Η ουρά για το κατάστημα της Vodafone έφτανε τα 8 άτομα.

Ήταν Σάββατο, ήταν μεσημέρι, είχε ψύχρα, ήταν ένα σκληρό λόκνταουν και μια σκληρότερη Αθήνα, σε μία Ελλάδα γύψινη.

Είχα βγάλει το κινητό μου τηλέφωνο και χάζευα κάτι μαλακίες στην αρχική του facebook, τις χορηγούμενες που είχε διαλέξει για μένα, πουρνό πουρνό σήμερα ο Ζούκερμπεργκ και τα κολλητάρια του στις ΗΠΑ και κάτι δειλά και αοριστολογικά δημοσιεύματα για έναν γνωστό-άγνωστο ηθοποιό, φερόμενο ως παιδεραστή.

Κατάφερα να συνδυάσω την μάσκα με τα γυαλιά ηλίου.

Μπροστά μου ένας μπάρμπας γύρω στα 60 χαλβάδιαζε τον καλοσχηματισμένο πισινό της μπροστινής του κι εγώ όσο θα ήμουν κότα, δεν θα του έριχνα κλωτσίδι στον δικό του πισινό.

Ενστικτωδώς ξεφύσησα μέσα στην μάσκα μου και έκανα δύο βήματα πίσω. Τα γυαλιά ηλίου θόλωσαν. Τώρα ήμουν σε πραγματική απόσταση ασφαλείας από τον ιό αλλά και την ενστικτώδη ηλιθιότητα αυτού του κόσμου.

Σκρόλαρα την αρχική του facebook προς τα κάτω ψάχνοντας κανένα αστείο βίντεο με γάτες και τότε ένιωσα πίσω μου μια παρουσία.

Γύρισα αργά –αργά, σχεδόν κινηματογραφικά, προς τα πίσω και είδα την κοντόχοντρη κυριούλα, με τα μαλλιά ανακατωμένα, με τα γυαλιά πρεσβυωπίας να μισοστερεώνονται στην βάση της μύτης και μία όπως να’ ναι και στραβοφορεμένη μάσκα μιας χρήσης, να υποκρίνεται πως την - και μας - προστατεύει. Είχε σταθεί πίσω μου, σε απόσταση μικρότερο του ενός βήματος. Τόσο κοντά που αν δεν περνούσαν συνεχώς αυτοκίνητα, θα άκουγα ίσως και την ανάσα της.

Σήκωσε τα μάτια προς το μέρος μου κι έξαφνα ξαναγύρισα μπροστά μου. Το τελευταίο που ήθελα ήταν να της κάνω παρατήρηση, χωρίς προηγουμένως να διπλοσκεφτώ τα λόγια που θα χρησιμοποιήσω.

Έκανα μισό βήμα μπροστά. Ανέβασα την κουκούλα του φούτερ μου και πλησίασα με λύπη τον μπάρμπα, ο οποίος συνέχιζε να χαζεύει τα σάρκινα ημισφαίρια. Τέντωσα το αυτί μου για να ακούσω, αν η κυριούλα πίσω μου θα με πλησίαζε. Ευτυχώς δεν πλησίασε κι εγώ ανάσανα λίγο ευκολότερα.

Συνέχισα να κοιτάω στο κινητό μου, ένα βίντεο που κάποιος καλός ζωοσαμαρείτης μάζεψε από μία παρατημένη οικοδομή, ένα ψωριάρικο και κάτισχνο πεκινουά και σιγά σιγά το μετέτρεψε σε έναν πιστό σύντροφο με λαμπερό τρίχωμα, που του έγλυφε ολημερίς τα δάχτυλα των ποδιών.

«Περιμένεις ώρα;» αποκρίθηκε στην κοπέλα, ο μπάρμπας που στεκόταν μπροστά μου.

Η κοπέλα σχεδόν ξαφνιάστηκε με την παρουσία ενός τύπου πίσω της, τον οποίο μάλλον δεν είχε καν αντιληφθεί όλη αυτήν την ώρα, την ίδια στιγμή που εκείνος λογικά είχε ήδη προλάβει να την φαντασιωθεί στημένη στα τέσσερα.

Χαμογέλασε αμήχανα: «Σχεδόν δέκα λεπτά.» και ξαναγύρισε μπροστά της.

Ο μπάρμπας επέμεινε. «Μα καλά τι κάνουν τόση ώρα και δεν εξυπηρετούν τον κόσμο;»

Ούτε εγώ είχα παρατηρήσει την άλλη κυριούλα, μπροστά από την κοπέλα, η οποία αν και δεν της απεύθυνε κανείς τον λόγο, αποφάσισε να μας κάνει κοινωνούς της γνώμης της.

«Είναι τα καινούρια μέτρα. Μέχρι δύο άτομα μέσα στο κατάστημα.»

Η κοπέλα πίσω της, της έγνεψε καταφατικά.

Ο μπάρμπας ούτε γύρισε να κοιτάξει προς το μέρος της φωνής. Συνέχιζε να κοιτάει την κοπέλα, η οποία τώρα του έδειχνε μόνο την δεξιά πλευρά του σώματος της, καθώς θεώρησε αγένεια να έχει πλάτη, είτε σε αυτόν είτε στην κυρία μπροστά της.

Αυτός κοίταξε το προφίλ του δεξιού βυζιού της.

Η κοπέλα τότε μόνο παρατήρησε το βλέμμα του και σχεδόν αγχωμένη του γύρισε την πλάτη και κοίταξε το πεζοδρόμιο.

Απτόητος ο μπάρμπας, βόλεψε το βλέμμα του στο σύνηθες καταφύγιο του.

Η κυριούλα πίσω μου, που δεν περίμενε στην ουρά ούτε δύο λεπτά, πήρε τον λόγο.

«Θα μας βρει η νύχτα μου φαίνεται.»

Δεν γύρισα καν να την κοιτάξω. Δεν ήθελα ούτε να απαντήσω, ούτε να ακούσω, ούτε να στέκομαι σε αυτήν την καταραμένη ουρά.

Ένιωσα ένα χτύπημα στην πλάτη μου και βλαστήμησα από μέσα μου.

«Από τι ώρα περιμένεις στην ουρά;» με ρώτησε.

«Από πέρυσι τον Μάρτιο.» της απάντησα.

Παραξενεύτηκε.

Γύρισα μπροστά μου.

Με ξαναχτύπησε και μου έτεινε το κινητό της.

«Μπορείς να μου βρεις το μήνυμα που μου έστειλε χτες η Vodafone;»

Προσποιήθηκα πως κοιτάζω για λίγο την οθόνη. Ανεβοκατέβασα μια λίστα μηνυμάτων, φευγαλέα με το δάχτυλο και αποσύρθηκα.

«Μπα…»

Ξαναγύρισα μπροστά μου ευχόμενος να είναι η τελευταία φορά που με ενοχλεί.

Ένας πιτσιρικάς τέσσερις θέσεις μπροστά μου, κατέβασε την μάσκα του για να ανάψει τσιγάρο.

Ο μπάρμπας ενοχλήθηκε και το έδειξε με ένα δάχτυλο του τεντώθηκε προς το μέρος του.

«Κοίτα τι κάνει..» είπε σχεδόν από μέσα του. «Θέλει να μας σκοτώσει όλους;»

Αυτό το τελευταίο, πιο δυνατά.

Η κοπέλα μπροστά του γύρισε ελάχιστες μοίρες το κεφάλι προς τα πίσω και έπειτα το ξαναέφερε μπροστά.

Της χτύπησε την πλάτη, όπως είχε κάνει προ ολίγου η πισινή μου με την δική μου πλάτη.

Η κοπέλα αναγκαστικά γύρισε προς το μέρος του, εμφανώς ενοχλημένη αυτήν την φορά.

«Δες τον, κατέβασε την μάσκα του για να καπνίσει! Δες τον, δες τον!» και συνέχισε να κουνάει το δάχτυλο προς τον πιτσιρικά.

Η κοπέλα τον κοίταξε βιαστικά και ξαναγύρισε πλάτη στον μπάρμπα.

Ο μπάρμπας σταμάτησε να χαζεύει τον κώλο της κι άρχισε να κοιτάει τον πιτσιρικά.

Εγώ άρχισα να θέλω να κάνω τσιγάρο.

Η κυρία πίσω μου, με ξαναχτύπησε στην πλάτη. Ξαναγύρισα.

«Βοήθησε με παιδί μου, δεν βρίσκω το μήνυμα με τον λογαριασμό.»

«Θα το βρούνε μέσα οι υπάλληλοι» μουρμούρισα και ξαναγύρισα μπροστά μου.

«Τι θε ρε μπάρμπα;» έκανε ο πιτσιρικάς μόλις αντιλήφθηκε πως τόση ώρα κάποιος τον δείχνει.

Ο μπάρμπας μάλλον δείλιασε και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτα μέσα στα δόντια του κατεβάζοντας το δάχτυλο.

Η κοπέλα γέλασε αμυδρά.

«Πως μιλάς έτσι;» σχεδόν ούρλιαξε η κυριούλα μπροστά της.

«Σιγά μην το βρούνε μέσα αυτοί οι άχρηστοι. Τόση ώρα μας έχουν και περιμένουμε.» διαμαρτυρήθηκε η κυριούλα πίσω μου.

Ένας εμφανώς μετανάστης με μία κατακόκκινη τσάντα στην πλάτη, στεκόταν μπροστά από τον πιτσιρικά. Γύρισε και μας κοίταξε όλους, έναν - έναν.

Ο μπάρμπας τον κόζαρε θυμωμένος.

Δεν μίλησα.

«Άσε μας κι εσύ κυρά μου.» αντιγύρισε ο πιτσιρικάς στην κυριούλα νούμερο δύο, πίσω του και έκανε ένα βήμα μπροστά.

Ο μετανάστης ενστικτωδώς κινήθηκε κι αυτός μπροστά και πλησίασε πολύ την μπροστινή του. Άλλη μία κυριούλα. Τρίτη την τάξη.

Η κοπέλα μπροστά από τον μπάρμπα βρήκε την ευκαιρία κι απομακρύνθηκε ελάχιστα.

Ο μπάρμπας στραβομουτσούνιασε ακόμη περισσότερο.

Ένας πελάτης βγήκε από το κατάστημα κι ένας πελάτης μπήκε.

Όλοι άρχισαν σταδιακά να κινούνται προς τα μπροστά, ο καθένας ανάλογα με το πόσο ήθελε να απομακρυνθεί από τον πισινό του ή με το πόση απόσταση ήθελε να αφήσει από τον μπροστινό του.

Βιάστηκα να κινηθώ και ακούμπησα ελάχιστα τον μπάρμπα μπροστά μου.

«Κυρά να πεις την μάνα σου αναιδέστατε.» απάντησε η εξοργισμένη δεύτερη κυριούλα.

Ο μπάρμπας μπροστά μου γύρισε και με κοίταξε.

«Με συγχωρείτε» κατάφερα να ψελλίσω και κινήθηκα προς τα πίσω.

«Κράτα απόσταση» μου είπε με απειλητικό τόσο δείχνοντας μου το δάχτυλο του.

«Μην του μιλάς έτσι!» πετάχτηκε η κοπέλα μπροστά του.

Εγώ μεταφέρθηκα αυτόματα στο τέλος της ουράς, πίσω από την κυριούλα νούμερο ένα που μάλλον χάρηκε για την κερδισμένη θέση. Άφησα και απόσταση.

Η κοπέλα με κοίταξε απογοητευμένη.

Δεν ντράπηκα καθόλου.

Ο πιτσιρικάς αγριοκοίταξε την κυριούλα νούμερο δύο και ξεφύσησε τον καπνό προς το μέρος της.

Ο μπάρμπας γύρισε προς την κοπέλα.

«Εσύ γύρνα μπροστά σου για να χαζεύω την κωλάρα σου» της είπε κι ένα γέλιο, βγαλμένο από μπουρδέλο της οδού Φυλής, εμφανίστηκε στο πρόσωπο του.

«Άντε και γαμήσου πορνόγερε» του απάντησε η κοπέλα και ήρθε και στάθηκε από πίσω μου.

Βρήκε άνθρωπο να κρυφτεί από πίσω του.

Η κυριούλα μπροστά μου γύρισε και μας κοίταξε.

«Κολάν είναι αυτό που φοράς; Τι περιμένεις να κάνουν και οι άντρες!»

Η κοπέλα πίσω μου κατακοκκίνισε.

Ο μπάρμπας χασκογελούσε κοιτώντας μας.

Ο πιτσιρικάς συνέχιζε να φτύνει καπνό προς την κυριούλα νούμερο δύο.

Εγώ προσπαθούσα να θυμηθώ το φύλο μου.

«Μπάρμπα μαζέψου. Θεία μπροστά σου.» έτεινε ο πιτσιρικάς που πρόλαβε και κάπνισε ολόκληρο το τσιγάρο του. Εκσφενδόνισε την γόπα προς τα πίσω.

Τα χάσματα των γενεών άρχισαν να εμφανίζονται ανάμεσα μας.

Ο μπάρμπας τον έδειξε με το δάχτυλο χωρίς να πει τίποτα.

Η κυριούλα νούμερο δύο που του τα είχε μαζεμένα από πριν, επενέβη.

«Θεία να πεις την μάνα σου ανάγωγε.»

Η κοπέλα ένιωσε την ανάγκη να τον υπερασπιστεί και μίλησε στην πλάτη μου.

«Καλά της είπε!»

Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Η κυριούλα μπροστά μου γύρισε και την κοίταξε.

Ένιωσα την ουρά να σφύζει από κορωνοϊό.

«Πρώτα φοράτε τα ξέκωλα και μετά διαμαρτύρεστε που σας κοιτάνε!»

Ο μετανάστης ξαναγύρισε και μας κοίταξε όλους, και ενώ η σειρά του πλησίαζε, σηκώθηκε κι έφυγε.

Η τρίτη κυριούλα, αυτή που ήταν μπροστά του, μπήκε στο κατάστημα. Μας έμειναν δύο κυριούλες.

Ο πιτσιρικάς πίσω της δεν κουνήθηκε καν.

«Πήγαινε πιο μπροστά!» του διαμαρτυρήθηκε η κυριούλα πίσω του.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά, χωρίς να μιλήσει και χωρίς να την κοιτάξει.

«Προχώρα μπροστά βρε!» συμφώνησε κι η κυριούλα μπροστά μου. «Τόση ώρα περιμένουμε»

Εκείνος απάντησε όπως και πριν.

Η κοπέλα πίσω μου γέλασε.

Εγώ τότε μόνο ένιωσα τα νεύρα μου να πάλλονται και το κεφάλι μου να καίει.

Ο μπάρμπας άδραξε την ευκαιρία.

«Προχώρα μπροστά ρε!» του είπε και συνέχισε να τον δείχνει με το δάχτυλο.

Ο πιτισιρικάς γύρισε και τον κοίταξε.

«Ρε;»

Ο μπάρμπας κατέβασε το δάχτυλο.

Εγώ ένιωθα το μέτωπο μου να βουίζει.

Η κοπέλα πίσω μου, μου μίλησε.

«Εσύ δεν θα πεις τίποτα;»

Γύρισα και της έγνεψα αρνητικά.

Την επόμενη στιγμή εκσφενδόνισα το κινητό μου, με μία βολή ακριβείας που πέτυχε τον μπάρμπα στο κεφάλι.

Ο μπάρμπας έπεσε κάτω πιάνοντας το κεφάλι του.

Η κυριούλα μπροστά μου, πήρε την τσάντα της στα χέρια και άρχισε να με κοπανάει.

Η άλλη κυριούλα άρχισε να φωνάζει.

«Ας καλέσει κάποιος την Αστυνομία! Τον σκότωσε!»

Ο μπάρμπας ήταν στα γόνατα και έξυνε το κεφάλι του.

Η κοπέλα γούρλωσε τα μάτια.

Ο πιτσιρικάς το ίδιο.

Οι υπάλληλοι βγήκανε από το μαγαζί και άρχισαν να κοιτούνε περίεργα.

Ένα λεωφορείο μας προσπέρασε και το αμάξι που το ακολουθούσε, σταμάτησε δίπλα στο πεζοδρόμιο. Ο συνοδηγός φώναξε από το παράθυρο.

«Είστε καλά κύριε;»

Ο μπάρμπας συνέχισε να τρίβει το κεφάλι του.

Απελευθερώθηκα από την κυριούλα, προχώρησα προς το μέρος του, άρπαξα το κινητό μου από το έδαφος, τον κλώτσησα στην πλάτη κι άρχισα να τρέχω προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ο μπάρμπας έπεσε με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο και μάλλον κάτι έσπασε.

Η κυριούλα νούμερο δύο άρχισε να ουρλιάζει.

Η κυριούλα νούμερο ένα την μιμήθηκε.

Ο πιτσιρικάς άρχισε να απομακρύνεται με βήματα προς τα πίσω.

Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι.

Η κοπέλα αδυνατούσε να μεταβολίσει όλα αυτά που συνέβαιναν. Γύρισε την πλάτη κι άρχισε να τρέχει κι αυτή.

Ο πιτσιρικάς αποφάσισε πως έπρεπε να τρέξουν μαζί.

Οι κυριούλες και οι υπάλληλοι του μαγαζιού μαζεύτηκαν γύρω από τον μπάρμπα.

Εγώ έτρεχα με όλη μου την δύναμη και στον δρόμο πέταξα το μπουφάν μου σε έναν κάδο.

Μπήκα σε ένα λεωφορείο που συμπτωματικά περνούσε από την στάση στην οποία είχα φτάσει τρέχοντας και χάθηκα προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ένα περιπολικό ερχόταν από την αντίθετη πλευρά, με αναμμένη την σειρήνα.

Έκατσα σε μία θέση και στέριωσα καλύτερα την μάσκα μου. Η οθόνη του κινητού μου είχε ραγίσει. Ψέματα. Το προστατευτικό τζαμάκι ήταν αυτό που ράγισε.

Στις απέναντι θέσεις, ένας μετανάστης άκουγε την ανάσα μου να μπαινοβγαίνει μανιασμένη.

«Έτρεχα να προλάβω το λεωφορείο» του είπα χωρίς να τον καλοκοιτάζω.

Ένευσε την συμφωνία του.

Άνοιξε την κατακόκκινη τσάντα του και μου έδωσε ένα μπουφάν.

«Θα κρυώσεις» μου είπε σε σπαστά ελληνικά.

Γύρισα και τον κοίταξα.

Τότε μόνο τον αναγνώρισα.

Εκείνος με είχε ήδη αναγνωρίσει.

Πήρα το μπουφάν και το φόρεσα κουμπώνοντας το μέχρι επάνω.

«Στην χώρα μου, έχουμε τέτοιες ουρές και μεγαλύτερες, για το νερό.»

Έμεινα να τον κοιτάω.

«Αλλά ποτέ μας δεν μαλώνουμε.»

Ένιωσα τόση πολλή αμηχανία, που απροειδοποίητα διέκοψα την συζήτηση μαζί του. Άνοιξα πάλι το facebook, όπου το βίντεο με το πεκινουά είχε μπει σε παύση. Πάτησα το play μην ξέροντας τίποτα καλύτερο να κάνω.

Ο μετανάστης αποδέχτηκε τις προθέσεις μου και γύρισε μπροστά του κλείνοντας την τσάντα του.

Στην επόμενη στάση κατέβηκα αφιονισμένος σαν να εξαρτιόταν από αυτό , όλη μου η ζωή.

Περπατούσα με το βλέμμα στο πεζοδρόμιο νιώθοντας το δικό του βλέμμα πάνω μου, μέχρι το λεωφορείο να απομακρυνθεί.

Και τότε μόνο ντράπηκα.

Άρχισα να προχωράω και πάλι προς άγνωστη κατεύθυνση.

Σκέφτηκα να πάρω ένα ταξί και να επιστρέψω έξω από το κατάστημα, αλλά δεν ήμουν βέβαιος για το αν θα γυρνούσα για να ζητήσω συγγνώμη ή για να τελειώσω αυτό που είχα ξεκινήσει.

Σταμάτησα ένα ταξί και μουρμούρισα την διεύθυνση του σπιτιού μου.

Και χάθηκα μέσα στους δρόμους της πόλης, που αν και ένιωθα πως την γνώριζα όσο τίποτα άλλο, κάθε μέρα μου αποδείκνυε ότι εγώ δεν ήξερα τίποτα για αυτή – και ίσως δεν θα μάθαινα και ποτέ – αλλά εκείνη ήδη ήξερε τα πάντα για μένα.

Concrete

Μια Ουρά

του Στρατηγού Χειμώνα