«Την μυρωδιά την συνηθίζεις.» αποφάσισε και έσμιξε τα φρύδια λες και ξαφνικά θύμωσε. «Και μάλιστα πιο γρήγορα από όσο πιστεύει ο πολύς κόσμος.»

Ο Φάνης έσμιγε τα φρύδια κάθε φορά που ήταν απόλυτα σίγουρος για κάτι. Αυτές τις στιγμές, είχε δίκιο.

«Συνηθίζεις και τις ατελείωτες στάσεις, και τα ανέβα – κατέβα στο φορτηγό, και τα χοντρά γάντια και τους ασήκωτους κάδους με τα χαλασμένα ροδάκια.»

Ξανάσμιξε τα φρύδια σε επιβεβαίωση.

« Συνηθίζεις μέχρι και τους μαλάκες, τους ελληναράδες οδηγούς που παρκάρουν μπροστά από τους κάδους  και σαν να μην συμβαίνει τίποτα, πηγαίνουν και πέφτουν για ύπνο ενώ ξέρουν ότι τα χαράματα, όσο αυτοί θα ροχαλίζουν, ένας σκουπιδιάρης δεν θα μπορεί να κάνει την δουλειά του και θα ρίχνει χριστοπαναγίες.»

«Γιατί δεν φωνάζετε την Τροχαία να τους σηκώσει;» τον ρώτησε κάποιος.

Ο Φάνης αναστέναξε.

«Μέχρι να έρθει η Τροχαία, θα έχει ξημερώσει. Κι εγώ πρέπει να έχω αδειάσει όλους τους κάδους μέχρι τις 7.» είπε με σταθερή φωνή.

Ο «κάποιος» συμφώνησε αθόρυβα.

«Μπορείς να συνηθίσεις ακόμα και το πρωινό ξύπνημα και τον καύσωνα και το καυσαέριο.»

Τώρα δεν έσμιξε τα φρύδια του. Αρκέστηκε στο να δαγκώσει ελαφρά το κάτω χείλος του.

«Αυτά τα συνηθίζεις τελευταία βέβαια και με κόπο. Αλλά τα συνηθίζεις.»

«Και τι δεν συνηθίζεις;» ξαναρώτησε κάποιος.

Ο  Φάνης έβγαλε με τα χοντρά του δάχτυλα ένα χαρτάκι  μέσα από την θήκη του κι ετοιμάστηκε να βγάλει και λίγο καπνό.

«Τα μούτρα του…» ψιθύρισε.

. . .

Δευτέρα δημοτικού.

Τετάρτη.

Αρχές Οκτωβρίου.

Καινούρια δασκάλα με καινούριους μαθητές.

Ωρολόγιο πρόγραμμα: Γλώσσα – Γλώσσα – Μαθηματικά – Εμείς κι ο Κόσμος – Γυμναστική.

5ωρό.

Περίπου στα μέσα της δεύτερης ώρας.

Σκέφτομαι και γράφω.

(Χρόνια τώρα, χωρίς μεγάλη επιτυχία)

Σήμερα θα γράψουμε έκθεση με θέμα: «Τι δουλειά κάνει ο πατέρας μου».

Όσων παιδιών ο πατέρας δεν κάνει κάποια δουλειά, ας γράψουν για την μητέρα.

Αν και η μητέρα είναι θύμα της κρίσης, ας γράψουν τι δουλειά θα ήθελαν  να κάνει ο πατέρας τους και γιατί.

Εικοσιτέσσερα επτάχρονα παιδιά.

Τρεις σειρές από οχτώ θρανία.

Προτελευταίο θρανίο της τέρμα δεξιά σειράς, κολλητά με τον τοίχο .

Στην μία καρέκλα ο Θανάσης και στην δίπλα ακριβώς ο Δημήτρης, γνωστός και ως Μίμης ή και Μιμάκος.

Γιος ενός κάποιου Φάνη και μίας κάποιας Μερόπης.

Μόνιμοι κάτοικοι κάποιας Νίκαιας.

Εγγόνια προσφύγων από την Σμύρνη.

Η μια γιαγιά διάβαζε τον καφέ, έριχνε τα χαρτιά, μάτιαζε. Η άλλη όχι και τόσο.

Οι παππούδες ίδρωναν στις οικοδομές και στις πορείες του ΕΑΜ.

Το δισέγγονο τώρα δαγκώνει το κάτω χείλος του.

Το κάνει συχνά όταν στρεσάρεται.

Παλιότερα έσμιγε τα φρύδια λες και θύμωνε. Μέχρι που ένα απόγευμα, κάποιος Φάνης του είπε να σμίγει τα φρύδια του, μόνο όταν είναι σίγουρος για κάτι.

Σπρώχνει λίγο τον τοίχο με τον ώμο μπας και δημιουργήσει εκείνη την μυστική μαγική πόρτα, για την οποία του μιλούσε τα βράδια μέχρι να αποκοιμηθεί, κάποια γιαγιά, κόρη προγιαγιάς  από την Σμύρνη, που διάβαζε τον καφέ και τα χαρτιά και μάτιαζε.  

Μα οι μυστικές μαγικές  πόρτες,  δεν συχνάζουν στην Νίκαια.

Η Νίκαια έχει μόνο εργάτες και οι εργάτες είναι αρκετά απασχολημένοι με το να φτιάχνουν κανονικές πόρτες, και παράθυρα, και οικοδομές, και κουφώματα, και πλακάκια.

Και να μαζεύουν σκουπίδια.

Που χρόνος και όρεξη για μυστικές μαγικές πόρτες;

Ο τοίχος παρέμεινε στην θέση του, όσο και να τον έσπρωχνε ο Μιμάκος.

Η γιαγιά δεν ήξερε τι έλεγε.

Η προγιαγιά μόνο το φλιτζάνι ήξερε να διαβάζει.

Ο Μιμάκος σχημάτισε με το δάχτυλο του στον τραχύ τοίχο,  ένα περίγραμμα πόρτας κι άρχισε να το κοιτάει με κάτι που ίσως και να ήταν προσήλωση.

Παιδική όμως.

Και πάλι τζίφος.

Κάποιος Φάνης και κάποια Μερόπη, γέννησαν ένα φυσιολογικό παιδί και όχι έναν υποψήφιο του Χόγκουαρτς.

Το δισέγγονο ούτε να ματιάσει δεν μπορούσε.

Δυστυχώς.

Δεν υπάρχει διαφυγή.

Ο τοίχος συνέχισε να παραμένει τοίχος κι ο αμήχανος Μιμάκος άνοιξε απρόθυμα το μπλε τετράδιο του  - από τα φτηνά - για να γράψει για την βρωμοδουλειά του πατέρα του.

. . .

Ο Φάνης σάλιωσε το χαρτάκι του και με επιδεξιότητα έμπειρου καπνιστή, έφτιαξε ένα άψογο στριφτό. Το χτύπησε ελαφρά στο τραπέζι. Αρκετές φορές. «Για να κατέβει ο καπνός». Του είχε μείνει η συνήθεια από τότε που κάπνιζε βιομηχανικά.

Δεν το άναψε όμως.

«Δεν συνηθίζονται με τίποτα τα μούτρα του γιου σου, κάθε φορά που τον ρωτάνε τι δουλειά κάνει ο πατέρας του.»

Όλοι οι κάποιοι του καφενείου, γίνανε μονομιάς σκεφτικοί.

«Με τίποτα.» μονολόγησε ο Φάνης.

Και άναψε το τσιγάρο του.

. . .

«Μίμη! Θα μας διαβάσεις κι εσύ;»

Είκοσι δύο κεφάλια γύρισαν προς το μέρος του. Πλην του κεφαλιού του Θανάση που καθόταν δίπλα του.

Το πόδι του Φάνη, κάτω από το θρανίο, κλώτσησε ελαφριά τον τοίχο δίπλα του.

Μπορεί να είναι αργά για μυστική μαγική πόρτα, αλλά ίσως να μην είναι αργά  για μυστικό μαγικό τούνελ.

Έστω.

Κι ας μην έχει μιλήσει για αυτό κάποια γιαγιά, μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.

Ο Μίμης σώπασε.

«Μίμη;» επανέλαβε η δασκάλα.  «Έχεις γράψει κάτι;»

Ο Μίμης κούνησε το κεφάλι.

Είχε γράψει.

«Και γιατί δεν μας το διαβάζεις;» αναρωτήθηκε η δασκάλα και σηκώθηκε από το θρανίο. Με σίγουρα βήματα – ο Μίμης θα ορκιζόταν ότι ήταν στην ίδια συχνότητα με τους χτύπους της καρδιά του – πλησίασε προς την παραμεθόριο της τάξης.

Την τρίτη σειρά δεξιά και το προτελευταίο θρανίο. Το κολλητό με τον τοίχο.

Εδώ ο αέρας είναι λίγο πιο βαρύς από ότι στην υπόλοιπη τάξη.

Ίσως να φταίει κι η δουλειά του μπαμπά του Μίμη.

Κάποιου Φάνη σκουπιδιάρη.

Ο Θανάσης δίπλα του, σηκώθηκε απότομα όρθιος.

«Κυρία να πάω τουαλέτα;»

«Να κάτσεις εκεί που κάθεσαι. Μίμη; Πες μας τι έγραψες;»

Ρωτούσε καλοσυνάτα, αλλά με σιδερένια, καλοσυνάτη αποφασιστικότητα.

«Εγώ κυρία… δεν…» ψέλλισε.

Κλώτσησε ξανά τον τοίχο  με τα πλάγια του παπουτσιού του.

«Δεν έγραψες;» ρώτησε κάποια κυρία.

«Κυρία θα κατουρηθώ!» φώναξε ο Θανάσης με - ίσως και - προσποιητή απόγνωση.

Γέλια μέσα στην τάξη.

«Κρατήσου Θανάση. Ξέρω ότι μπορείς. Μίμη για να δω τι έγραψες.» είπε και άπλωσε το χέρι για να πάρει το φτηνό μπλε τετράδιο από μπροστά του.

Ο Μίμης σταύρωσε τα χέρια και έσμιξε τα φρύδια του με όλη του την δύναμη. Συνέχισε να κλωτσάει τον τοίχο κάτω από το θρανίο. Με μανία.

Κάποιος μπαμπάς Φάνης, καλά θα κάνει να αλλάξει δουλειά προτού δίνει συμβουλές για το πότε πρέπει να σμίγουμε τα φρύδια μας και πότε όχι.

Η δασκάλα πήρε το τετράδιο στα χέρια της και κοίταξε τι είχε γράψει ο γιος κάποιου Φάνη -σκουπιδιάρη και κάποιας Μερόπης - οικιακά.

«Ο μπαμπάς μου είναι σκουπιδ….»

«Κυρία κατουρήθηκα!» αποφάσισε ο Θανάσης.

 Ένα διαφανές υγρό είχε μουσκέψει το παντελόνι του και τώρα έσταζε από την σχολική καρέκλα στο πάτωμα.

Εικοσιδύο επτάχρονα σώματα σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους και εικοσιδύο επτάχρονα στόματα άρχισαν να γελάνε υστερικά, την ίδια ώρα που ισάριθμα δάχτυλα έδειχναν το εικοστό τρίτο με το ολοκαίνουριο πρόβλημα ακράτειας.    

Το εικοστό τέταρτο σταμάτησε να κλωτσάει τον τοίχο. Δεν υπήρχε πια λόγος.

Η δασκάλα άφησε άτσαλα το μπλε τετράδιο στο θρανίο και άρπαξε τον Θανάση από το χέρι.  Έξαλλη.

Ο Μιμάκος άρχισε να βυθίζεται. Το δισέγγονο.

Μέσα σε χλαπαταγή από παιδικές φωνές  η δασκάλα τραβολόγησε τον Θανάση μέχρι την ψηλή πόρτα της τάξης , για να τον οδηγήσει στην τουαλέτα.

Εικοσιδύο επτάχρονα παιδιά έμειναν μόνα τους μέσα στην τάξη, κι άρχισαν να τρέχουν γύρω από τα θρανία, να πετάνε μολύβια και γόμες το ένα στο άλλο, να σπρώχνονται και να ξεσαλώνουν. 

Μαγικό τούνελ

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo