Έφτασαν στο κενό σταυροδρόμι, εξουθενωμένοι και κάτασπροι από συναισθήματα. Γύρω τους ορθώνονται κολοσσιαίες κίτρινες παπαρούνες, ψεύτικα λουλούδια που αντιπροσωπεύουν την υποκρισία τους και στις τρεις πεδιάδες· τον κόσμο που μοιράζονται με τα κορμιά τους, τον ανέκφανστο ιστό μέσα απ’ το πλαισιωμένο καλειδοσκόπιο που πιο πολύ τους χωρίζει παρά τους ενώνει και τον θόλό (θολό θόλο) όπου ο καθένας είναι άρχοντας και σκλάβος μαζί.

Ο ουρανός είναι γκρίζος, σαν την υγρή τέφρα απ’ τα νεκρά τους όνειρα που κυλάει πικρά στις φλέβες τους και στάζει απ’ τις πληγές τους. Το μονοπάτι κάτω απ' τα πόδια τους, μια σπιθαμή χώρος, χαράζει μια άσχημα όμορφη γραμμή στο μέλλον. Πίσω, η ανατολή φωτίζει με νοσταλγία τις πλάτες τους, τις μαστιγωμένες απ’ τους άγραφους κανόνες των πολιτισμών ενώ μπροστά, το Χάος, το Σκότος του εμπορευματοποιημένου κι ανύπαρκτου Θεού χάσκει σαν ανοιχτό στόμα φιλήδονης μηχανής που απλώς περιμένει τα υλικά για να δημιουργήσει το τίποτα.

Κι αυτοί οι δύο, ο Αδάμ με τα τρία πόδια και η Εύα με την καμπούρα, φριχτά ολόγυμνοι στην ερημιά του σύμπαντος, πρέπει να κάνουν ακόμα ένα βήμα, το τελευταίο τους στο ταξίδι της ζωής, την αναπόφευκτη μετάβαση απ’ την ύπαρξη στην ανυπαρξία. Μα, διστάζουν. Δεν θέλουν να φύγουν ακόμα. Ποιος άραγε θέλει; Ποιος λαχτάρα την λύτρωση της λήθης όταν ο μάταιος αγώνας τον καλεί να γευτεί ξανά χαρές και λύπες;

Εντούτοις, το παρελθόν θεριεύει ξαφνικά λίγο πριν το τέλος. Θύμησες της νιότης, επιτυχίες και λάθη, γνώσεις κι εμπειρίες γεμίζουν το ταλαιπωρημένο μυαλό, την ρίζα της ψυχής, και οι πρωτόπλαστοι αρχίζουν να αισθάνονται πάλι, ξαναζωντανεύουν τα περασμένα χρόνια και η φλόγα για επιβίωση δυναμώνει μέσα τους. Αρνούνται να προχωρήσουν.

Είναι αδύνατο όμως να γυρίσουν πίσω και μένουν εκεί, στάσιμοι στο χείλος του κοσμικού γκρεμού. Ο Κύριος (τους) φωνάζει, ωρύεται, χτυπιέται σαν τα αφρισμένα κύματα της φουρτούνας πάνω στο σάπιο καράβι. Τους προστάζει να κινηθούν μπροστά, να πέσουν και να χαθούν για πάντα. Αυτοί όμως επιμένουν. Δεν θέλουν να σβήσουν στο ίδιο σκοτάδι απ’ το οποίο προήλθαν. Κάνουν ό,τι μπορούν για να μείνουν όσο περισσότερο γίνεται μέσα στον βούρκο. Δεν το βλέπουν έτσι.

"Ζωή!" κραυγάζουν "Να ζήσουμε! Θέλουμε να ζήσουμε!"

Μα, ο Δυνάστης έχει άλλα σχέδια, τρομερά και φριχτά για 'κείνους. Τους κατακλύζει με επώδυνες αναμνήσεις, εφιάλτες επαναλαμβανόμενους και μαρμαρωμένα δάκρυα. Τους ωθεί στην παράνοια, στην εκμηδένιση εκ των έσω. Και τότε λυγίζουν. Κόβουν τις γλώσσες τους με τα δόντια, βγάζουν τα μάτια τους, γδέρνουν τα σώματα τους και ξεριζώνουν τα όργανα τους.

Πως είναι δυνατόν να τους τυραννάει κάτι που δεν υφίσταται; Μόνο αυτοί, εκείνοι σφυρηλατούν τα δεσμά τους και αυτο-αιχμαλωτίζονται. Πετούν τα κλειδιά στην άβυσσο της απροσδιοριστίας και της αμφιβολίας και μεμψιμοιρούν για την μοίρα τους. Ύβρις. Κομματιασμένοι και καταματωμένοι πέφτουν στο κενό. Αμέτρητοι θ’ ακολουθήσουν. Αμέτρητοι. Η επιθυμία (τους) εκπληρώθηκε.

Μηδέν

του Βασίλη Μέγα

© 2019 by Achilleas and Camilo