Σαν άναψε το εσπέριο άστρο ο ουρανός

κι άπλωσε τα μεγάλα του φτερά το σκότος,

σε μέρος βρέθηκες πνιγμένο απ' τη στενοκοπιά

κι από της γης της αφιλόξενης τις αναθυμιάσεις

που δίχως άχνα χύνονταν μέσα στον άδειο κόρφο σου.

 

Ανήξερα σου βρέθηκες μακριά, πολύ μακριά

από το πιο απόμακρο σημείο κάθε ελπίδας,

εκεί όπου το δέος είν' αβάσταχτο κι ασύλληπτο

για την καρδιά του ανθρώπου, για τον άνθρωπο.

Τις ώρες τούτες αφανίζονταν ο κόσμος στο μυαλό σου.

 

Κι αφού οι φίλοι που σ' αγάπησαν κοπιάσουνε,

με δάκρυα που θλίβουνε το φέγγος των ματιών τους,

ίσως να μην βιαστούν να φύγουνε αμέσως

τι το γλυκό αέρι και το φως κι η μυρωδιά της αγιοσύνης

μπορεί να τους κρατήσει για λίγο ακόμα εδώ,

που πλέον μόνον πλούσιο χορτάρι θα φυτρώνει.

cfa82c4bd20fc361038d4c1233c0ff09.jpg

Μια Κατοικία

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη