένο νέο, γονάτισε, έβγαλε το κράνος του και το άφησε στο πλάι. Έβαλε το χέρι του στην πληγή για να σταματήσει την αιμορραγία.

Αυτή ήταν η φωτογραφία που ήθελε ο φωτορεπόρτερ. Ποιος θα την αγόραζε όμως και ποια λεζάντα θα της έβαζε; Ας έκανε ότι ήθελε ο πελάτης όταν την αγόραζε. Αρκεί να πληρωνόταν αυτός.

Έβγαλε μια φωτογραφία για βραβείο.

Εντελώς τυχαία.

Concrete
a17d4544-33d5-4a79-bbd1-dc63589f04e9.jpg

Μια φωτογραφία για βραβείο, εντελώς τυχαία

του Ιωάννη Μπαχά