Άκρα του τάφου σιωπή.

Κι έπειτα αναδύθηκε μουσκεμένη.

Υγρό χώμα από τον πάτο, σκουρόχρωμα και τραχιά φύκια, μικρά γήινα κοχύλια και κάθε λογής βότσαλα, μπλεγμένα στα μαλλιά της και μπερδεμένα με το αέρινο φουστάνι της, που τώρα κολλούσε σαν δεύτερο και πολυφορεμένο δέρμα, πάνω στο ταλαιπωρημένο της σαρκίο. Ατημέλητη και γοητευτική σαν την αυθεντικότητα. Σαν να πέρασαν από πάνω της ολόκληροι αιώνες σιωπής και απραξίας που όμως την επιβεβαίωσαν . Αιώνες βαθιάς ανυπαρξίας, που τελικά γίνανε εισιτήριο.

Κανείς δεν ήξερε πως ξεκόλλησε από τον πάτο και πως κατάφερε κι έσπασε τον αποκλεισμό των πλοίων.

Περπάτησε ως τα ρηχά. Τα βήμα της ήταν ασυγχρόνιστο μα σίγουρο. Βήμα γυναίκας που κουράστηκε να μην υπάρχει και να παίρνει λίγη πρόσκαιρη ζωή από τα βιβλία και τους θρύλους, μα τώρα ψάχνει το μέλλον της. Αβέβαιη ακόμα, μα με την τελική απόφαση της ύπαρξης, να σχηματίζει αόρατους ομόκεντρους κύκλους, που άνοιγαν σταδιακά γύρω από το μουσκεμένο της κεφάλι.

Και μετά, η τρισχιλιόχρονη απορία.

«Που ανήκω; Στη στεριά ή στην θάλασσα;» ή καλύτερα «Που ανήκω περισσότερο;»

Κοίταξε το σακούλι που έσφιγγε στην παλάμη της και στράγγιζε από το νερό. Το σημαντικότερο της δώρο.

Ένας μικρός κόκκος της ιστορίας της, περιφερόταν ξυπόλητος στην ακρογιαλιά. Ένα βρώμικο παιδί, με άδειο βλέμμα, αδύνατο, την παρατήρησε. Δεν την γνώρισε. Τον τελευταίο καιρό όλο και λιγότεροι την αναγνωρίζουν κι ας την βλέπουν κάθε βράδυ στον ύπνο τους κι ας μιλάνε όλη μέρα για αυτή. Κι ας οπλίζουν για χάρη της, το καρυοφύλλι τους. Το ταλαιπωρημένο παιδί αν θα μεγάλωνε είτε θα την λάτρευε με πάθος είτε θα την μισούσε. Ποτέ, κανείς, κάτι ενδιάμεσο.

Κι εκείνη κοίταξε το παιδί και κατάλαβε αμέσως πως της έμοιαζε. Αμυδρά. Κάτι στο βλέμμα του παιδιού, κάτι στον τρόπο που έσκυβε για να μαζέψει θαλασσόξυλα, ίσως πάλι κάτι στην συγκρατημένη οργή που φύτρωνε μέσα του, καθώς κοίταζε τον στόλο με τα πλοία, εκεί που η θάλασσα απλωνόταν για να ξεκουραστεί στην άκρη του ορίζοντα. Κάτι από όλα αυτά, την έκανε να ανατριχιάσει κάτω από το μουσκεμένο της φόρεμα. Και την ζωντάνεψε λίγο περισσότερο.

Το παιδί κοντοστάθηκε και ξαφνικά πέταξε με μίσος και απόγνωση, προς τα πλοία το θαλασσόξυλο που μάζεψε. Μπορεί να φοβήθηκε ή από ανεξερεύνητο ένστικτο , από μια θολή αλλά ακατανίκητη παρόρμηση.

Εκείνη είδε το ξύλο να διαγράφει έναν κύκλο στον αέρα κι έπειτα να προσγειώνεται εκεί που καταλήγουν τα κύματα, με έναν ανεπαίσθητο, σχεδόν βουβό παφλασμό.

Και στον παφλασμό αυτό, άκουσε μονομιάς όλη την ιστορία της. Μόνο εκείνη. Τον ήχο που σεργιανάει με θόρυβο από το αρχαίο μονοπάτι, σαν κάρο σε λιθόστρωτο σοκάκι, τον ήχο της δόξας και του θανάτου, που προχωράει μέχρι το «άργησες» για να ξαποστάσει στο τώρα του ξυπόλητου παιδιού και να τραβήξει με βέβαιο, ορμητικό βήμα προς το πάντα.

Το παιδί σήκωσε το δάχτυλο του προς τα πλοία. Και την επόμενη στιγμή της γύρισε την πλάτη κι άρχισε να τρέχει μακριά της. Η ακυβέρνητη άμμος πεταγόταν σε κάθε του δρασκελιά. Όταν έφτασε μακριά, ξαναγύρισε το θλιμμένο πρόσωπο του προς το μέρος της. Η παράδοξη γλύκα του ηλιοβασιλέματος, η τόσο παράταιρη με την πολιορκημένη πραγματικότητα, έκανε τα μπλεγμένα της μαλλιά να μοιάζουν με βελούδο και την πελιδνή επιδερμίδα της, μεταξένια. Ακόμα και το ταλαιπωρημένο της κορμί, τώρα έμοιαζε πιο ρωμαλέο.

Τα πλοία στο βάθος, προς στιγμήν έμοιασαν με ξύλινα παιχνίδια. Με αχρείαστη σκηνοθετική προσθήκη, στο τέλειο σκηνικό του ορίζοντα.

«Πόσο χρονών είσαι;» την ρώτησε. «Εγώ είμαι 12!».

Η θαλασσογυναίκα κοίταξε τον ήλιο να χάνεται στην δύση. Ένιωσε το νερό να της αγκαλιάζει στοργικά τα πόδια λες και την καλωσόριζε , μα τον λαιμό της ξερό. Στο βλέμμα της στιγμιαία αντιφέγγισε κάτι από την πείνα των πολιορκημένων.

«Σήμερα γίνομαι αιώνια.» απάντησε με φωνή παράταιρη για την εικόνα της κι έσφιξε το σακούλι με τους σπόρους, πιο σφιχτά στην παλάμη. Θαρρείς πως ήταν έτοιμη να το συνθλίψει με μία δύναμη αδικαιολόγητη για γυναίκα που μόλις αναδύθηκε από βαθύ θαλάσσιο ύπνο, χωρίς όνειρα.

Το παιδί συνοφρυώθηκε. «Λες ψέματα!» της αντιγύρισε.

«Όλες μας» του αποκρίθηκε και γύρισε την πλάτη στην ακροθαλασσιά. Γέμισε με αέρα τα πνευμόνια της, που μόλις είχαν αδειάσει από το υφάλμυρο νερό και βρυχήθηκε στην θέα των πλοίων, με τον απόκοσμο τρόπο που μόνο μια πνιγμένη γυναίκα μπορεί να το κάνει. Άρχισε να κινείται προς τα μέσα λες και ξαφνικά αποφάσισε να τα βάλει μόνη της με όλο τον στόλο των πολιορκητών.

«Που πας; Θα σε σκοτώσουν οι Αγαρηνοί!» Η φωνή του παιδιού πρόδιδε φόβο αλλά και κρυφό θαυμασμό.

Εκείνη έκανε πως δεν το άκουσε και συνέχισε. Οι φωνές του παιδιού έφταναν στα αυτιά της σαν κλάμα μωρού που ζητάει την προσοχή της. Τώρα το νερό έφτανε μέχρι τους μηρούς της.

«Γιατί βγήκες μέχρι έξω αν ήταν να ξαναμπείς και να σε σκοτώσουν;» Το παιδί επέμεινε. Ίσως να ήταν στα γονίδια του.

«Άλλωστε…» έδειξε προς στιγμήν να διστάζει.

«… σε χρειαζόμαστε.» είπε με ραγισμένη παραδοχή.

Εκείνη σταμάτησε το θαλασσινό βήμα της και γύρισε αργά προς το ηλιοβασίλεμα. Και τότε, χωρίς να κοιτάει το αδύνατο παιδί, ξεκίνησε να μιλάει με την πιο δυνατή και συνάμα πιο γλυκιά φωνή, που μοιάζει ανεξήγητα οικεία στα αυτιά όλων των ανθρώπων.

«Έρχομαι…

Έρχομαι από το πάντα, για να φτάσω ως το ποτέ.

Ζω από τις μνήμες και τους πόθους. Είμαι ένα παραμύθι που νανουρίζει τους μελλοντικούς πολεμιστές, είμαι ένα ζεστό πανωφόρι που προστατεύει τους αγρότες από το κρύο. Είμαι οι πέτρες, τα βουνά και τα ποτάμια ανάμεσα τους και η θάλασσα. Είμαι κάθε τι που είδατε, στην ζωή σας και υπάρχω μέσα σε όλα.»

Το παιδί έδειχνε να μην καταλαβαίνει.

«Κάθε φορά που θα με εγκαταλείπετε, θα δραπετεύω από την αρχαία μοίρα μου για να σας θυμίσω το τώρα σας. Χωρίς εμένα δεν θα υπάρξει καμία βεβαιότητα. Καμία αυγή δεν θα χαράξει και κανένας ανοιχτός ουρανός δεν θα περιμένει καρτερικά από πάνω σας, να τον κατακτήσετε.»

Το παιδί κατάλαβε. Μειδίασε και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

«Μην έρθεις σε εμένα. Ήρθα εγώ σε εσάς κι αυτό είναι που μετράει. Τρέξε να τους πεις πως γύρισα.

Σήμερα που ξαναγεννήθηκα ας μπλέξει η άμμος με τα σύννεφα, ας σμίξει ο αέρας με τις σκέψεις, ας ουρλιάξει ο αρχαίος ήχος μέσα στο αίμα. Ας γίνετε αερικά.

Σήμερα, για μια και μοναδική φορά, επέστρεψα για να χαρώ τις δυνάμεις του σύμπαντος που με δημιούργησαν και να σας μπολιάσω με αυτές. Για να γίνετε πλάσματα ονειρικά και άυλα που περνάνε μέσα από τα τείχη, που πετούν πάνω από τα σπαθιά, παίρνουν φωτιά κι εξαφανίζονται, που κοροϊδεύουνε τα βόλια.

Πλάσματα που δεν πεινούν.

Σήμερα γεννιέμαι ξανά. Και κάθε σήμερα θα πεθαίνω, για να γίνομαι χίλιες φορές το πάντα.»

Πέταξε με δύναμη το σακούλι με τους σπόρους κι εκείνο προσγειώθηκε στην ακροθαλασσιά.

«Σήμερα καταδικάζεστε σε θάνατο για το προπατορικό αμάρτημα της ελευθερίας, μα θα αθωώνεστε αιώνια.»

Στο τελευταίο φως του σημερινού πολιορκημένου ήλιου, στην τελευταία υποψία ημέρας πριν την δύση, το παιδί την είδε να αργοβυθίζεται με κινήσεις φυσικές, με κινήσεις που έδειχναν μεθοδικότητα κι αποστολή. Να γίνεται υγρή και να διασκορπίζεται. Να συμπληρώνει το τοπίο και να επιστρέφει στον θαλάσσιο της θρόνο. Τα πυκνά μαλλιά της φάνηκαν να επιπλέουν σαν παράξενα ψάρια, στην γαλήνια λιμνοθάλασσα. Στην δική της θάλασσα. Και στην δική του.

Το παιδί περπάτησε αργά μέχρι την ακροθαλασσιά . Τσαλαβούτησε στα νερά με γυμνά πόδια κι άφησε το λιγοστό αεράκι να του δροσίσει το πρόσωπο και να του παρηγορήσει την πείνα. Έσκυψε και πήρε το βρεγμένο γαλάζιο σακούλι με τους πάλλευκους σπόρους και κοίταξε τα πλοία αποφασιστικά.

Κι έτρεξε πίσω, προς τους πολιορκημένους, όπως δεν είχε ξανατρέξει μέχρι σήμερα.

Με την άγουρη παιδική φωνή του, που τώρα έμοιαζε με ιαχή πολέμου, με τις παιδιάστικες κινήσεις του, που τώρα έμοιαζαν με ιδιόμορφο πολεμικό χορό και με το θράσος της αφοβιάς του, το θράσος που έβγαινε κατευθείαν μέσα από τα κύτταρα του σαν παραζάλη, ούρλιαξε ανάμεσα στους δρόμους της πολιορκημένης πόλης που υπέφερε, της πόλης που φοβόταν , που πεινούσε και ζήλευε τα πουλιά, της πόλης που θα γινόταν το κεφαλαίο «Ε» και κάθε κραυγή για την ελευθερία που δεν μπορούσε παρά να έρθει.

«Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει»

Φώναξε σε χίλιες γλώσσες.

Στο άκουσμα της κραυγής του παιδιού , τα γιαταγάνια έλαμψαν στα θηκάρια τους.

Τα μάτια των πολιορκημένων που τα μαύρισε η πείνα, αυτά τα πελώρια φεγγαρένια μάτια, που ποτέ δεν χόρτασαν το φως, τώρα μισόκλεισαν σαν να προσπαθούσαν να δούνε καλύτερα. Γιατί κατάλαβαν πως σύντομα θα κοιτούσαν κατάματα την αιωνιότητα, με τον τρόπο που την κοιτάζουν μόνο όσοι πραγματικά την αξίζουν. Τα χέρια τυλίχτηκαν σαν φίδια γύρω από τα αβαρή τουφέκια, γιατί ποτέ δεν μάθανε αλλιώς.

Ο Απρίλης σταμάτησε τον χορό του κι ο Έρωτας έπαψε να γελάει.

Η τρισχιλιόχρονη απορία λύθηκε.

«Ανήκω στην στεριά, στην θάλασσα. Από τώρα και στο εξής, Ελλάδα θα είναι, οπουδήποτε οι άνθρωποι θα συγκρίνουν την ζωή με την ελευθερία. Μα σε αυτήν την αιώνια λιμνοθάλασσα θα βρίσκεται, για πάντα, η γενέτειρα μου.»

Κι η πεινασμένη Ιερή Πόλη, με τα πολιορκημένα σώματα και με τα ελεύθερα φαντάσματα, η πόλη των ανθρώπων που ανέπνεαν νεκροί και των πολεμιστών που σφυρηλάτησαν την πείνα για να την κάνουν όπλο, φόρεσε τα βαφτιστικά της για να ραγίσει τον χρόνο και να παραστεί στην κηδεία της.

Η τελευταία ανάσα των ανθρώπων ακούστηκε σαν κρότος που τάραξε τα ήσυχα νερά της λιμνοθάλασσας.

Η Πόλη με τα ολοζώντανα αγάλματα που πολεμούσαν σαν άνθρωποι, έδωσε ένα σάλτο κι υψώθηκε στους ουρανούς σαν ανοιξιάτικο, μεθυσμένο αστέρι. Στο γαλήνιο ηλιοβασίλεμα, που σε τίποτα δεν μαρτυρούσε την γέννηση της ιστορίας.

Η μόνη πόλη που μέτρησε με βια την Γη, έλαμψε για να γίνει μύθος.

Απ’ άκρη σ’ άκρη της αμήχανης οικουμένης.

Concrete

Μεσολόγγι

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo