«Λουκουμάδες!» φώναξε.

Και η φωνή του  ίσα που ακούστηκε.

Χαμένη  και αποπροσανατολισμένη, ανάμεσα στους ήχους από τα μπαλάκια που έσκαγαν σαν δαιμονισμένα από ρακέτα σε ρακέτα, πληρώνοντας αμαρτίες προηγούμενων κι επόμενων ζωών.

Ανάμεσα στα ξέφρενα γέλια από τις κοριτσοπαρέες , που φωτογράφιζε η μία την άλλη.

Ανάμεσα στον ήχο από την τεστοστερόνη που διέσχιζε ταχύτατα τα σώματα των αγοριών  για να φτάσει ανεξέλεγκτη στα κεφάλια τους.

Ανάμεσα στους ήχους από τα ξετρελαμένα παιδάκια που φτυάριζαν την πολύπαθη άμμο με πολύχρωμα και ακανόνιστα πλαστικά εργαλεία.

Ανάμεσα στα - άγνωστης προελεύσεως - αχαλίνωτα μπιτάκια, που έφτυνε με μίσος στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα,  ένα παλιό υπερυψωμένο ηχείο.

Κι ανάμεσα στις οιμωγές των κακοπληρωμένων νεαρών σερβιτόρων, που έτρεχαν σαν ντοπαρισμένα άλογα σε αμμουδερό ιππόδρομο, για να παραδώσουν τους αραιωμένους καφέδες,  με τα καλαμάκια να προεξέχουν σαν δορυφορικές κεραίες, τις κίτρινες παγωμένες μπύρες, τα προχειροφτιαγμένα σάντουιτς και τις άγευστες απομιμήσεις γνωστών κοκτέιλ.

«Λουκουμάδες ολόγλυκοι» επέμεινε να φωνάζει.

Σκούπισε τον ιδρώτα που  μούσκεψε το λεπτό καπέλο του κι έτρεχε εδώ και ώρα από το μέτωπο του. Ο μόνος  σε ολόκληρη την παραλία, που ήταν μουσκεμένος για όλους τους λάθος λόγους.  Κι ο μόνος που γενικά βρισκόταν εκεί, και πάλι για όλους τους λάθος λόγους.

«Λουκουμάδες με ζάχαρη!» ξαναφώναξε.  Και μετά αναστέναξε παραιτημένα.

'

Ίσως η ζάχαρη να κερδίσει την παρτίδα και να καταφέρει να τρυπήσει τον αδιαπέραστο ηχητικό τοίχο των φωνών των λουόμενων. Ίσως η προοπτική της επίδρασης της γλυκόζης στον ουρανίσκο, να μετατρέψει τον βασανισμένο πωλητή, από ανούσια σκηνοθετική προσθήκη στο σκηνικό της αυγουστιάτικης παραλίας, σε κάτι υπολογίσιμο που μπορεί να προσφέρει το οτιδήποτε, στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Να του βρει μια δικαιωματική θέση και να τον ανυψώσει.  Κι από απελπισμένο πωλητή που χάνει το μπάνιο του για να βγάλει το μεροκάματο, να τον κάνει  κομμάτι του συνόλου και μέρος της διασκέδασης.

Στιγμιαία σκόνταψε σε ένα παρατημένο κουβαδάκι και μπέρδεψε το βήμα του. Η ξύλινη τάβλα με τους λουκουμάδες, που κρεμόταν από τον λαιμό του, άρχισε να γέρνει επικίνδυνα.

«Γαμώ τα κουβαδάκια σας κωλόπαιδα.» Σχεδόν ούρλιαξε.

Φώναξε περισσότερο από ότι θα έπρεπε.

Ο πωλητής δεν πρέπει να προδίδει την αγανάκτηση του. Δεν πρέπει να δείχνει ότι ζηλεύει την ξεγνοιασιά των υπολοίπων. Ο ρόλος του είναι να προσποιείται ότι του αρέσει αυτό που κάνει και το κάνει με φυσικότητα. Δεν είναι εκεί για να μισεί τους άλλους που γλεντάνε και χαλαρώνουν, μα για να τους εξυπηρετεί χαμογελαστός. Δεν πουλάει εκδίκηση, αλλά ζυμάρι με γλυκόζη. Κανείς δεν θέλει να τον ταΐσει και να τον εξυπηρετήσει κάποιος εκνευρισμένος, την ώρα της δικής του χαράς ή της δικής του ραστώνης.

«Μαμά λουκουμάδεθ!» στρίγγλισε ένα 4χρονο αγόρι δείχνοντας με το δάχτυλο τον λευκοντυμένο νεαρό.

Το ύφος της μαμάς άλλαξε κι εκεί που γελούσε και μιλούσε με την ξαδέρφη της, έξαφνα έγινε σκωπτική.

«Όχι τώρα λουκουμάδες. Θα φάμε σε λίγο.»

Ο νεαρός γύρισε το βλέμμα προς την μητέρα, σχεδόν ικετευτικά. Κι εκείνη βιάστηκε να κοιτάξει ξανά προς την ξαδέρφη της, προσποιούμενη ότι δεν είχε συμβεί τίποτα το αξιοσημείωτο όσο το παιδί στρίγγλιζε.

Έπειτα κοίταξε το παιδί να γραπώνει το μπούτι της μαμάς του, δείχνοντας προς την ξύλινη τάβλα με τους λουκουμάδες, αλλά εκείνη έκανε πως δεν καταλαβαίνει, αφού «θα τρώγανε σε λίγο».

Κι όντως θα τρώγανε σε λίγο.

Ο νεαρός ξανάρχισε την μοναχική του πορεία, με την τάβλα να φαίνεται σαν ιδιόμορφο ξύλινο κολιέ στο λαιμό,  κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε ψάθες, παρατημένες σαγιονάρες  και γιαγιάδες που λιαζόταν στα ρηχά.

Η ώρα είχε πάει μιάμιση το μεσημέρι και ο μεσογειακός ήλιος ήταν στα καλύτερα αλλά και στα πιο επικίνδυνα του.

Μέσα στο λιοπύρι, που μόνο η δροσερή θάλασσα μπορούσε να το ξορκίσει, ο νεαρός πηγαινοερχόταν στην ακροθαλασσιά, με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο, με πάλλευκα ρούχα, με την άμμο να καταφέρνει να χώνεται ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη, με βήμα που άλλοτε θύμιζε ξεθεωμένο μαραθωνοδρόμο λίγο πριν την γραμμή του τερματισμού κι άλλοτε νοσηλευτή του ΕΚΑΒ που ξεπετιέται από το ασθενοφόρο.

«Λουκουμάδες γαμώτο!» μουρμούρισε σχεδόν από μέσα του.

«Λουκουμάδες…»

Από τις 10 το πρωί είχε καταφέρει να πουλήσει 4 λουκουμάδες όλους κι όλους.  Η ώρα είχε πάει μιάμιση και όπως όλα έδειχναν κι η σημερινή μέρα, δεν θα άφηνε κανένα σοβαρό κέρδος.

Η φαεινή ιδέα του φούρναρη που τον είχε προσλάβει για να εξάγει τους λουκουμάδες του στην παραλία, πέρα από κουραστικότατη, αποδεικνυόταν και λιγότερο φαεινή από ότι πίστευε ο ίδιος. Ο φούρνος, που είχε την ατυχία να βρίσκεται τρία στενά πίσω από την ακτή, λόγω κορωνοϊού δεν είχε αποδώσει τα αναμενόμενα κι έτσι κάπως έπρεπε να διορθωθεί η κατάσταση. Και την κατάσταση θα διόρθωνε ένας φτωχός νεαρός του χωριού, που θα κέρδιζει – κατά τα φαινόμενα – ένα μεροκάματο, την ίδια στιγμή που ο φούρναρης θα  μπορούσε να κοκορεύεται στην κλειστή χωριάτικη κοινωνία, ότι βοηθάει ένα παιδί που το έχει ανάγκη.

Πέμπτη ημέρα στην δουλειά, ντάλα δεκαπενταύγουστος και κατά μέσο όρο πουλούσε από δεκαπέντε έως είκοσι μεγάλους, ολοστρόγγυλους, τρύπιους στην μέση λουκουμάδες, που αν τους πετούσες στην θάλασσα, άνετα θα μπορούσες να τους μπερδέψεις για σωσίβια με ζάχαρη και θερμίδες.

Δεκαπέντε έως είκοσι λουκουμάδες, ισούνται με τριάντα έως σαράντα ευρώ τζίρο. Άρα, δεκαπέντε έως είκοσι ευρώ μεροκάματο. Τρίχες κατσαρές και στραβομεγαλωμένες.

Πολύ κακό για το τίποτα. Πολύς ιδρώτας, πολύ περπάτημα, πολύ μεγάλη η τάβλα στον λαιμό. Πολύ κακιά κι η μοίρα του.

«Λουκουμάδες ρε ζώα!» ξαναφώναξε. 

Και η οργή που επιτέλους εξωτερικευόταν, άρχισε να απλώνεται σαν αντηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας, πάνω στο ηλιοκαμένο του δέρμα. Ξαφνικά ένιωσε μια τεράστια σκιά να ξεπροβάλλει δειλά δειλά, από μία κρυφή γωνιά του σύμπαντος, και να τον ακολουθεί όπου πάει.

« Φάτε λουκουμάδες!»

Σταμάτησε μπροστά από μια παρέα κοριτσιών που χασκογελούσε. Προέκτεινε την τάβλα με τους λουκουμάδες πάνω από τα κεφάλια τους κι εκείνα έξαφνα μαρμάρωσαν.

«Φάτε λουκουμάδες, να παχύνετε, να γίνετε χοντρές σαν φώκιες και να μην μπορείτε να ανεβάζετε φωτογραφίες στο ίνσταγκραμ.»

Τα κορίτσια άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους, μην ξέροντας πώς να αντιδράσουν.

Ένα νεαρό ζευγάρι στην δίπλα ξαπλώστρα, άρχισε να γελάει συνωμοτικά.

Ο νεαρός τους αντιλήφθηκε.

«Εσείς που χασκογελάτε, θέλετε δύο λουκουμάδες για να το βουλώσετε;»

Το γέλιο τους ξαφνικά σταμάτησε και ο άντρας του ζευγαριού άρχισε να στραβώνει.

Ο νεαρός συνέχισε την πορεία του, λίγο πιο γρήγορα αυτήν την φορά.

Η σκιερή οργή, τώρα άρχισε να πυκνώνει πάνω από το κεφάλι του κι ένα δροσερό αεράκι, που μόνο ο ίδιος μπορούσε να απολαύσει, εμφανίστηκε από το πουθενά.

«Λουκουμάδες για τους μαλάκες τους νεοέλληνες!» φώναξε. Κι η φωνή του αυτή την φορά διέρρηξε όσο ποτέ άλλοτε, τις φωνές των υπολοίπων.

Όλο και περισσότερα κεφάλια άρχισαν να γυρνάνε προς το μέρος του. Όση ώρα φώναζε απλά «λουκουμάδες» , κανένας δεν του έδινε σημασία και τώρα που πέταξε τον αυτοέλεγχο και το μεροκάματο του στην θάλασσα, ξαφνικά άρχισε να γίνεται το επίκεντρο της παραλίας.

«Λουκουμάδες για τα ανύπαρκτα προβλήματα σας!» ούρλιαξε με τις φλέβες γύρω από το λαιμό του, να τεντώνονται.  Ύψωσε τα χέρια λες και ήθελε να υποδείξει κάτι αόρατο στον ουρανό, σαν υπαίτιο της κατάστασης.

Τώρα οι ρακέτες έπαψαν να τιμωρούν τα μπαλάκια κι εκείνα αφέθηκαν να κυλήσουν μέχρι την ακροθαλασσιά.

Τα αντηλιακά έπαψαν να βγαίνουν από τα σωληνάρια τους, και οι οθόνες αφής των κινητών τηλεφώνων αφέθηκαν στην ησυχία του, καθώς οι χρήστες έψαχναν μέσα στον κόσμο, για την πηγή των ξεφωνητών. Μέχρι και οι σερβιτόροι χαλάρωσαν λίγο το βήμα τους για να δούνε τι συνέβαινε.

«Λουκουμάδες για την γαμημένη την καλοπέραση σας!» ξεφώνησε ενώ σχεδόν έτρεχε.

Οι πρώτοι λουκουμάδες άρχισαν να δραπετεύουν από την τάβλα προς την άμμο σαν βαρυποινίτες από το Αλκατράζ. Τα πιο έξυπνα πιτσιρίκια έσπευσαν να μαζέψουν ότι έπεφτε.

«Λουκουμάδες για τον πούστη τον Δεκαπενταύγουστο!»

Τρομαγμένες μαμάδες εκτοξευόταν σαν τόμαχοκ από τις ξαπλώστρες, ουρλιάζοντας «ΜΗΝ ΤΟ ΦΑΣ! ΕΠΕΣΕ ΚΑΤΩ!»

«Λουκουμάδες για το μουνί της μάνας σας!»

Ο νεαρός συνέχισε να ωρύεται ενώ τώρα βοηθούσε τους λουκουμάδες τις αποδράσεις τους, με τα ίδια του τα χέρια. Τους πετούσε με μίσος .δεξιά κι αριστερά και στον αέρα, χωρίς να βλέπει καν, που στόχευε. Άλλοι κατέληξαν στην θάλασσα, άλλοι προσγειώθηκαν ανάμεσα στις τρομαγμένες γιαγιάδες που εξακολουθούσαν να λιάζονται στα ρηχά. Μερικά σκυλιά που μέχρι τότε ρέμβαζαν βαριεστημένα κάτω από τις ξαπλώστρες, τώρα τραβούσαν με μανία τα λουριά τους, μη θέλοντας να χάσουν το παιχνίδι.

Κι έξαφνα η τάβλα αναποδογύρισε στον αέρα. Έκανε τριπλό άξελ με διπλό τόλουπ και όλοι οι λουκουμάδες στάλθηκαν αυτοδίκαια στο διάολο.

  «Ολόγλυκοι λουκουμάδες για την γαμημένη την τύχη μου…»  μονολόγησε κι η φωνή του ράγισε. Πέταξε με δύναμη το λευκό καπέλο του στο έδαφος και μονομιάς στέρεψε από οργή.

‘Έκλαψε  με όλη του την δύναμη και άρχισε να προχωράει προς την θάλασσα.

Ελεύθερος πια από το βάρος της τάβλας,  με τα φαρδιά λευκά του ρούχα να ανεμίζουν γύρω του.

Σαν μπαρουτοκαπνισμένος κι  ιδρωμένος άγγελος, που θέλει να βαδίσει προς την ελευθερία μα μπέρδεψε τον ουρανό με την θάλασσα.

Με την αιώνια και πανάρχαια θάλασσα.  Την μόνη πραγματική Παναγία της Ελλάδας.

Που τώρα τον αγκάλιαζε με στοργή, σαν την μάνα που ποτέ δεν γνώρισε.

Λουκουμάδες με ζάχαρη

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo