Στην Α.

 

Εγώ θα πεθάνω αλλού. Ίσως δείχνω να ανήκω κάπου, αλλά δεν είν’ετσι. Μαζεύω, ας πούμε, εφόδια γι’ αυτό το αλλού. Δεν ειμ' ανθρωπος των γραμμάτων ούτε και των τεχνών. Πόσο μισώ αυτές τις εκφράσεις! Αυτούς τους τύπους… είμαι όμως φιλόδοξος• πολύ φιλόδοξος. Απαιτώ από 'με τα πάντα για να μπορέσω μελλοντικά να τ’ απορρίψω, να τ ‘αποτινάξω. Ούτε Ζορμπάς ούτε Καζαντζάκης -αυτό το δίπολο… Εγώ θα πεθάνω αλλού. Σ' ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα. Ξερακιανός. Σαλάτα, το χειμώνα σούπα ή βελουτέ και κρασί κόκκινο.

Παλαιοκομμουνιστικό. Κοντά στη θάλασσα. Στη Μεσόγειο. Ίσως κάπου στα παράλια της Σικελίας ή του Μαγκρέμπ. Δε θ ‘ασχολούμαι πια με την πολιτική, ούτε με τα πολλά χαρτιά. Θα παίζω πάντοτε σαξόφωνο. Και θα πίνω κρασί. Κόκκινο. Εγώ θα πεθάνω αλλιώς. Ευτυχισμένος. Ερωτευμένος με μια ζωή που φεύγει, τ' οξυγόνο και τη γυναίκα μου. Δε θά 'ναι πολύ νεότερή μου. Δε θα ‘χει όνομα, εθνικότητα και λοιπά αστυνομικά στοιχεία. Απλώς, λογικά, θά’ ναι κάπου την ηλικία μου. Και θα είναι όμορφη• πολύ όμορφη! Θα έχουμε κι εγγόνια. Ισως αρκετά εγγόνια.

 

Κι εμείς πάντα εκεί, στη μικρή μας ταβέρνα, όπου θα φτιάχνουμε μόνο σούπες και σαλάτες. Το κρασί θα το μοιραζόμαστε με τους φίλους μας. Αστεία, παραμύθια και τραγούδια. Θα είμαστε υπερήλικες. Όταν κάνει κρύο, θα συνεχίζουμε στο μεγάλο τζάκι. Και θα διαβάζουμε όμορφες και παράξενες ιστορίες για τόπους μακρινούς. Θα έχουμε ταξιδέψει κι εμείς πολύ. Και θα κάνουμε έρωτα. Ακούστε που σας λέω• έτσι θα 'ναι. Εγώ θα πεθάνω αλλιώς. Και θα είναι ωραία. Ακούστε που σας λέω• το έχω ζήσει.  Και τώρα πια που το θυμάμαι, θα το γράψω…

«Είμαστε στην παραλία ξαπλωμένοι. Στην παραλία μας. Το φως του φεγγαριού δεν φτάνει για να δούμε ούτε το λευκό χρώμα στον παφλασμό του κύματος. Τα μικρά της πετραδάκια -δεν έχει άμμο- έχουν ήδη πάρει το σχήμα των σωμάτων μας. Είμαστε ώρα εδώ. Πάντα της άρεσε να καθόμαστε εδώ κάτι τέτοια δροσερά, ανοιξιάτικα βράδια. Ο ήχος των κυμάτων, σε συνδυασμό με αυτόν των τραγουδιών που φτάνουν από την ταβέρνα, δημιουργούν μια ακόμη πιο δροσερά μελωδική αίσθηση ηρεμίας.

 

Ηρεμώ κι εγώ. Είμαι απόλυτα ευτυχισμένος. Βιώνω τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου και καταφέρνω να τις απολαύσω. Το τοπίο είναι όπως ακριβώς το φαντάζεστε κι εγώ είμαι δίπλα της. Είναι πιο όμορφη από ποτέ. Γαλήνια και δυνατή μέσα στη λύπη της. Τα μάτια της μαύρα, φλογερά, και τα μαλλιά της άσπρα και σπαστά. Θέλω να την αγγίξω, να της κάνω έρωτα μέχρι να πετύχω -να πετύχουμε- την ανάστασή μας από αυτήν την όμορφη μα και καθόλα νεκρική εικόνα. Αλλά δεν μπορώ. Κάτι μέσα μου με κάνει να χάνω τις δυνάμεις μου, να παραλύω. Έχω την ανάγκη να της εκδηλώσω την αγάπη μου, έστω και για μια τελευταία φορά, κι αυτό με πνίγει. Εκείνη όμως καταλαβαίνει. Ξέρω ότι καταλαβαίνει και είμαι βαθιά ευτυχισμένος.

 

Υπό αυτές εδώ τις συνθήκες δε θα ξανανταμώσουμε ποτέ. Ας έχει… της χαρίζω τις τελευταίες μου δυνάμεις. Άλλωστε, τι τώρα τι σε μερικά λεπτά. Και της αποθέτω το: Τα λέμε... Κι εκείνη, γνωρίζοντας πως λέω την αλήθεια, μου σκάει ένα τελευταίο χαμόγελο. Το ναύλο μου γι’ απέναντι. Νιώθω τα χείλη της ν ‘ακουμπούν στα δικά μου, με μια χειρουργική σταθεροτητα, μια σιγουριά, πριν την ακούσω, από μακριά πια, να συμπληρώνει τη φράση μου. Σύντομα! »

Concrete

Η Ζωή Αλλιώς

του Νίκου Β. Παπαδόπουλου