Διάλεξα να βγαίνω από το σπίτι, όλο αυτόν τον καιρό του #Μένουμε μέσα μόνο μία φορά για τα απαραίτητα, άντε άλλη μια τα απογεύματα για ξεμούδιασμα και πάντα μετά την αποστολή του σχετικού μηνύματος στο 13033. Μια φορά που, σε ώρα αιχμής, είχα στείλει 2 για να πάω στο κατάστημα ψιλικών να πάρω γάλα, το σύστημα έκανε ένα τέταρτο της ώρας να μου δώσει την απαραίτητη για την διάθεση μου, άδεια. Είχα γίνει φίλος με το απρόσωπο νούμερο και εκείνα τα λίγα λεπτά η φιλία μας διακυβεύτηκε. Η άδεια ήρθε αλλά στην σύντομη διαδρομή ήμουν γεμάτος σκέψεις. Αυτοεξυπηρετήθηκα, πλήρωσα με ανέπαφη κάρτα, χαιρέτησα χωρίς να προσέξω τίποτα το ιδιαίτερο.  Θα έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου πως η μικρή καθυστέρηση στην ανταπόκριση του συστήματος ήταν σκηνοθετημένη για κάποιο λόγο σοβαρό. Ήμουν ανήσυχος και με το σύστημα είχαμε τσακωθεί. Στον διάδρομο της πολυκατοικίας αντιλήφθηκα μια ανεπαίσθητη κίνηση στην πλάτη μου μέχρι λίγο πίσω από το δεξί μου αυτί, εκεί που τ’ έσφιγγε το λάστιχο της μάσκας. Κάποιο κουνουπάκι σκέφτηκα αλλά αυτό ήταν μεγαλύτερο. Κινήθηκα στρίβοντας δεξιά και με το χέρι έκανα πως το διώχνω ενώ βιάστηκα να βγάλω τα κλειδιά. Αυτό έστριψε μαζί μου και έμεινε αθέατο. Στην πόρτα γύρισα το κεφάλι μου με το χέρι στην κλειδαριά, ξεκλείδωσα παίρνοντας μια αφύσικη στάση με το μισό κορμί στραμμένο προς τα πίσω και είδα μια πράσινη μπίλια με πολλές λεπτές ακτίνες που τέλειωναν σε βεντούζες να αιωρείται. Μπήκε μαζί μου στο διαμέρισμα κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου. Έμενε πεισματικά πίσω μου και έκανε ένα δυο θορυβώδη γκελ στα πλακάκια και στην κουζίνα μπήκε κάτω από την καρέκλα και το τραπέζι. Εγώ έστριβα δεξιά αριστερά προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι είναι αυτή η πράσινη μπίλια σαν άγγουρος αχινός. Έβγαλα την χειρουργική μάσκα και τα πλαστικά γάντια και αυτό πλησίασε τον κάδο λίγο μετά που τα πέταξα. Έκανα μια απότομη στροφή κρατώντας το καπάκι του κάδου να το καπακώσω, τελευταία κίνηση λες και μου είχε μείνει η μαύρη μπίλια με το νούμερο 8 όπως στο αμερικάνικο μπιλιάρδο. Η μπίλια όμως ήταν ευκίνητη και τρομακτικά πράσινη… Άρπαξα το αντισηπτικό και του ‘ριξα ριπές από το μπλε υγρό. Πήγε αντισηπτικό στα ντουλάπια και στους τοίχους. Άφηνε γραμμές υγρές με αφρούς που έσταζαν. Έτσουζε η μύτη αλλά ευχάριστα. Αυτό έμενε σταθερά πίσω μου και έριξα αντισηπτικό πάνω από τους ώμους μου σαν να ήταν αλάτι που ξορκίζει το κακό. Το άκουσα  να σβήνει μ’ ένα φσσς. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και φύσηξε καθαρός αέρας.

Η μπίλια

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo