«Μόνο η άρχουσα τάξη, βιομήχανοι, τραπεζίτες και χρηματιστές, μεγαλοϊδιοκτήτες εμπορικών αλυσίδων, ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων, όλοι αυτοί που ξεζουμίζοντας την εργατική τάξη, ζουν ασφαλισμένοι πίσω από τους ψηλούς τοίχους των επαύλεων τους, αλλά και οι καλά φρουρούμενοι από την αστυνομία πολιτειακοί και πολιτικοί παράγοντες, οι μεγαλοδημοσιογράφοι κι οι λοιποί παρατρεχάμενοι λακέδες του παρασιτισμού, μόνο αυτοί καταφέρνουν να γλυτώνουν από τα νύχια των «Χρυσοδάκτυλων» -προς το παρόν τουλάχιστον. Οι θρασύδειλοι τρομοκράτες, μόνο τον ανυπεράσπιστο κόσμο της βιοπάλης πιλατεύουν σε αγαστή, έστω και ακούσια, συνεργασία με τα λούμπεν στοιχεία που αναπαράγει αδιάλειπτα το χρεοκοπημένο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, το οποίο...»

 

Πήρα το τηλεχειριστήριο κι έσβησα την τηλεόραση. Η σιωπή που ακολούθησε, αισθάνθηκα να δρα ευεργετικά στον κατατραυματισμένο ψυχισμό μου.

 

Αλήθεια, θυμάστε πόσο γλυκιά ήταν η ζωή μας τότε που ξυπνούσαμε κι η πρώτη δουλειά του καθενός μας, ήταν ν’ αδράξει και να φορέσει την προσωπίδα του; Τι υπέροχη, η δροσερή αίσθηση της μουτσούνας στα πρόσωπά μας, που μας επέτρεπε να βγαίνουμε στον έξω κόσμο, κακοπληρωμένοι, αλλά χαμογελαστοί υπάλληλοι, στριμωγμένοι, αλλά ευχάριτες σύζυγοι ή γονιοί, φαινομενικά άξιοι άνθρωποι, ρωμαλέοι στυλοβάτες της κοινωνίας μας...

 

Τι φρίκη, αυτός ο νέος μας κόσμος! Η απόλυτη δυστοπία! Η θωριά των συνανθρώπων στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα μαγαζιά, αλλά πρωτίστως η θέα ενός απογυμνωμένου προσώπου μπροστά στον καθρέφτη, είναι σκέτος εφιάλτης· ποιος θα διαφωνούσε!

 

Ζούσαμε με τη σύζυγό μου, την Ευγενία, μιαν αρμονική, καλοβαλμένη ζωή. Παιδιά δεν είχαμε, επειδή δεν τα θέλαμε. Τόσα δισεκατομμύρια πάνω στον πλανήτη, φτάνουν και περισσεύουν, λέγαμε ομόθυμα. Σχεδόν σ’ όλα συμφωνούσαμε, οι δυο μας· κι αν είχαμε και κάποιες διαφορές, βρίσκαμε τρόπους να τις γεφυρώνουμε. Κοντολογίς, ήμασταν ένα ευτυχισμένο, ταιριαστό ζευγάρι, μέχρι εκείνη την αποφράδα μέρα που αγουροξυπνημένοι, σταθήκαμε αντικριστά, χωρίς τις προσωπίδες μας.

 

Συγκαταλεγόμαστε ανάμεσα στα πρώτα θύματα των κακούργων, ίσως εξαιτίας της συνήθειας που είχαμε να κοιμόμαστε, χειμώνα- καλοκαίρι, με τα παράθυρα ανοιχτά. Εκείνη τη νύχτα, φαίνεται ότι οι τρομοκράτες γλίστρησαν αθόρυβα μέσα στο υπνοδωμάτιό μας, αποστερώντας μας από το πολυτιμότερο αγαθό μας.

 

Αξέχαστη θα μου μείνει και θα με κυνηγά ως τον τάφο η ανάμνηση εκείνου του φθινοπωρινού πρωινού που άνοιξα τα μάτια μου κι απλώνοντας το χέρι στο κομοδίνο δίπλα μου, ψηλάφισα την επιφάνεια του επίπλου, αδειανή. Η προσωπίδα μου ήταν άφαντη! Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει. Μέσα στον πανικό μου, σκέφτηκα ότι ήταν κάποιο κακόγουστο αστείο της Ευγενίας, που εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν ακόμα στην αγκαλιά του Μορφέα. Τη σκούντηξα βίαια. Για λίγα δευτερόλεπτα, μεταξύ του ύπνου και του ξύπνιου της, με κοίταζε άναυδη. Δεν με αναγνώρισε, φυσικά. Ούτε κι εγώ θα την αναγνώριζα χωρίς το προσωπείο της· αλλά ήξερα ότι ήταν αυτή. Ποια άλλη θα μπορούσε να κοιμάται αμέριμνη στο πλευρό μου, μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα; Αρχίσαμε να ουρλιάζουμε ταυτόχρονα. Η φρίκη που προκαλούσαμε εκείνη σε μένα κι εγώ σ΄αυτήν, έκανε τ’ αληθινά μας πρόσωπα, ακόμα αποκρουστικότερα. Όταν, επιτέλους, συνειδητοποίησε ότι και η δική της μάσκα είχε κάνει φτερά, οι κραυγές του πανικού της μετατράπηκαν σε γοερά κλάματα. Μου ήταν παντελώς αδύνατο να την παρηγορήσω.

 

Εκείνο το ίδιο πρωινό, έφτασα καθυστερημένος στη δουλειά μου, και όπως αντιλαμβάνεστε, εξαιρετικά ταραγμένος. Μόλις μπήκα στο γραφείο μου, έτσι γυμνός όπως αισθανόμουν, προκάλεσα το δίκαιο αποτροπιασμό των συναδέλφων μου, που δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ήμουν, σας θυμίζω, ένα από τα πρώτα θύματα της συμφοράς που έμελλε να συγκλονίσει την κοινωνία μας. Με το που είδε ο εργοδότης μου το αληθινό μου πρόσωπο, με απέλυσε με συνοπτικές διαδικασίες. Σχεδόν δυο χρόνια έχουν περάσει από τότε, κι ακόμα παραμένω άνεργος. Παρά τα τυπικά, αλλά και τα ουσιαστικά μου προσόντα, με τέτοια μούτρα, ποιος θα μου έδινε δουλειά; Κανείς, φυσικά!

 

Η Ευγενία με χώρισε. Απολύτως κατανοητό, κι αυτό. Μικρή σημασία έχει που το αναφέρω, αλλά αν δεν ήμουν τόσο αναβλητικός, θα είχα καταθέσει πρώτος την αίτηση διαζυγίου. Όχι ότι είμαι καλύτερός της με το πρόσωπό μου ακάλυπτο, αλλά η πρώην σύζυγός μου, είναι εντελώς αποκρουστική χωρίς τη χαμογελαστή, αψεγάδιαστη προσωπίδα της, με την οποία ήμουν ερωτευμένος.

 

Λίγο αργότερα, οι αυτοαποκαλούμενοι «Ε.Ο. Χρυσοδάκτυλοι» ανέλαβαν την ευθύνη με το μανιφέστο τους που αναρτήθηκε σε κάποια ιστοσελίδα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Φυσικά, έγινε βιράλ· ποιος δεν διάβασε εκείνο το κατάπτυστο κείμενο. Ακούς εκεί, «Επαναστατική Οργάνωση»! Γιατί δεν λέγανε, καλύτερα, εγκληματική οργάνωση; Ένα συνονθύλευμα ασυναρτησιών για την επίπλαστη ευτυχία μας, για την άρρωστη τρυφηλότητα μέσα στην οποία βουλιάζει η κοινωνία μας· αερολογήματα και πομφόλυγες για την ανάγκη -τάχα μου- να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, να δούμε τα αληθινά μας πρόσωπα και να συνειδητοποιήσουμε τη μαυρίλα των ψυχών μας, ν’ αλλάξουμε ρότα για να σωθεί ο πλανήτης. Ένας ατάκτως ερριμμένος σωρός τερατολογιών με οικολογικό περιτύλιγμα. Ποιος τα χρειαζόταν όλα αυτά, ποιος είχε ζητήσει από τους ρωποπερπερήθρες να μας σώσουν -κι από τι; Από την ησυχία μας; Κανάγιες! «Το πραγματικό καρναβάλι αρχίζει όταν πέσουν οι μάσκες», ήταν το σκωπτικό σύνθημα με το οποίο έκλειναν εκείνην την πολυσέλιδη προκήρυξή τους, οι αλιτήριοι, υπονοώντας ότι με το γενικό χάος το οποίο επεδίωκαν, θα κινητοποιούσαν τις μάζες. Τι ανόητοι!

 

Η ανάληψη της ευθύνης και η αποκάλυψη του μυστηρίου της εξαφάνισης των προσωπίδων του κοσμάκη δεν έκανε, βέβαια, τις καταρρακωμένες μας ζωές, περισσότερο υποφερτές. Εν τω μεταξύ, μέρα με τη μέρα, το κοινωνικό δράμα κορυφώνεται· οι κλοπές συνεχίζονται και αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο.

 

Στην αναμπουμπούλα χαίρονται κι οι λύκοι, έτσι δε λένε; Η αστυνομία κάνει καθημερινά συλλήψεις διάφορων μικροκακοποιών, που, με διαφορετικά κίνητρα ασφαλώς, επιχειρούν να αντιγράψουν τις μεθόδους της αυτοαποκαλούμενης επαναστατικής οργάνωσης. Η μαύρη αγορά προσωπίδων οργιάζει, οι τιμές έχουν εκτοξευθεί. Η κατά τα άλλα, όμως, ισχνή προσφορά από τη μεριά των σκόρπιων αετονύχηδων, επ’ ουδενί μπορεί να καλύψει την τεράστια ζήτηση που δημιουργούν με τη συστηματική τους δράση, οι τρομοκράτες· οι λούμπεν, μόνο που οξύνουν με την άνομη δραστηριότητά τους ένα κοινωνικό πρόβλημα χωρίς διαφαινόμενη λύση. Η κρατική χρηματοδότηση, έχει αρχίσει να ρέει άφθονη προς τα διάφορα ερευνητικά κέντρα, σ’ έναν αγώνα ανώμαλου δρόμου για την κατασκευή νέων προσωπίδων· μα πρόκειται, ασφαλώς, για ένα έργο τιτάνιο, επίπονο και χρονοβόρο. Οι επιστήμονες, πρακτικά, βρίσκονται ακόμα στο σημείο μηδέν διότι κανείς, ουδέποτε είχε φανταστεί την πιθανότητα να πέσει μια τέτοια συμφορά πάνω στην ανθρωπότητα· να παραστεί η ανάγκη για εφεδρικά προσωπεία.

 

Οι παθόντες, όσοι τουλάχιστον αντέχουν το οικονομικό βάρος, τρέχουν στους κλεπταποδόχους για αντικατάσταση του χαμένου τους, καλού εαυτού. Βλέπεις και ευτράπελα. Καλλίγραμμες κοπέλες με φρεσκοξυρισμένα, ανδροπρεπή πρόσωπα, κάτι άντρακλες ως εκεί πάνω με φιλήδονα γυναικεία χείλη και άτριχα μάγουλα, σκεβρωμένες γριούλες με νεανικά πρόσωπα σαν τα κρύα τα νερά, ανήλικα παιδιά με σταφιδιασμένες, γεροντικές φάτσες. Ο καθένας, όπως μπορεί πορεύεται. Γίνονται και ανταλλακτικά παζάρια· παράνομα φυσικά. Η παραοικονομία, με επίκεντρο την εξασφάλιση μιας, οποιασδήποτε, προσωπίδας, ανθεί.

 

Ο παροξυσμός των δύστυχων θυμάτων, συχνά και καθόλου άδικα, φτάνει σε ακρότατα σημεία. Κάποιοι, στις ουρές των δημόσιων υπηρεσιών ή μέσα στους συρμούς του μετρό, αναγνωρίζοντας τα κλεμμένα πρόσωπά τους, φορεμένα από αγνώστους· ορμούν καταπάνω τους, τις περισσότερες φορές με άγριες διαθέσεις, γρυλίζοντας κουβέντες ακατονόμαστες. Καθόλου σπάνια, κάποιοι καταλήγουν στα αστυνομικά τμήματα δια τα περαιτέρω· άλλοι, χειρότερα, διακομίζονται για τις πρώτες βοήθειες στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων, με ανοιγμένα κεφάλια και γδαρμένα πρόσωπα ή με άλλα μέλη τους τραυματισμένα, από την κλωτσοπατινάδα. Σωστή ζούγκλα, έχει καταντήσει η καθημερινότητά μας!

 

Πολλοί, όπως η αφεντιά μου, δεν έχουμε μούτρα να βγούμε στους δρόμους. Η κατάθλιψη θερίζει, επιβεβαιώνουν οι ειδικοί που αναλύουν τα βοθρολύματα της πρωτεύουσας. Πού βρίσκονται τόσα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, κανείς δεν το λέει ανοιχτά, αλλά όλοι ξέρουμε ότι τα ημιπαράνομα διαδικτυακά φαρμακεία κάνουν χρυσές δουλειές. Στην επαρχία, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, μας ενημερώνουν τα δελτία ειδήσεων. Οι αυτοκτονίες φουκαράδων που δεν αντέχουν την απώλεια των προσωπείων τους, είναι κι αυτές πολύ συχνές. Ζούμε μέσα στο χάος.

 

Μόνη ελπίδα, λένε ορισμένοι θολοκουλτουριάρηδες σε κάποιες από εκείνες τις μεταμεσονύχτιες τηλεοπτικές εκπομπές με τη σχεδόν μηδενική τηλεθέαση, είναι η αισιοδοξία των νέων μας, που τις νύχτες ξεχύνονται στους δρόμους και τριγυρνούν αμέριμνοι με καρναβαλικές μουτσούνες και διαθέσεις, χωρίς να δίνουν δεκάρα για το επίπλαστο δράμα της ανθρωπότητας· γιατί δίνουν δημόσιο βήμα σε τόσο ανόητους ανθρώπους, απορώ! Αν με ρωτάτε, σας λέω ότι καλά κάνει και τους κυνηγά η αστυνομία, στα πάρκα, στις πλατείες, όπου τους βρίσκει, αυτούς τους άφρονες, νεαρούς μασκαράδες!

 

Οι αιθεροβάμονες περιμένουν την εξάρθρωση της συμμορίας και ελπίζουν σε μια γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα της παλιάς μας ζωής· ας γελάσω: η ανικανότητα που επιδεικνύει η αστυνομία, κοντά δυο χρόνια τώρα, είναι εξοργιστική!

 

Οι συνωμοσιολόγοι διαλαλούν ότι οι «Χρυσοδάκτυλοι», είναι πειθήνια όργανα της Νέας Τάξης Πραγμάτων, αυτής της απολυταρχικής και μυστικά αναδυόμενης παγκόσμιας διακυβέρνησης που θέλει πληθυσμούς συντετριμμένους, για να τους ελέγξει ευκολότερα, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Σκέφτομαι, αμφιταλαντευόμενος, ότι μπορεί να έχουν δίκιο, όλοι αυτοί οι τρελαμένοι. Μήπως εγώ, είμαι καλύτερος; Μήπως δεν έχω φτάσει κι εγώ στα όρια των ψυχικών μου αντοχών, έρημος, μόνος και ακάλυπτος;

 

Οι ψυχικά δυνατότεροι αντέχουν ακόμα, παλεύοντας με την κατάθλιψη που γεννά η ζοφερή πραγματικότητα, έτσι όπως αντανακλάται στους καθρέφτες μας· κουτσοβολεύονται με χειρουργικές μάσκες μίας χρήσεως, οι οποίες είναι πλέον υποχρεωτικές για λόγους δημοσίας αιδούς, και με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, ξεπορτίζουν για το μεροκάματο· αλλά έστω κι έτσι, πείτε μου σας παρακαλώ: ζωή είναι αυτή;

Concrete

Λωποδύτες Προσωπείων
του Αλέξανδρου Raskolnick

© 2019 by Achilleas and Camilo