{…ο έρωτας
Έχει τον τρόπο του,
Να καταργεί κάθε εξήγηση
Του τρόπου της
Του παντός 
Διοικήσεως…}


Συναντήθηκαν μες στους δρόμους της πόλης. Κανείς δεν ήξερε αν αυτό που νιώθουν είναι το κατακόρυφο βάρος του έρωτα ή απλά η νοσταλγία της νύχτας που τσακίζει τις αδύναμες ψυχές. Μίλησαν κάπως διστακτικά, εκείνος κράτησε ένα μεγάλο κολλάζ από καλοκαιρινά πράγματα που της άνηκε. Και εκείνη, έγινε ολόκληρη ένα κατακόκκινο φουστάνι, μια Ανίτα Μπέρμπερ φανταστείτε, χαμένη στον βερολινέζικο αιθέρα και τα λευκά ρόδα. Περπάτησαν ολόκληρη την πόλη μα δεν βρήκαν το κουράγιο να σταθούν, αφού κάτι τέτοιο θα ΄σβηνε όλες τις άλλες σημασίες και θα τους χάριζε την όψη ενός ερωτικού επιγράμματος που κανείς και ποτέ δεν ονειρεύτηκε. 
Και όταν εξάντλησαν την παιδική γλώσσα που κάποτε όλοι μιλήσαμε, ήρθε η ώρα του έρωτα. Όλες οι δόξες και όλα τα κατεστημένα έπεσαν και έσπασαν εμπρός στα πόδια τους. Η νύχτα,  πάντα η νύχτα, ντύθηκε τα πρόσωπα και τις φωνές τους, την στιγμιαία τους ομορφιά, έγινε το φόντο στην πιο τέλεια ιστορία. Εκείνη, λοιπόν την κρίσιμη στιγμή θυμήθηκαν με τόση λύπη πως καραδοκούν οι φύλακες, πως το φιλί τους θα σημαίνει μια σκληρή καταδίκη. Με όσο κουράγιο τους απέμενε δίχως λόγια αποφάσισαν πως ό,τι ακολουθήσει δεν θα ΄ναι παρά μια κίνηση ελευθερίας, ένας δρόμος ως την αγγελικότητα και την πτώση.


Όχι, όχι ο έρωτας δεν είναι συγκατάβαση, δεν σημαίνει υπακοή, αλλά χρέος απέναντι σε ένα ξαφνικό σύμπαν. Και έτσι αγγίχτηκαν με όλες τους τις δυνάμεις, την ώρα που από όλες τις γωνιές καιροφυλακτούσε η καταδίκη, η προδοσία. Ακούμπησαν τα χέρια τους, στους αγκώνες που άλλοτε βαστούσαν την λύπη τους, τώρα στήριξαν όλες τους τις ελπίδες. Το κολλάζ έπεσε στην γη, όλα δανείστηκαν το χρώμα του. Υπάρχουν τόσοι δρόμοι, του είπε, ως το φιλί. Υπάρχει το μέσα των χεριών και οι ώμοι του και ένας χορός που κάνει λιγότερο μάταιο το αποψινό θαύμα. 


Όσοι βρέθηκαν εκείνη την νύχτα κοντά τους έχουν να λένε για τον παράξενο χορό τους. Τις ηλεκτρισμένες κινήσεις και όσα τους καθιστούσαν ένα τρυφερό ρήγμα κόντρα στην πολιορκία και το αδιέξοδο. Οι άνθρωποι τους έδειχναν με μίσος όσο οι δυο τους αντάλλασαν πρόσωπα και σώματα, συνομιλώντας με σκιές που μπλέκονται, με όσα τους ταξίδευαν κοντά στον ουρανό και τ΄αστέρια. 


Η πένθιμη προσευχή εκείνης της έρημης ώρας τους καθόριζε. Υπήρξαν και αυτό είναι πέρα για πέρα αλήθεια, το εξαίσιο δείγμα της πιο μεγάλης ζωγραφικής. Τα σιδερόφραχτα θηρία που πρόσμεναν ένα τους λάθος νικήθηκαν από το μεγαλείο της καρδιάς. Βλέπετε υπάρχουν τόσοι άλλοι δρόμοι ως το φιλί και τόση θάλασσα στ΄ανάμεσά μας για να ταξιδέψουμε. Έτσι απολιθωμένοι παρέμειναν πιστοί στον έρωτα. Και οι μικρές τους, οι στριμωγμένες βιογραφίες έσκισαν το παραβάν της νύχτας που ρίζωσε στην πόλη. Μα έτσι είναι οι έρωτες, ένα δοξαστικό οδόφραγμα κάθε φορά, που κάνει λιγότερο μακρινές τις μοναξιές μας. Οι δυο τους το ένιωσαν, στήνοντας καταμεσίς του δρόμου, ένα μνημείο ερωτικό, προβαίνοντας σε ήττες με έναν τρόπο που πιστέψαμε πως είχε πια χαθεί. Ο έρωτάς τους υπήρξε τραγικός δίχως ελπίδα, το ξέρω. Ωστόσο ακόμη προβάλλεται στα μάτια μου ο τρόπος που αφομοιώνονταν στην άκρη του ειρηνικού δρόμου, επιστρατεύοντας χιλιάδες λησμονημένες γεωμετρίες, σε μια ύστατη πράξη ελευθερίας. Ακόμη φέρνω στο νου μου τους δυο τους, χλομούς σαν νερά, να συλλαβίζουν την ελπίδα μες στους φθαρμένους καιρούς, εφευρίσκοντας μια έξοδο από το πιο άγριο χρονικό.
Μην τους κατηγορήσετε για λυρισμό και άνεργες ευαισθησίες. Έπρεπε να φτάσουν στο φιλί από έναν άλλο δρόμο και με την αφέλεια των είκοσι μόλις χρόνων τους, το κατόρθωσαν. Και έγιναν η αποψινή ιστορία αγάπης, φιλοδοξώντας ένα σπουδαίο εγχείρημα που μονάχα η μουσική κατέκτησε.


Τα ονόματά τους ήταν και πάλι Τζούλιετ και Ρωμαίος και στο φόντο τους η οδός Αιόλου που τρεμόπαιζε, ανεπάγγελτη επιτέλους μες στην πιο βαθιά νύχτα. 
 

Η Εφευρετική Τζουλιέτ

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo