Έφυγε και αυτή η σχολική χρονιά μα εγώ είμαι πλέον τριάντα και τώρα πια δεν μετράω τα χρόνια με τα καλοκαίρια και το καλοκαίρι δεν ξεκινάει με το πρώτο παγωτό αλλά με την πρώτη ενεργοποίηση του αιρκοντίσιον το μεσημέρι εκείνο που το ταβάνι θα στάξει ιδρώτα και οι κάλτσες θα κλειδωθούν στο ψυγείο. Η προσμονή για το τελευταίο σχολικό κουδούνι έχει πια λησμονηθεί. Δεν υπάρχει παύση αλλά μια κερδισμένη ελευθερία με τη σκόνη από τα χωματόδρομο και τα χαλίκια να την πνιγεί σε κάθε βήμα και κάποιος έσφιξε τις βρύσες για να μην μπορώ να την ξεπλύνω από πάνω μου με αφορμή ένα μπουγέλο με τους φίλους μου. Οι φράουλες και οι κερασιές φούντωσαν αλλά ικανοποιώ την ανάγκη μου για κόκκινο στο βραδινό δείπνο με μισοψημένο κρέας και τηγανητές πατάτες. Και τα πιάτα στοιβάζονται στον νεροχύτη αφού η μαμά μου είναι πλέον μακριά. Και στο χωριό έχω να πατήσω χρόνια. Οι παππούδες στο νεκροταφείο παρέα με τα βατράχια και οι αναμνήσεις μου από αυτούς ακόμα επιπλέουν σε κάθε πρόσκαιρη λιμνούλα που οι ξαφνικές καλοκαιρινές μπόρες σχηματίζουν στο κατεστραμμένο οδόστρωμά της γειτονιάς μου. Οι μπαχτσέδες γέμισαν αγριόχορτα και τα δεντρόσπιτα που χτίσαμε με κλεμμένα υλικά από γιαπιά ρήμαξαν. Και εγώ που κάποτε λάτρευα να μαζεύω μπάμπουρες, τώρα αποφεύγω μέχρι και τα παιδιά των φίλων μου.

 

Τα καλοκαίρια μάτωναν οι αγκώνες και τα γόνατα από το παιχνίδι αλλά τώρα πληγώνω την δημιουργικότητα μου μπροστά από οθόνες και φωτοτυπικά μηχανήματα. Έχασα και το κλειδί για την αλυσίδα του ποδηλάτου και τώρα μέσα από το αμάξι βγάζω το κεφάλι και βρίζομαι με περαστικούς. Έτσι για να ξεσπάω τα νεύρα μου, να μην γεμίσει το στομάχι μου με σπόρους. Και οδηγώ, οδηγώ για να φτάσω στην πλαστική παραλία με τις τσιγαρένιες πέτρες και τα κατεστραμμένα κορμιά από τα χιλιάδες φλας, μα στο μυαλό μου έχω πάντα εκείνο τον καταρράκτη που βουτήξαμε μικροί και το παγωμένο νερό του ακόμα με ξυπνάει τα χαράματα όταν το φανάρι κάτω μπαλκόνι τρεμοπαίζει. Μέσα από πράσινους γκρεμούς, πουρνάρια με αρθρίτιδα και παιχνιδιάρικα φίδια, έχοντας στην τσάντα δυο μπουκάλια νερό, ψωμί και μερέντα χαράξαμε τις πιο όμορφες διαδρομές χωρίς κανένα φόβο για το μετά, χωρίς κανένα σκοπό.

 

Προσπαθώ να θυμηθώ, τις στροφές που με ζάλιζαν καθώς ταλαντευόμουν από νησί σε νησί, να θυμηθώ όλα εκείνα τα πρόσωπα που έκλαιγαν για μένα την τελευταία μέρα της κατασκήνωσης. Να βρω το χρώμα στα μαλλιά μου και με αυτό να βάψω τα κάγκελα του μπαλκονιού, τα πεύκα που κάηκαν να ξανά φυτέψω στην ταράτσα. Φοράω τα γυαλιά του μπαμπά μου, μήπως και μπορέσω να με δω παιδί στο καθρέφτη, μήπως και μπορέσω να αντέξω το βάρος του ήλιου. Αναπολώ την μέρα που το έσκασα από το εξοχικό για να πάω να δω τα ελάφια. Αναπολώ κουρελιασμένος πάνω στην καρεκλά του σκηνοθέτη υπό το φως μιας φουξ σελόζιας και το άρωμα της σιντρονέλας τη ανέμελη αιωνιότητα των παιδικών μου καλοκαιριών.

 

Τα βράδια στα όνειρα μου μαζεύω κοχύλια και πευκοβελόνες, μεθάω με νεκταρίνια και προσεύχομαι καθώς κοιτάω το χώμα στις ντοματιές να ανασαίνει. Δεν υπάρχει ουρανός, πάρα μόνο κάποιο μεταβαλλόμενο χρώμα, γιατί εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες δεν χρειάστηκε ποτέ να κοιτάξω τον ουρανό, όσα χρειαζόμουν και όσα με γοήτευαν βρισκόταν επί γης.

Phoenician_memories-1452863585m.jpg

Ιούνης

του Ιωάννη Χριστοφορίδη