Άρπαξε τον αφρό ξυρίσματος και με κινήσεις πανικού, τον άπλωσε στην πυκνή του γενειάδα. Ανυπομονούσε να την ξεφορτωθεί. Να αντικρύσει στον καθρέφτη το αληθινό του πρόσωπο. Αυτή η καταραμένη γενειάδα, ήταν σαν μουτσούνα με τρίχες. Πώς δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα... σκεφτόταν όσο έσπαγε απανωτά, μερικά ξυραφάκια BIC, απο τις μανιασμένες του κινήσεις.

 

-Επιτέλους θα ξαναβρώ τη φάτσα μου, μουρμούριζε με τα χείλη σφιγμένα. Μόλις ξεφορτώθηκε την τρίχινη μουτσούνα, έμεινε μπροστά στον καθρέφτη να παρατηρεί το πρόσωπο. Ποιό πρόσωπο; Αυτό το πρόσωπο του ήταν άγνωστο. Εκτός απο τα μάτια, τα φρύδια, το κούτελο, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει κανένα απο τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που το συνέθεταν. Μύτη, στόμα, πηγούνι, μάγουλα έμοιαζαν όλα με παραπλανητικά στοιχεία, φυτεμένα σε σκηνή εγκλήματος. Μη αναγνωρίσιμα στοιχεία.

 

Αμέσως μετά, ξεδίπλωσε και φόρεσε μια μάσκα καινούργια. Όλα γύρισαν στην κανονικότητα. Ανακουφίστηκε. Επιτέλους με την μάσκα, αναγνώριζε και πάλι το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Ναί, τώρα ήταν σίγουρος.

 

-Εσύ είσαι Μάνο μου! Εσύ εαυτέ μου, είπε φωναχτά στο μασκοφορεμένο πρόσωπο του καθρέφτη, κοιτάζοντας ολόισια στα μάτια. Τί σύγχυση κι αυτή πρωϊνιάτικα. Παραλίγο και θα το είχε πάθει το εγκεφαλικό. Λές να έφταιγε αυτός ο εφιάλτης που τον ξύπνησε? Είχε δεί, λέει, πως περπατούσε στους δρόμους και ξαφνικά συνειδητοποίησε οτι δεν φορούσε μάσκα. Αρχισε να πανικοβάλεται. Έψαξε όλες του τις τσέπες και μάσκα δεν βρήκε. Αγωνία και φόβος τον πλυμμήρισαν κι άρχισε να τρέχει, μ’εκείνο το τρέξιμο που πρωταγωνιστεί στους εφιάλτες. Σηκώνεις το ένα πόδι, μετά το άλλο κι όλο στο ίδιο μέρος βρίσκεσαι. Ιδρώνεις από την προσπάθεια, αλλά μένεις ακίνητος. Είχε κρύψει το στόμα του με τις παλάμες του κι όλο προσπαθούσε να τρέξει, ώσπου ξαφνικά αλλάζει το σκηνικό και βρίσκεται μέσα σ’ενα τατουατζίδικο. Κόσμος πολύς και διάφοροι ζωγραφισμένοι τύποι χτύπαγαν τατουάζ στα πρόσωπα των ανθρώπων. Ζωγράφιζαν μάσκες πάνω στο δέρμα.

 

Ξύπνησε αλαφιασμένος, με μιά έντονη επιθυμία να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Έτσι αποφάσισε να ξεφορτωθεί το μούσι. Τόσα χρόνια με την μάσκα, είχε πια ξεχάσει να ξυρίζεται. Τζάμπα κόπος. Αφού μέτρησε ξανά τα κουτιά με τις μάσκες, που ήταν στιβαγμένα, πάνω στα ράφια, αποφάσισε να πάει ν’αγοράσει μερικά ακόμη για σιγουρια. Πρίν βγει, κοντοστάθηκε ένα δευτερόλεπτο, να ευχαριστήσει τον καθρέφτη, γι άυτήν την σπουδαία διαπίστωση που του είχε χάρισει και σήμερα...

 

Όταν φοράς την μάσκα, είσαι εσύ. Ο Μάνος! Χωρίς την μάσκα είσαι ένα αντικείμενο αγνώστου ταυτότητος. Όλγα Δημοπούλου

Concrete
GettyImages-1209443858-1024x683.jpg

Μετά-Κόβιντ Εποχή

της Όλγας Δημοπούλου