Παρατηρώ απ’ το μπαλκόνι μου τον κάδο των σκουπιδιών  στον απέναντι δρόμο και βουρκώνω... Έχω να πετάξω τα σκουπίδια δυο μέρες τώρα. Η γυναίκα μου μ’ έχει φάει. <<Ανεπρόκοπε, εσύ φταις για όλα, δεν σκέφτεσαι την υγεία των παιδιών μας;>>, μου επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία. Κι είναι κι αυτές οι κονσέρβες των ψαριών που είναι με το μέρος της. Βρωμάνε οι άτιμες, ζέχνουν. Εγώ φταίω! Εγώ φταίω που η εταιρεία της κινητής τηλεφωνίας δεν έχει σήμα απ’ την αρχή της καραντίνας, και δεν μπορώ να στείλω μήνυμα μετακίνησης, ένας Θεός ξέρει γιατί… Εγώ φταίω! Εγώ φταίω που ο εκτυπωτής ξέμεινε από μελάνια και δεν μπορώ να εκτυπώσω το έντυπο μετακίνησης… Εγώ φταίω! Η γυναίκα μου έχει δίκιο… 

   Θα τους δείξω όμως εγώ, θα τους την κάνω. Και της συζύγου μου και του συστήματος. Απόψε το βράδυ κιόλας… Θα ξεμυτίσω με μαύρη φόρμα, μαύρο καπέλο και μαύρη μάσκα, μετά τα μεσάνυχτα, ένα με τη νύχτα θα γίνω, θα μοιάζω αόρατος και θα τα πετάξω. Θα τα πετάξω τα ρημάδια τα σκουπίδια…  

   Μία το πρωί κι η γυναίκα μου κοιμάται στο διπλό κρεβάτι μας σαν το πουλάκι. Τα παιδιά μου στο δωμάτιό τους, επίσης. Ντύνομαι κατασκοπικά και κατεβαίνω τα σκαλιά της πολυκατοικίας αθόρυβα. Ξεμυτίζω σαν τον κλέφτη απ’ την κεντρική είσοδο, κρατώντας δυο μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών στα χέρια. Κοιτάζω αριστερά δεξιά τον δρόμο με απότομες κινήσεις του λαιμού, σαν τον κόκορα στο κοτέτσι. Δεν κινείται φύλλο. Όλα θεοσκότεινα. Περνάω απέναντι. Κάθε βήμα μου, μοιάζει αιώνας. Τα καταφέρνω. Πετάω την πρώτη σακούλα στον αλουμινένιο γκρι κάδο με το βυσσινί καπάκι. 

   Τώρα μένει η δεύτερη σακούλα. Αυτή με την ανακύκλωση. Ο μπλε κάδος βρίσκεται δέκα μέτρα παραπέρα. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Ξεκινάω. Κάθε βήμα μου μοιάζει ασήκωτο, λες κι έχω βαρίδια δεμένα στα πόδια. Παρόλα αυτά τα καταφέρνω κι αυτή τη φορά. Πετάω τη μαύρη σακούλα στον μπλε κάδο. Όλα καλά. Μια γλυκιά αίσθηση ανακούφισης με πλημμυρίζει. 

   Ξεκινάω προσεχτικά να περάσω ξανά απέναντι τον δρόμο, να επιστρέψω στην πολυκατοικία μου. Ένα χαμόγελο σαν μισοφέγγαρο έχει σχηματιστεί  στα χείλη μου. Και τότε, απρόσμενα, την ακούω… Μια σειρήνα! Μια σειρήνα απ’ το πουθενά, να διακόπτει τη σιωπή της νύχτας. Ένας θόρυβος έντονος, μονότονος, μακρόσυρτος, εκνευριστικός κι αστείος μαζί. Με πιάσανε, όλα τελείωσαν, σκέφτομαι. Νιώθω ήδη την τσέπη και την πιστωτική μου να πιάνουν πάτο, άδειες απ’ το πρόστιμο. 

    Σηκώνω αυθόρμητα τα χέρια μου ψηλά προς τον ουρανό.  <<Αθώος, Μετακίνηση Κάδος…>>, ουρλιάζω! 

 

Μετακίνηση Κάδος

του Μανόλη Κατεινά

© 2019 by Achilleas and Camilo