Κατηχητικό

 

«Και τι είναι αυτό το κατηχητικό μαμά;» ρώτησε με απορία, καθώς δεν είχε ξανά ακούσει ποτέ του αυτή τη λέξη.

« Είναι το σπίτι του Θεού κι αυτό Γιωργάκη. Σαν την εκκλησία. Ένας χώρος για παιδάκια σαν κι εσένα. Θα κάνεις καινούριους φίλους, θα τραγουδήσεις, θα παίξεις και συγχρόνως θα μάθεις να ζεις στα χνάρια που ο Χριστούλης μας δίδαξε!»

Ο Γιωργάκης δεν απάντησε κάτι. Άλλωστε είχε ακούσει από την μητέρα του, αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο. Θα έκανε καινούριους φίλους, θα έπαιζε και θα τραγουδούσε! Δεν θα μπορούσε να ήταν άσχημα λοιπόν.

Την ερχόμενη Κυριακή το πρωί η μητέρα του τον ξύπνησε για να πάνε στην πρωινή λειτουργία. Του φόρεσε το καλό του παντελόνι, τα μαύρα γυαλιστερά παπούτσια που του είχε αγοράσει η νονά του και ένα πουκάμισο λευκό. Δεν του άρεσε που τον έντυνε στα καλά του γιατί του είχε πει, πως μετά την λειτουργία θα πήγαινε για πρώτη φορά στο κατηχητικό.

« Μα πως θα παίξω με αυτά τα ρούχα βρε μαμά με τα άλλα παιδάκια στο κατηχητικό;»

« Δεν θα πάθεις κάτι Γιωργάκη! Δεν μπορείς να πας στο σπίτι του Θεού και να είσαι με τη φόρμα που παίζεις στο πάρκο. Είναι ασέβεια!»

Ο Γιωργάκης δεν κατάλαβε τι εννοούσε η μητέρα του αλλά δεν της έκανε άλλο παράπονο. Τον έντυσε, τον χτένισε τον πήρε από το χέρι και βάδισαν μέχρι την εκκλησία της γειτονιάς.

Μόλις έφτασαν μπήκαν μέσα και ανέβηκαν γρήγορα τα σκαλιά που οδηγούσαν στον γυναικωνίτη, γιατί η λειτουργία είχε ξεκινήσει. Η μητέρα του κοιτούσε ευλαβικά προς τον Πάτερ που διάβαζε το ευαγγέλιο και σταυροκοπιόταν σε κάθε ευκαιρία. Και κάθε φορά που ο Πάτερ έλεγε «Σοφία ορθοί», σκουντούσε τον Γιωργάκη να σηκωθεί γιατί ξεχνιόταν συχνά κοιτάζοντας με απορία τον κυρ Παντελή, τον μπακάλη της γειτονιάς, ο οποίος σε ρόλο ψάλτη άλλαζε την φωνή του με τέτοιο τρόπο που πάντα προκαλούσε την περιέργεια του παιδικού του μυαλού.

Ύστερα, προς το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν κάτω και στήθηκαν στην ουρά για να κοινωνήσουν. Πήγαινε ένας μήνας κοντά από την τελευταία φορά και η μητέρα του που αισθανόταν άσχημα, φρόντισε να μαγειρεύει νηστίσιμα φαγητά τις τελευταίες μέρες. Μετέλαβαν και κατά την έξοδο τους πήραν και ένα κομμάτι αντίδωρο. Η μητέρα του Γιωργάκη επέμενε να το φάει ολόκληρο αν και εκείνου δεν του άρεσε γιατί ήταν μπαγιάτικο.

Βάδισαν για μερικά λεπτά χέρι-χέρι μέχρι το επόμενο τετράγωνο που βρισκόταν το κατηχητικό. Μια μεγάλη ημιυπόγεια αίθουσα στεγαζόταν στον προαύλιο χώρο μιας πενταώροφης πολυκατοικίας. Μπήκαν μέσα μαζί κι τους υποδέχθηκε ένας καλοντυμένος νεαρός με γυαλιά μυωπίας και περιποιημένη γενειάδα. Ο νεαρός θέλοντας να συζητήσει με την μητέρα του κατ’ ιδίαν, τον παρότρυνε να πάει στο βάθος της αίθουσας για να καθίσει με τα άλλα παιδάκια. Ο Γιωργάκης γύρισε κοίταξε στα μάτια της μητέρα του αναζητώντας την συγκατάθεση της. Εκείνη τον φίλησε στο μέτωπο και του είπε να πάει. Προχώρησε προς το βάθος που κάθονταν τα υπόλοιπα παιδιά σε στοιχισμένες καρέκλες και συνειδητοποίησε πως υπήρχαν πολλά που τα ήξερε από το σχολείο του.

 

Βρήκε λοιπόν την ευκαιρία και πήγε να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα από έναν συμμαθητή του και περίμενε.

Η μητέρα του Γιωργάκη μετά από λίγα λεπτά αποχώρησε από την αίθουσα και ο νεαρός άνδρας ήρθε προς το μέρος των παιδιών και συστήθηκε ως Δημήτρης, σε όσους δεν τον ήξεραν. Ύστερα ζήτησε από τα νεόφερτα παιδάκια-που μέσα σε αυτά ήταν και ο Γιωργάκης- να συστηθούν στους υπόλοιπους. Για την επόμενη μιάμιση ώρα, διάβασε στα παιδάκια παραβολές από την Παλαιά Διαθήκη, τραγούδησαν μαζί παραδοσιακά τραγούδια, παίξανε μουσικές καρέκλες αλλά και επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι, το οποίο ήταν το αγαπημένο των αγοριών. Στο τέλος, λίγο πριν φύγουν ήρθε στην αίθουσα και ο Παπάς της ενορίας. Ο Δημήτρης του φίλησε το χέρι και μετά από ένα θερμό εναγκαλισμό, ο Πάτερ πήρε τον λόγο. Μίλησε με όμορφα λόγια, εξυμνώντας τον Χριστό και τον βίο που ακολούθησε, καθώς και για το πόσο σημαντικό είναι τα παιδιά να ενστερνίζονται από μικρή ηλικία τα χριστιανικά πρότυπα έχοντας ως φάρο τις διδαχές της Εκκλησίας. Αρκετοί γονείς που είχαν εισέλθει στη αίθουσα για να παραλάβουν τα τέκνα τους, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα κατά το τέλος της ομιλίας του Πάτερ. Η μητέρα του Γιωργάκη μάλιστα, ούσα μία εξ ’αυτών, πήγε και φίλησε φανερά συγκινημένη το χέρι του. Χαιρετηθήκαν όλοι μεταξύ τους και δώσαν υπόσχεση να ανταμώσουν την επόμενη Κυριακή την ίδια ώρα.

Αυτό συνεχίστηκε για τους επόμενους μήνες. Κάθε Κυριακή μετά τον εκκλησιασμό, ο Γιωργάκης πήγαινε στο κατηχητικό. Και ενώ στην αρχή του άρεσε πολύ που τραγουδούσε και έπαιζε με τους φίλους του, μετά τους πρώτους δύο μήνες το βαρέθηκε. Ένιωσε τύψεις μέσα του γι’ αυτό και δεν το είπε στην μητέρα του. Ούτε στον Δημήτρη το είπε γιατί τον συμπαθούσε που ήταν ευγενικός και καλοσυνάτος με όλα τα παιδιά. Είχε κουραστεί όμως να ακούει κάθε εβδομάδα τις γραφές της Παλαιάς και της Καινής διαθήκης. Το βίωνε ως μια αγγαρεία, σαν να έπρεπε να πάει σχολείο ακόμα και αν ήταν Κυριακή. Αποφάσισε να μην πει σε κανέναν τίποτα και να κάνει υπομονή μέχρι να έρθει το καλοκαίρι που θα σταματούσε προσωρινά η λειτουργία του.

Την επόμενη χρονιά έκλεισε τα δέκα του χρόνια. Η μητέρα του μόλις ήρθε το φθινόπωρο, του ανακοίνωσε-χωρίς να του αφήσει περιθώρια για αντιρρήσεις- πως θα δώσει το παρών και αυτή την χρονιά στο κατηχητικό. Ο πατέρας του δεν εξέφρασε κι αυτός αντίρρηση, καθώς την πλήρη διαπαιδαγώγηση του την είχε αναλάβει εξολοκλήρου η μητέρα, η οποία ήταν και πιο μορφωμένη γιατί είχε τελειώσει το γυμνάσιο.

Έτσι την ερχόμενη Κυριακή μετά τον εκκλησιασμό, κοινώνησε μία ακόμη φορά και μετά με βαριά καρδιά πήγε στο κατηχητικό. Μόνο που αυτήν την φορά, η μητέρα του τον εμπιστεύτηκε να πάει και να γυρίσει μοναχός του. Άλλες εποχές τότε! Όταν ήσουν δέκα χρονών και μπορούσες να περάσεις το δρόμο κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά για να μην σε πατήσει κάποιο αμάξι, τότε οι γονείς σε εμπιστεύονταν να σουλατσάρεις σε όλη τη γειτονιά επειδή όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.

Η πρώτη φορά, αν και πήγε προκατειλημμένος, του φάνηκε διασκεδαστική γιατί είχε την ευκαιρία να παίξει με τους φίλους του που δεν πηγαίναν στο ίδιο σχολείο με εκείνον. Από τη Δεύτερη Κυριακή όμως άρχισε πάλι να βαριέται και κοιτούσε συνεχώς το πάρκο απέναντι από το κατηχητικό και φανταζόταν τον εαυτό του να παίζει ποδόσφαιρο και αμπάριζα. Βρήκε το θάρρος λοιπόν και σε ένα μεσημεριανό τραπέζι ρώτησε τη μητέρα του αν θα μπορούσε να πάει την ερχόμενη Κυριακή στο πάρκο αντί να πάει στο κατηχητικό. Εκείνη σταμάτησε να τρώει αφήνοντας κάτω το πιρούνι της φανερά εκνευρισμένη.

« Άκουσε Γιωργάκη! Στο πάρκο μπορείς να πας τις άλλες μέρες. Την Κυριακή όμως, θα πηγαίνεις στην Εκκλησία και στο κατηχητικό για να γίνεις μεγαλώνοντας ένας σωστός άνθρωπος. Και δεν δέχομαι κουβέντα!»

Ο Γιωργάκης κατάλαβε από πρώτο χέρι ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Έτσι βρέθηκε πάλι στο κατηχητικό να τραγουδάει χωρίς όρεξη τα τραγούδια που είχε μάθει απέξω και να ακούει τη παραβολή του Ιώβ. Εκείνη την Κυριακή δεν έπαιξε στο ξύλινο επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι με τα άλλα αγόρια αλλά προτίμησε να κοιτάζει από το παράθυρο της ημιυπόγειας αίθουσας στο απέναντι πάρκο, προσπαθώντας να ταυτιστεί με τον Ιώβ και να κάνει υπομονή για μια ακόμη χρονιά. Τότε όμως στο απέναντι πάρκο, είδε κάτι που του τράβηξε την προσοχή. Ήταν ένα κορίτσι. Κρατούσε μια απόχη και χοροπηδούσε κάτω από μια νεραντζιά. Αδυνατούσε να καταλάβει τον λόγο αλλά του άρεσε τόσο πολύ αυτό που έβλεπε, που δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Το γαλάζιο φόρεμα που φορούσε και τα ξανθά μακριά μαλλιά της, την έκαναν να μοιάζει με άγγελο στα μάτια του! Παρακαλούσε να περάσει η ώρα γρήγορα για να βγει να της μιλήσει αλλά όταν τελικά βγήκε μετά από είκοσι λεπτά, το κορίτσι είχε φύγει.

Για όλη την εβδομάδα σκεφτόταν το κορίτσι με το γαλάζιο φόρεμα και την απόχη. Μέχρι και από το πάρκο πέρασε μεσοβδόμαδα μήπως και τη συναντήσει αλλά τζίφος. Πιθανολογούσε πως μόνο Κυριακή την αφήνουν οι γονείς της να βγει να παίξει και έκανε υπομονή μέχρι τότε. Έτσι την Κυριακή μετά από την Εκκλησία βάδισε προς το κατηχητικό αλλά πριν μπει μέσα στην αίθουσα έριξε μια ματιά στο πάρκο. Και τότε την είδε! Κάτω από ένα δέντρο πάλι, με την απόχη στο χέρι, φορώντας ένα παρόμοιο όμορφο φόρεμα λευκού χρώματος αυτή τη φορά. Την πλησίασε διστακτικά νιώθοντας εκστασιασμένος.

«Γεια σου… Πως σε λένε;» τη ρώτησε.

«Ζωίτσα. Εσένα;»

«Γιώργάκη. Τι ακριβώς κάνεις με την απόχη;»

«Κυνηγάω πεταλούδες…» του απάντησε.

«Πεταλούδες; Που τις είδες;»

«Φωλιάζουν μέσα στα δέντρα! Έλα να δεις…»

Ο Γιωργάκης πλησίασε κοντά να δει αν του έλεγε αλήθεια και κοίταξε ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου.

« Ναι τις βλέπω! Μα γιατί όμως τις κυνηγάς;» τη ρώτησε γεμάτος απορία.

«Δεν θα τους κάνω κακό. Απλά μου αρέσουν τόσο πολύ που θέλω να τις δω από κοντά! Θες να με βοηθήσεις;» τον ρώτησε και τον κοίταξε με τα βαθυγάλανα μάτια της.

Δέχτηκε αμέσως χωρίς ενδοιασμούς! Για τις επόμενες δύο ώρες κυνηγούσε πεταλούδες και έπαιζε με τη Ζωίτσα χωρίς να αισθάνεται τύψεις που δεν πήγε στο κατηχητικό. Και το ίδιο έκανε και την επόμενη Κυριακή. Και την μεθεπόμενη! Και συνέχισε έτσι για πολλούς μήνες χωρίς να πει την παραμικρή κουβέντα στη μητέρα του. Κάθε Κυριακή πρωί, μετά την Εκκλησία, έδινε ραντεβού με τη Ζωίτσα, την ίδια ώρα που υποτίθεται θα παρευρισκόταν στο κατηχητικό.

Όλα κυλούσαν όμορφα, ώσπου μια Κυριακή αφού κοινώνησε με τη μητέρα του, ο Πάτερ τους ζήτησε να τον περιμένουν στο γραφείο του για να τους μιλήσει. Ο Γιωργάκης κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο αλλά δεν δείλιασε και υπερασπίστηκε τον εαυτό του μόλις ο Πάτερ θέλησε να μάθει τον λόγο τον οποίο σταμάτησε να παρευρίσκεται στο κατηχητικό. Η μητέρα του ξέσπασε σε κλάματα μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει ο μονάκριβος της γιος. Ο Πάτερ την συμβούλεψε να τον συνετίσει όσο είναι ακόμα καιρός, γιατί αν από τόσο μικρός λοξοδρομεί τρέχοντας πίσω από φουστάνια τότε μετά θα είναι πολύ αργά για να μπει στο σωστό μονοπάτι που ο Ιησούς μας δίδαξε… Η μητέρα του σκούπισε τα δάκρυα της και τον διαβεβαίωσε πως θα κάνει το παν για να μην γίνει αυτό! Ζήτησε συγχώρεση φιλώντας το χέρι του και ύστερα αποχώρησε άρον άρον με τον γιο της αισθανόμενη ντροπή.

Φτάνοντας σπίτι, ο Γιωργάκης συνέχισε να υπερασπίζεται τον εαυτό του λέγοντας ότι του άρεσε που έπαιζε με τη Ζωίτσα και για αυτό αρνιόταν πεισματικά να ζητήσει συγχώρεση. Η μητέρα εξαγριωνόταν με αυτή του στάση και επέμενε πως την Κυριακή θα πηγαίνει στο κατηχητικό γιατί αυτό ήταν το σωστό. Εκείνος με τη σειρά του επέμενε ότι δεν θέλει να ξαναπάει και τελικά αφού ο πατέρας δεν έπαιρνε θέση, του ανακοίνωσε η μητέρα πως αφού δεν θέλει να πηγαίνει στο κατηχητικό τις Κυριακές, τότε δεν θα πηγαίνει ούτε στο πάρκο και θα κάθεται τιμωρία στο σπίτι.

Και έτσι έγινε. Ο Γιωργάκης δεν ξαναπήγε στο κατηχητικό αλλά ούτε συναντούσε τη Ζωίτσα. Προσπάθησε να πηγαίνει στο πάρκο τις καθημερινές και τα Σάββατα μήπως την πετύχει και της εξηγήσει τον λόγο που δεν θα μπορούσαν να συναντιόνται τις Κυριακές αλλά δεν την έβρισκε. Ρωτούσε δεξιά και αριστερά άλλα παιδιά που έπαιζαν στο πάρκο αν την ήξεραν. Αλλά μάταιο! Τίποτα! Είχε φτάσει να πιστεύει πως η Ζωίτσα ήταν όντως ένας άγγελος, που ο Θεός της επέτρεπε να κατεβαίνει στη Γη μόνο τις Κυριακές! Τις Κυριακές που αυτός ήταν τιμωρημένος…

Το καλοκαίρι έφτασε και το κατηχητικό έκλεισε τις πόρτες του. Οι σχέσεις υιού και μητέρας ψυχράθηκαν και τότε ο πατέρας πήρε θέση, συμβουλεύοντας της να άρει την Κυριακάτικη τιμωρία του. Έτσι την επόμενη Κυριακή ο Γιωργάκης μετά την Εκκλησία πήγε τρέχοντας στο πάρκο πεπεισμένος πως θα δει τη Ζωίτσα να κυνηγάει πεταλούδες. Πουθενά όμως η Ζωίτσα! Προσπάθησε να μην απογοητευτεί και εναπόθεσε τις ελπίδες του στην επόμενη εβδομάδα. Τίποτα και πάλι! Κάθε Κυριακή πήγαινε τη ίδια ώρα που συναντιόντουσαν παλιά και στο τέλος έφευγε απογοητευμένος που δεν την είχε βρει. Η στεναχώρια του ήταν τέτοια, που μέχρι και η μητέρα του-που δεν την είχε δει με καλό μάτι- προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει να την βρει. Ρωτούσε τους γείτονες για να μάθει ποιανού κόρη ήταν η τελικά αυτή Ζωίτσα που είχε πάρει τα μυαλά του γιου της. Κανένα αποτέλεσμα! Δεν την ήξερε κανείς! Λες και άνοιξε η Γη και την κατάπιε. Μετά από μήνες ολόκληρους που την έψαχνε, ο Γιωργάκης απογοητεύτηκε και σταμάτησε να την αναζητά. Στο τέλος πείστηκε και ο ίδιος πως η Ζωίτσα δεν υπήρχε και πως όλα αυτά ήταν ένα κατασκεύασμα του μυαλού του- ή του διαόλου όπως έλεγε η μητέρα του- για να αποφύγει να πηγαίνει στο κατηχητικό.

Τα χρόνια περάσαν και στην εφηβεία ο Γιωργάκης, έγινε απότομα Γιώργος καθώς η μητέρα του αρρώστησε με βαριά πνευμονία και μέσα σε λίγες μόνο μέρες πέθανε. Στη κηδεία της, ο Πάτερ έβγαλε ένα θαυμάσιο λόγο για εκείνη επαινώντας τον βίο της και την χαρακτήρισε λαμπρό παράδειγμα γυναικός για όλη την ενορία. Στο τέλος της ομιλίας, κοίταξε επικριτικά τον Γιώργο στα μάτια, θέλοντας να του δείξει ότι δεν βαδίζει στα χνάρια της αλλά εκείνος δεν του έδωσε σημασία. Ο πατέρας του, από την κηδεία και ύστερα το έριξε στο ποτό, πράγμα που τον οδήγησε αργά και βασανιστικά προς στο θάνατο. Και αυτό έγινε, λίγο αφότου ο Γιώργος τέλειωσε το λύκειο και πέρασε στο πανεπιστήμιο. Έτσι ο Γιώργος, ορφανός από πατέρα και μητέρα, έμεινε μόνος στο πατρικό του σπίτι δουλεύοντας παράλληλα με τις σπουδές του για να τα βγάλει πέρα.

Όντας στο τελευταίο έτος των σπουδών του, ένα μεσημέρι γυρνώντας σπίτι του από το πανεπιστήμιο άνοιξε τη τηλεόραση για να παρακολουθήσει λίγο χαλαρώνοντας στον καναπέ. Χάζεψε ένα παλιό σήριαλ που έπαιζε σε επανάληψη και μετά μόλις ξεκίνησαν οι ειδήσεις, σηκώθηκε να μαγειρέψει μια ομελέτα για να φάει. Χτυπούσε τα αυγά και ψιλόκοβε λαχανικά, όταν άκουσε από την τηλεόραση που ήταν ανοιχτή στο σαλόνι για μια υπόθεση δολοφονίας ενός Παπά στη γειτονιά του. Παράτησε ότι έκανε και πήγε να καθίσει στον καναπέ πάλι ώστε να ακούσει με προσοχή. Απ’ ότι αποδείχτηκε, ο Δημήτρης από το κατηχητικό, δολοφόνησε τον Πάτερ Χαράλαμπο-έτσι λεγόταν τελικά- με ένα μαχαίρι και ύστερα παραδόθηκε αυτοβούλως στα αρχές. Οι δημοσιογράφοι έκαναν λόγο για ασέλγεια κατ’ εξακολούθηση του Πάτερ Χαράλαμπου στον Δημήτρη, από όταν ήταν ανήλικος ακόμα ως παπαδοπαίδι. Σαν να μην έφτανε αυτό, από τηλεοπτικά παράθυρα εμφανίζονταν με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και άλλοι μάρτυρες, οι οποίοι κατήγγειλαν ασέλγεια από τον Πάτερ Χαράλαμπο εις βάρος τους. Εξομολογούνταν ο ένας μετά τον άλλον ότι τους προσέγγιζε στο κατηχητικό όταν ήταν ανήλικοι και τους πρότεινε να γίνουν παπαδοπαίδια. Ύστερα εκμεταλλευόμενος τον όλο και περισσότερο χρόνο που περνούσε μαζί τους, ασελγούσε εις βάρος τους και πολλές φορές οι πράξεις αυτές λαμβάναν χώρα μπροστά στην Αγία Τράπεζα!

Ο Γιώργος, δίχως να φαίνεται σαστισμένος από τα γεγονότα που μόλις είχε ακούσει, μειδίασε ελαφρώς ειρωνικά, έκλεισε την τηλεόραση και πήγε στην κουζίνα . Ξεκίνησε να ψιλοκόβει λαχανικά αλλά μετά από λίγο σταμάτησε. Παράτησε το μαχαίρι κάτω, βγήκε από την κουζίνα, φόρεσε το μπουφάν του και κατέβηκε κάτω στο πάρκινγκ που ήταν παρκαρισμένη η βέσπα του πατέρα του. Ανέβηκε πάνω, έβαλε μπρος και έφυγε. Έφτασε στην εκκλησία της γειτονιάς του και μπήκε μέσα. Έριξε ένα κέρμα στο παγκάρι και πήρε ένα κερί. Προχώρησε προς το μανουάλι και κοντοστάθηκε κρατώντας το στο χέρι.

« Ευχαριστώ Ζωίτσα…» ψέλλισε, το άναψε και το σφήνωσε στην άμμο.

Γύρισε και έφυγε και δεν ξαναπάτησε ποτέ του εκεί μέσα.

Concrete
france-christian-church-art-historically

Κατηχητικό

του Δαμιανού Λαουνάρου