Το ξυπνητήρι χτυπούσε πάλι σαν δαιμονισμένο, ώρα 6:30. Με μια απότομη και μηχανική κίνηση το χέρι του επιθεωρητή το έκλεισε. Η λιγοστή σκόνη εκείνη ακριβώς την ώρα χάραζε την πορεία της για ακόμη μια φορά, περνώντας μπροστά από τις πρώτες ακτίνες του ηλίου, που έμπαιναν κλεφτά από την σπασμένη ξύλινη περσίδα του πατζουριού. Ο Επιθεωρητής Μπεκάτσας άπλωσε το δεξί του πόδι χτυπώντας για μια ακόμη φορά το μεγάλο του δάχτυλο στην άκρη του κρεβατιού. Γύρισε να βεβαιωθεί ότι η Φλώρα δεν ήταν δίπλα του, είπε ένα «να σου γαμήσω για κρεβάτι», πέταξε νευριασμένος το σεντόνι στο πλάι, έριξε μια μακρόσυρτη κλανιά και σηκώθηκε.

«Σήμερα άραγε είναι η μέρα;» Κάθε πρωί έκανε στον εαυτό του την ίδια ερώτηση. Κουτσαίνοντας μπήκε στο μπάνιο, κατούρησε χωρίς να σηκώσει το κάθισμα και πιτσίλησε όλο τον κόσμο, τίναξε την απαυτή του και τεντώθηκε ανοίγοντας τα χέρια του διάπλατα, χασμουρήθηκε βγάζοντας ένα ήχο ζούγκλας. Χάιδεψε στοργικά την χλαπατσοκοιλιά του και ανέβασε το σώβρακο. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Του άρεσε αυτό που έβλεπε. Έριξε γρήγορα νερό στα μούτρα του και ξέπλυνε το στόμα του με οδοντόκρεμα. Αφού σκουπίστηκε επιμελώς, έπιασε το χτενάκι του και άρχισε να ξαίνει το μαλλί του (στυλ Jimi Hendrix) όσο περισσότερο μπορούσε προσέχοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Έπειτα έπιασε το μουστάκι. Όπου χρειαζόταν με ένα μικρό ψαλιδάκι έκοβε τις τρίχες που πετούσαν. Μετά έκοψε και αυτές από την μύτη του και από τα αυτιά. Ήταν έτοιμος. Βγήκε και σαν βάρκα που μπατάρει πήγε στην καρέκλα, εκεί που είχε αφήσει τα ρούχα του το προηγούμενο βράδυ. Μύρισε το πουκάμισο. Φοριέται ακόμα σκέφτηκε. Έβαλε και το παντελόνι ενώ ανασύνταξε μέσα σε αυτό τα πλούσια ελέη του καθώς έκλεινε το φερμουάρ. Φόρεσε τις ίδιες κάλτσες που βρήκε στο πάτωμα και μετά προσεκτικά επιθεώρησε το τακούνι του αριστερού παπουτσιού να δει αν ήταν στο ύψος του. Τα δυο εκατοστά που έλειπαν από αυτό το πόδι ήταν ένα πολύτιμο κρυφό μυστικό που γνώριζε μονάχα εκείνος, η Φλώρα και ο τσαγκάρης του. Σηκώθηκε. Έβαλε τα όπλα από το συρτάρι του στην Θήκη μασχάλης τύπου Survivors και την φόρεσε. Βεβαιώθηκε ότι είχε το σήμα, το χτενάκι, και το βιβλίο του στην τσέπη της παντός καιρού καφέ καπαρντίνας του και βγήκε από το σπίτι. Ακριβώς τρία δευτερόλεπτα μετά επέστρεψε. Πήγε βιαστικός στην τουαλέτα. Ένας αβυσσαλέος διάλογος μεταξύ αυτού και της Φλώρας έπαιζε βασανιστικά και σε λούπα στο μυαλό του. Καθάρισε τις τρίχες στον νιπτήρα, ψέκασε την λεκάνη και το κάθισμα με χλωρίνη και την σκούπισε επιμελώς με χαρτί. Τράβηξε και το καζανάκι. Άλλαξε και σώβρακο και πουκάμισο και κάλτσες.

«Ένα βαρύ διπλό Αλέκο! Και μη ξεχάσεις πάλι το λουκούμι.» Φώναξε στον καφετζή της γειτονιάς καθώς κάθισε στο γνωστό τραπέζι που τον περίμενε ρεζερβέ κάθε πρωί. Μέχρι να φέρει ο Αλέκος τον καφέ ο Μπεκάτσας έβγαλε το βιβλίο από την τσέπη. «Ο Μαιγκρέ και το ακέφαλο πτώμα - G. Simenon» ήταν ο τίτλος που θα τον απασχολούσε σήμερα. «Για να σε δούμε και εσένα κύριε επιθεωρητά τι ψάρια πιάνεις. Καμιά καλή ατάκα έχεις;» Έφτασε ο καφές. «Τι διαβάζετε σήμερα κύριε επιθεωρητά;» «Δεν είναι αυτά για σένα Αλέκο, δεν τα καταλαβαίνεις.» Καθώς λοιπόν του άφηνε ο Αλέκος τον καφέ του είπε κάτι που τον ετάραξε πολύ.

«Τι εννοείς είδες τη Φλώρα μέσα στην νεκροφόρα, στις 3 τα ξημερώματα κοντά στο λιμάνι; Ποιος οδηγούσε;» Τον ρώτησε με μάτια γουρλωμένα ο Μπεκάτσας. Το μουστάκι του χόρευε σαν μαριονέτα πάνω στα χείλη του, ενώ η λεπτή και τσιριχτή φωνή του είχε σπάσει το τύμπανο του Αλέκου. (Ο λόγος για τον οποίο ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι το αγαπημένο γλυκό του Μπεκάτσα μπορεί να είναι το συκαλάκι, οφείλεται σε μια αποτυχημένη επέμβαση αφαίρεσης αμυγδαλών που έκανε στην τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων του). «Πως κάνεις έτσι!» Του απαντάει ο Αλέκος. «Με εκείνες τις άλλες δυο ήταν, τις γνωστές και μια ψηλή μέχρι πάνω με ένα τουρμπάνι στο κεφάλι.» Συνεχίζει να του λέει. «Τουρμπάνι; Τι τουρμπάνι;» Τον ερωτάει γεμάτος αγωνία ο επιθεωρητής. «Τουρμπανένιο! Ξέρω εγώ; Δεν είναι δα και πρώτη φορά που γυρίζουν μαζί.» «Δεν είναι πρώτη φορά βεβαίως, αλλά είχαμε συμφωνήσει ότι θα ήταν και η τελευταία Αλέκο!» Του απαντάει ο επιθεωρητής Μπεκάτσας, χώνει και το λουκούμι στο στόμα.

Κακά μαντάτα για το Μπεκάτσα μας, πολύ κακά μαντάτα. Λέτε να ήρθε η μέρα που λαχταρούσε; Αυτή η πολυπόθητη ημέρα που θα πέσει στα χέρια του η απόλυτη υπόθεση και που φυσικά θα λύσει μονάχα εκείνος και θα συγκλονίσει όλο το πανελλήνιο, απασχολώντας για μέρες με το όνομά του τα ειδησεογραφικά κανάλια εσωτερικού αλλά και εξωτερικού. Λέτε;

Ο Μπεκάτσας ρούφηξε με θόρυβο και βιαστικά τον καφέ του. Έκαιγε σαν την κόλαση, αλλά με την κάψα που είχε εκείνη την ώρα δεν κατάλαβε και πολλά. Χαρισματικά μπορούσε και την πιο απλή υπόθεση να την πλάσει κινηματογραφικά μέσα στο μυαλό του, δουλεύοντάς την μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, ενοχοποιώντας φυσικά τους πάντες. Σενάρια λοιπόν περνούσαν ξανά σαν τρένα μέσα στο μυαλό του και σφύριζαν σε κάθε στάση. Σε ποια να κατέβαινε αυτή την φορά; Ήταν σίγουρος ότι εκείνες πάλι κάτι σκάρωναν. Ήταν δηλαδή 100% σίγουρος, δεν του το έβγαζες με τίποτα από το μυαλό. Και εκείνη με το τουρμπάνι ποια να ήταν; Μέχρι τώρα ήταν τρεις, έγιναν άραγε τέσσερις; Αυτό πήγαινε πολύ. Η Φλώρα πάντως του το είχε πει ξεκάθαρα, «Τέλος οι σαχλαμάρες Ευθύμιε μου.» Η Φλώρα Τζανέτη, η εκλεκτή της καρδιάς του, την οποία δεν έχει διστάσει στο παρελθόν να την χώσει μαζί με τις άλλες δυο φίλες της (Άννα και Λέτα) στην φυλακή, δυο φορές μάλιστα, κατηγορούμενες για δολοφονία εξ αμελείας, ενός ψυχιάτρου που τελικά δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα (μεγάλη ιστορία). Γιατί βλέπετε ο Μπεκάτσας μπορεί να λατρεύει την Φλωρίτσα του και να κόβονται τα γόνατά του σε κάθε τρυφερό βλεφαρισμό της, αλλά ο νόμος για τον Ευθύμιο Μπεκάτσα είναι πάνω απ’ όλα.

Τι να έκανε; Να την έπαιρνε στο τηλέφωνο; Ή μήπως να περνούσε από το μαγαζί, να έτρωγε και κανένα κέικ; Όχι-όχι καλυτέρα να της μιλούσε στο τηλέφωνο. Κάλεσε λοιπόν τον αριθμό της. Αμάν το έχει κλειστό. Λες να σκότωσαν ξανά κανένα άνθρωπο; Φούσκωσε σαν βάτραχος και τα μάγουλά του κοκκίνισαν. Το κουμπί από το πουκάμισο κόπηκε και κύλισε κάτω από το τραπέζι. Το ζάχαρό του έπεσε… «Αλέκο φέρε μου γρήγορα δυο λουκούμια!»

Το τρένο συνέχιζε να σφυρίζει μέσα στο κεφάλι του. Έφυγε δίχως σκέψη για το μαγαζί της Φλώρας. Αν δεν έχει φτιάξει σήμερα το κέικ βανίλια-πορτοκάλι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά…

Η βιτρίνα άδεια και τα στόρια κατεβασμένα. Το ζάχαρο συνέχιζε να πέφτει με γρήγορους ρυθμούς. Τα πόδια του επιθεωρητή άρχισαν να τρέμουν, όμως δεν είχε συνηθίσει να το βάζει εύκολα κάτω. Επομένη στάση στο γραφείο τελετών. «Περικλή η Άννα;» «Θα λείπει όλη μέρα κύριε Μπεκάτσα.» «Επιθεωρητής Περικλή, επιθεωρητής!» Ο Μπεκάτσας ξεκούμπωσε τον γιακά του και ήπιε λίγο νερό, η γλώσσα του είχε γίνει σαν πετσί. Να δεις που σκότωσαν πάλι κανένα άνθρωπο. Ξαναπήρε την Φλώρα στο τηλέφωνο. Σκατά πάλι κλειστό. Άρχισαν να τον πονάνε τα νεφρά του και το στομάχι του έδεσε κόμπος. Ίσιωσε το μουστάκι και έβγαλε το χτενάκι από την τσέπη. Φούντωσε το μαλλί. Η νεκροφόρα της Άννας πέρασε από μπροστά του. Μέσα ήταν οι τρεις και αυτή η ψηλή με το τουρμπάνι. Ποια είναι γαμώτο αυτή με το τουρμπάνι; Να δεις πάλι κάποιον σκότωσαν. «Φλώρα!» Φώναξε το όνομά της δυνατά. Όμως τα παράθυρα ήταν κλειστά και ο Κόεν έπαιζε στην διαπασών. Ακολούθησε την νεκροφόρα με το αμάξι του. Κρατούσε φυσικά τις απαιτούμενες αποστάσεις, έστριψαν εκείνες σε μια πυλωτή. Ο Μπεκάτσας πάρκαρε λίγο πιο πίσω. Κρύφτηκε μέσα στα ανθισμένα κλαδιά μιας μοβ βουκαμβίλιας εκεί δίπλα στην πέργκολα και τις παρακολουθούσε προσεκτικά και πολύ έμπειρα. Πρώτη βγήκε η Άννα, μετά εκείνη η ιπτάμενη η Λέτα και ακολούθησε η Φλώρα. Περίμενε να δει εκείνη την τέταρτη την ψηλή με το τουρμπάνι. Οι τρεις φίλες πήγαν και άνοιξαν το πορτ-μπαγκάζ, έσυραν έξω το φέρετρο. Η άλλη με το τουρμπάνι δε είχε κουνήσει. Γιατί δεν βγήκε; Ποια ήταν; Άνοιξαν το φέρετρο και κάτι έβγαλαν από μέσα. Τι σκατά έβγαλαν από μέσα; Δεν μπορούσε να δει καλά. Η βουκαμβίλια είχε γίνει ένα με εκείνον και μια περίεργη μέλισσα σβούριζε απειλητικά κοντά στο δεξί του αυτί. Ποιον είχαν στο φέρετρο αυτή τη φορά; Ποιον κακομοίρη σκότωσαν πάλι; Έσπρωξαν το φέρετρο στη θέση του και μπήκαν στη νεκροφόρα. Ο Μπεκάτσας δίχως να χάσει χρόνο λίγο πριν εκείνες βγουν από την πυλωτή πετάχτηκε απότομα μπροστά τους με το όπλο στο χέρι. Με τσιριχτή φωνή αλλά γεμάτη μυστήριο, (έβαλε λίγο γρέζι και αρκετή σιγουριά) τους είπε: «Άννα Τέλη, Φλώρα Τζανέτη, Λέτα Στεργίου και εσύ η ψηλή με το τουρμπάνι, you've got to ask yourself one question. 'Do you feel lucky? 'Do you…. Punk?»

«Έφτασαν και τα λουκούμια σου κύριε επιθεωρητά.» Ο Μπεκάτσας ανακάθισε στην καρέκλα. Το τηλέφωνο εκείνη την ίδια ακριβώς στιγμή χτύπησε με το ήχο του bolero. «Ευθύμιε μου με πήρες; Το μεσημέρι θα έχω έτοιμα τα γεμιστά να κρατάς φέτα και ψωμί, καλά χθες το βράδυ δηλαδή το ξημέρωμα άραξε ένα καράβι από την Περσία στο λιμάνι, η Λέτα τα είχε με τον καπετάνιο, πήραμε με τα κορίτσια κάτι υφάσματα μούρλια! Ολόκληρα τόπια! Γεμίσαμε την νεκροφόρα μέχρι πάνω θα τα δεις όταν έρθεις και μην αργήσεις πάλι! Το φαγητό θα κρυώσει!»

«Αλέκο! Τον λογαριασμό!»

Concrete

Η Ψηλή με το Τουρμπάνι

της Κλαίρης Καμπάνη