Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, σε τέσσερα επεισόδια των 121 λέξεων ακριβώς

-1-

Η μάνα, φευγάτη από πάντα. Ο πατέρας, καλή ψυχούλα, κοιμόταν και ξυπνούσε μεθυσμένος, ώσπου ένα χειμωνιάτικο, σκοτεινό πρωινό, δεν ξαναξύπνησε· πάει καιρός από τότε. 

Οι νυχτερινοί δρόμοι της πόλης μ’ έκαναν σκληρόπετση· αντέχω· τώρα στα δεκαεφτά μου, πουλώ τα κάλλη μου κρυμμένη μέσα στις σκιές, απόξω απ’ την εκκλησία της Παναγιάς της Καπνικαρέας.

Τυλιγμένη στο παλτό μου, ανεβοκατεβαίνω το λερό πλακόστρωτο της Ερμού για να μην παγώσω. Τώρα που κλείνουν τ’ άλλα μαγαζιά, εγώ ανοίγω το δικό μου. Οι διαβάτες λιγοστοί, βιαστικοί, τρέχουν να κρυφτούν στη ζεστασιά των άχαρων ζωών τους.

Άγια νύχτα Χριστουγέννων απόψε, για φαντάσου! Από τα μικράτα μου έχω μάθει, με το χειρότερο τρόπο, ότι ακριβώς όπως δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα, έτσι ανύπαρκτος είναι κι ο Άγιος Βασίλης. 


-2-

Οι ώρες σέρνονται απελπιστικά αργά. Ερημιά. Εκτός από την αφεντιά μου, μόνο δυο καχεκτικά, αδέσποτα κοπρόσκυλα, βατεύονται στην απέναντι γωνιά. Λίγο παρακάτω, δυο μπάτσοι, όρθιοι δίπλα στις μηχανές τους, σιγοκουβεντιάζουν πίνοντας καφέ· παλιοί μου γνώριμοι· αφού με πήραν τζάμπα τρεις-τέσσερις φορές, ύστερα με βαρέθηκαν· δεν μ’ ενοχλούν πια. Ίσα-ίσα που η ασήμαντη παρουσία τους, μου δίνει κάποια αίσθηση ασφάλειας, στους διάδρομους ετούτου του αχανούς φρενοκομείου που συμβιώνουμε. 

Περπατώντας βαριεστημένα, παρακολουθώ το είδωλό μου πάνω στις φανταχτερά στολισμένες βιτρίνες να με κοιτάζει κοροϊδευτικά. Σκέφτομαι ότι έχει δίκιο ο εαυτός μου, που χασκογελάει μαζί μου· τέτοια νύχτα, χάνω τον καιρό μου εδώ χάμω, αλλά πού αλλού να βρω καλύτερα. Η ημιυπόγεια γκαρσονιέρα μου, πιο παγωμένη απ’ τους δρόμους, βρωμάει μιζέρια και ζέχνει μοναξιά. 

-3-

Πίσω από την πλάτη μου ακούω τους καβαλάρηδες του νόμου ν’ απομακρύνονται μαρσάροντας. Κάποιο συμβάν, ίσως. Ένα δυνατό πνεύμα παγωμένου αέρα έρχεται ξαφνικά απ’ τον Κεραμεικό, σαρώνοντας απ’ τον πεζόδρομο τα σκουπίδια, που τώρα στροβιλίζονται στους τρελούς ρυθμούς κάποιου απ’ τους γιους του Αιόλου.

Από μακριά, βλέπω έναν κοντόπαχο, αστείο ανθρωπάκο με θυσανωτή, λευκή γενειάδα· ντυμένος με μια πορτοκαλί, ολόσωμη φόρμα εργασίας, έρχεται βιαστικά προς το μέρος μου. Καταλαβαίνω ότι μ’ έχει βάλει στο μάτι και κοντοστέκομαι. Έχω πάει και με χειρότερους, σκέφτομαι όπως με πλησιάζει. Το πρόσωπό του είναι στρογγυλό και πλαδαρό· τα μικρά, γαλάζια μάτια του γυαλίζουν πυρετικά πίσω από τα στρογγυλά, συρμάτινα γυαλιά· στα παχιά, φιλήδονα χείλη του, μισοκρυμμένα κάτω απ’ τις ατίθασες τρίχες, σχηματίζεται ένα πονηρό χαμόγελο.


-4-

«Έλα βρε Φωτεινούλα μου, και σε ψάχνω όλη νύχτα!», μου φωνάζει, αρπάζοντάς με απ’ το χέρι. Πώς διάβολο ξέρει το όνομά μου! Με τραβολογά προς έναν σκοτεινό παράδρομο. Δεν ξέρω γιατί, μα δεν αντιστέκομαι. Βγάζει από την τσέπη του ένα μάτσο κλειδιά και ξεκλειδώνει την πόρτα του συνοδηγού ενός πανάρχαιου, κόκκινου καμιονιού, που είναι παράνομα παρκαρισμένο, ακριβώς πάνω στη διάβαση πεζών. «Μπες γρήγορα, γιατί έχουμε αργήσει!», τσιρίζει τρέχοντας απ’ την άλλη μεριά, να πιάσει το τιμόνι. Υπακούω σαν υπνωτισμένη. «Φόρα τη ζώνη σου», με διατάζει, βάζοντας μπροστά τη μηχανή. «Έχουμε τόσα δώρα να μοιράσουμε απόψε!», μου λέει κοιτώντας με τρισευτυχισμένος κι όπως το αρχαίο όχημα απογειώνεται στον έναστρο ουρανό, το βροντερό του γέλιο ακούγεται σαν υπέροχη μουσική στ’ αυτιά μου: «Χο-χο-χο!»  
 

Η Φωτεινή της Νύχτας

του Αλέξανδρου Raskolnick