Ο συγγραφέας τής παρακάτω ιστοριούλας θέλησε να δώσει με τρόπο παραστατικό και γλαφυρό την εικόνα εκείνων των ανθρώπων που ταυτίζουν την ευτυχία με την νωθρότητα και τον εφησυχασμό. Ας κρίνει ο κάθε καλοπροαίρετος και προσεκτικός αναγνώστης, αν τα κατάφερε με όσα ακολουθούν.
 
    Βόρεια τού επινείου τής Αλχανίας, σε μια απόσταση είκοσι περίπου ναυτικών μιλίων, βρισκόταν ένα μικροσκοπικό κι απομονωμένο νησάκι που λόγω του μεγέθους του και της ασημαντότητάς του δεν αναφερόταν σε σχεδόν κανένα χάρτη τής εποχής. Για να καταλάβει κάποιος το μέγεθος τής Γαυριούς, φτάνει να πω ότι ήταν ζήτημα αν χρειαζόταν περσότερες από τρεις για να καλύψει την απόσταση απ’ το βορειότερο ως το νοτιότερο σημείο του νησιού. Κι έτσι όμως, το νησάκι τούτο φαινόταν άνετα απ’ την Αλχανία, ιδιαίτερα τις μέρες πούχε καθαρό ουρανό και τον ορίζοντα δεν τον σκέπαζε η υγρή αχλή τού ωκεανού.


    Η Γαυριώ ήταν ο παράδεισος για όποιον ήθελε να ερευνήσει εξονυχιστικά φυτά, ζώα κι ορυκτά. Συστάδες από πεύκα κι αιωνόβιους θαλασσόκεδρους σκέπαζαν ένα μεγάλο μέρος τού νησιού δίνοντας ένα χρώμα γκριζοπράσινο. Αυτός ο μονότονος χρωματισμός διακοπτόταν από κίτρινους αμμόλοφους στα χαμηλά σημεία κι από φρύγανα και μια πλούσια ποικιλία άγριων φυτών στα πιο ψηλά σημεία. Οι πολυάριθμοι λόφοι του ύψωναν πάνω απ’ τη βλάστηση τις γυμνές βραχώδεις κορφές τους, πράγμα που δημιουργούσε έναν τόνο θλίψης στ’ όλο τοπίο.


    Η Γαυριώ διέθετε τρεις μεγάλους όρμους όπου ολημερίς της μέρας ψάρευαν κι έκρωζαν ένα σωρό θαλασσοπούλια. Ο ένας περιτριγυριζόταν από απόκρημνους πελώριους βράχους κι από χοντρές μάζες βουλιαγμένων χαρακιών, ενώ οι άλλοι δύο ήσαν αμμουδεροί και προσβάσιμοι τόσο απ’ τη θάλασσα όσο κι απ’ τη στεριά. Εδώ η ξηρά προχωρούσε βαθιά μέσα στο υγρό στοιχείο κι ο τόπος ήταν πλήρης πεύκων που κατέβαιναν ως την άκρη του νερού.


    Το μεγαλύτερο ακρωτήρι τής Γαυριούς, ο Γότζος, απλωνόταν σε μια σημαντική έκταση στο βορειότερο κομμάτι τού νησιού. Δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ένας τεράστιος και μακρόστενος βράχος, έρημος και γυμνός με σχεδόν βλοσυρή όψη, που το μεγαλύτερο μέρος τού χρόνου μαστιγωνόταν από δυνατούς ανέμους. Στο σημείο αυτό οι υδάτινοι όγκοι μιας μόνιμα άγρυπνης θάλασσας θύμιζαν γίγαντες που πάλευαν μέσα σε μια φρικτή αγωνία να σηκώσουν τις πλάτες τους  για να ριχτούν στο ακρωτήριο και να το καταπιούν σαν χάπι!


    Μιλώντας για τους μόνιμους κατοίκους, πρέπει να πω ότι μόλις και μετά βίας ξεπερνούσαν τους εξήντα. Οι περσότεροι, μεγάλοι σε ηλικία, ήταν μαζεμένοι στον οικισμό Κλάβδος. Εκεί υπήρχε ένας απηρχαιωμένος κι υποτυπώδης λιμένας και μερικά σπίτια, μ’ επίπεδες στέγες από αργιλόχωμα, σκόρπια εδώ κι εκεί που θύμιζαν περσοτέρο σπηλιές χωμένες στην πλαγιά ενός πετρώδους λόφου, ακριβώς παν’ απ’ τον λιμένα. Οι υπόλοιποι ζούσαν σκόρπιοι σ’ όλο το νησί, ασχολούμενοι  με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Κι αυτοί κατοικούσαν σε χαμηλές πέτρινες και τετράγωνες τρώγλες, χτισμένες κοντά σε βαθμιδωτά χωράφια στις πλαγιές τού νησιού. Όλες οι κατοικίες πάντως και τα χωράφια κι οι κήποι κι οι στάνες σού έδιναν την εντύπωση ότι δεν αποτελούσαν έργα ανθρώπων παρά κατασκευές τής ίδιας της φύσης. 


Αυτή ήταν η Γαυριώ με το προκατακλυσμιαίο τοπίο της, το γιομάτο με θησαυρούς χλωρίδας και πανίδας και τ’ ανέγγιχτο απ’ το χέρι τού ανθρώπου, που καθιστούσε το νησί ένα μνημείο σπάνιας φυσικής ομορφιάς και ταυτόχρονα έναν ευαίσθητο βιότοπο. Ο ίδιος ο τόπος βάραινε εδώ κι αιώνες την κάθε γενιά με μια μεγάλη ευθύνη, αυτήν της διάσωσης και προστασίας τής μοναδικής φυσιογνωμίας τής Γαυριούς. 


Οι παλιότερες γενιές είχαν μια ξεκάθαρη αντίληψη για τη γη τους: Πάσχιζαν να διατηρήσουν την παραδοσιακή αγροτική ζωή από περηφάνια για τη φύση τους και την ταυτότητά τους. Κι η πιο πρόσφατη γενιά, όμως, είχε ξεκάθαρη αντίληψη για την Γαυριώ, με τη διαφορά ότι ήταν μια αντίληψη διαφορετική και προσαρμοσμένη για τα καλά στο κλίμα των καιρών! Πριν όμως αναφερθώ σ’ αυτό το λεπτό ζητηματάκι, ας δούμε τι γινόταν τα τελευταία καλοκαίρια σε τούτο τον ευλογημένο τόπο.    


    Οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονταν κατά τη διάρκεια τού θέρους ήταν ασυνήθιστα υψηλές. Ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες ο ήλιος δάμαζε τη γη σαν να την κράταγε στα νύχια του και τότε ήταν που σταματούσε κάθε ανάσα! Αυτό σε συνδυασμό με την υγρασία δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα αποπνιχτική. Περιττό να πω ότι το καλοκαίρι διαρκούσε περσότερο από τρεις μήνες. Συνήθως ξεκίναγε απ’ τον Μάη και μπορούσε να κρατήσει μέχρι και τον Σεπτέμβρη!


    Οι κάτοικοι γινόντουσαν ράθυμοι κι αργοί για όσο διαρκούσε το λιοπύρι και τις περσότερες φορές αγανακτούσαν γιατί δεν μπορούσαν να προχωρήσουν με τις καθημερνές τους εργασίες, είτε στα χωράφια είτε στα βοσκοτόπια και τις στάνες.


    Αυτοί που δεν αγανακτούσαν καθόλου με τον καύσωνα και γενικότερα με το καλοκαίρι στην Γαυριώ ήσαν οι σκηνίτες. Οι σκηνίτες ήσαν καλοζωισμένοι κι αργόσχολοι επισκέπτες, προερχόμενοι κυρίως από χώρες υπερβόρειες όπου το ψύχος τούς έδειχνε τα μοχθηρά του δόντια σχεδόν όλο το χρόνο. Επομένως, τα ζεστά κι εύκρατα κλίματα ήσαν γιαυτούς μια όαση και μια ευχάριστη ανάπαυλα απ’ τη μονοτονία και την παγερή πλήξη της ζωής τους στα μέρη τους. Ανάμεσα στους σκηνίτες υπήρχαν κι αρκετοί κάτοικοι τής Αλχανίας που επειδή ζούσαν δύο βήματα απ’ τη Γαυριώ, δεν έχαναν την ευκαιρία να παραθερίσουν εκεί.


    Σχεδόν κάθε μέρα τού Μάη μήνα κατέφθαναν στην Γαυριώ καραβέλες ή μπρατσέρες γιομάτες με σκηνίτες που τους ξεφόρτωναν στο ψευτολιμένα τού νησιού. Από εκεί σαν λυσσασμένα κοπρόσκυλα που καταδιώκουν την τροφή τους, ξαμολιούνταν σ’ όλο το μέρος μεγάλες αγέλες αρωματισμένων ανθρώπων, φλασκομάγουλων με ροδοκόκκινες παρειές και μακριές κόμες, που συνήθως κατέληγαν σε βρώμικες αλογοουρές, και μ’ ατημέλητα τετραγωνικά ή τριγωνικά μούσια. 


Ντυμένοι με πολύχρωμα σκουτιά και ως επί το πλείστον ξυπόλυτοι προχώραγαν σβέλτα μέσα σε μια υπόκωφη οχλαγωγία αναζητώντας το ιδανικό σημείο πάνω στο νησί όπου θα έστηναν τις σκηνές και τις τέντες τους (εξ ου και το παρατσούκλι σκηνίτες). Εκεί θα περνούσαν το καλοκαίρι προκειμένου να μαζέψουν τα κορμιά τους αυτό που είχαν στερηθεί όλους τους προηγούμενος μήνες: μεγάλα κομμάτια ήλιου και φωτός. Αυτό που εντυπωσίαζε ήταν ότι όλοι ανεξαιρέτως είχαν τα μοχθηρά μάτια του φιδιού που ποτέ δεν αλλάζει έκφραση ότι κι αν συλλογιέται.


    Όλη τη μέρα λιάζονταν σαν το βόδια ή κολυμπούσαν στα σμαραγδένια νερά τής Γαυριούς. Όλοι ανεξαιρέτως επισκεπτόντουσαν, κάποια στιγμή, και το ακρωτήρι τού Γότζου γιατί εκεί υπήρχε κάτι το αξιοπερίεργο: Σε μια κάπως μεγάλη προεξοχή τού βράχου, κάποιοι είχαν βιδώσει μια τεράστια σιδερένια λεκάνη τουαλέτας, ύψους τριών μέτρων, υπολογισμένο απ’ την άνω άκρη τού καπακιού, όταν αυτό ήταν σηκωμένο, μέχρι το έδαφος. Το άνοιγμα τής λεκάνης ήταν τέτοιο που χώραγε μέσα δέκα ανθρώπους! Συνήθως το καπάκι ήταν κατεβασμένο για να μπορεί ο επισκέπτης ν’ ανέβει κι από εκεί ψηλά ν’ αγναντέψει το πέλαγος όταν το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες, βέβαια. Όμως τον πραγματικό λόγο ύπαρξης αυτής της κατασκευής σ’ εκείνο το σημείο τής Γαυριούς, μόνον οι μόνιμοι κάτοικοι τον ήξεραν….


Όταν στον ουρανό έσβηναν οι τελευταίες φωτιές τού δειλινού, οι παραθεριστές μαζευόντουσαν σε μικρές ομάδες και με τους ίσκιους τής νύχτας και το γλυκό αεράκι άναβαν τις δικές τους φωτιές, σχημάτιζαν μεγάλους κύκλους γύρω απ’ αυτές κι υπό τη συνοδεία αυλών και κροτάλων τραγουδούσαν ύμνους ή χόρευαν φορώντας προσωπεία. Άλλες φορές, πάλι, ρίχνονταν αναμαλλιασμένοι σε ορμητικές κι ακανόνιστες διαδρομές βγάζοντας δυνατές κραυγές σαν μανιασμένοι. Την ίδια στιγμή σε κάποια άλλα σημεία τού νησιού άλλοι σκηνίτες αφιερωνόντουσαν με ευλάβεια στο πιοτό των αμπελιών και στον διαμελισμό και την κατάποση ωμού κρέατος κάποιας κατσίκας ή προβάτου που έκλεβαν απ’ τις στάνες των χωρικών. 


Πιο ήρεμη ήταν η κατάσταση στον κύριο οικισμό της Γαυριούς, τον Κλάβδο, όπου οι υπόλοιποι σκηνίτες συνωστίζονταν δίπλα σε δύο υπαίθριες ταβέρνες κι εκεί ένας δικός τους ηθοποιός, γουρουνοσάγονος και καμπουρομύτης, αναλάμβανε μέσα σε μια μυρόπνοη ατμοσφαίρα να τους διασκεδάσει απαγγέλλοντας επιγράμματα αρχαίων ποιητών όπως του Πάρασχου, της Ταχτσούς και του Χρυσομάλλη. Ύστερα ακολουθούσαν «βαθυστόχαστες» συζητήσεις μεταξύ τυρού και αχλαδίου. Όλοι τους πάσχιζαν τις στιγμές αυτές να φανούν σοβαροί και πνευματώδεις χρησιμοποιώντας κλεμμένα λόγια, σαν να μην είχαν τη δική τους γλώσσα.


    Υπήρχαν φορές που ορισμένοι ακούγονταν μεθυσμένοι και θυμωμένοι καθώς οι «βαθιές» κουβέντες συνοδευόντουσαν από διαφωνίες μεσούσης ακατάσχετης οινοποσίας. Τότε ήταν που έπεφταν οι βλαστήμιες χαλάζι και ξεσπούσαν σε τέτοιες εκρήξεις οργής που νόμιζες πως θα αρπάζονταν στα χέρια. Μα κάθε φορά ο καβγάς κόπαζε κι οι φωνές χαμήλωναν μέχρι το ξέσπασμα μιας νέας κρίσης που με τη σειρά της σταματούσε πριν φτάσει σε σύγκρουση.


    Έτσι κυλούσε όλο το βράδυ στο νησί· στην πραγματικότητα έτσι κυλούσαν όλα τα καλοκαιρινά βράδια στο νησί τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Το θέαμα που παρουσίαζε όλο αυτό το ανθρωπομάζεμα ξένιζε κάπως τους κατοίκους τού νησιού που δεν ήσαν συνηθισμένοι σε τέτοια. Αλλά ήσαν συνηθισμένοι στην κακογλωσσιά που την είχαν από φυσικό τους. Κι επειδή οι καλοκαιρινοί μήνες ευνοούσαν την αεργία, είχαν όλο τον καιρό να γίνουν ολόφτυστοι η κακογλωσσιά και το κουτσομπολιό και ν’ αρχίσουν να σχολιάζουν και να κοροϊδεύουν τους σκηνίτες.


    Αυτό, φυσικά, γινόταν κρυφά γιατί δεν θέλανε να νιώσουν προσβεβλημένοι όλοι αυτοί απ’ τους οποίους οι χωριάτες είχαν οφέλη οικονομικά, κυρίως. Έτσι, εκτός απ’ τη σαβούρα και τις καβαλίνες τους που άφηναν πίσω οι σκηνίτες, όταν τελείωναν τις διακοπές τους, άφηναν κι ένα σωρό δηνάρια. Για τις ακαθαρσίες και τα σκουπίδια των σκηνιτών δεν έδιναν φράγκο οι χωριάτες, αλλά για τα χρήματά τους προσκυνούσαν κι ανέχονταν όλα τους τα καπρίτσια και τις παραξενιές. 


Με τον καιρό ξεχάστηκαν τα περί προστασίας τού φυσικού θησαυρού και διάσωσης τής παραδοσιακής φυσιογνωμίας τής Γαυριούς, για την οποία πάσχιζαν οι προηγούμενες γενιές, όπως ανέφερα στην αρχή. Αποτέλεσμα αυτού ήταν όχι μόνον να χειροτερέψει η εικόνα του νησιού αλλά και να σταματήσουν οι κάτοικοι να εξυψώνουν το παρελθόν. Έπεσαν λοιπόν σε απραξία όσον αφορά στον τόπο τους, λησμονώντας ότι η χειρίστη των καταστάσεων είναι όταν ο άνθρωπος δεν έχει να κάνει απολύτως τίποτα.

        
      Αυτή η απραξία μεγάλωνε ακόμα περσότερο τους χειμερινούς μήνες γιατί οι έντονες βροχοπτώσεις κι οι ισχυροί άνεμοι που φυσούσαν στο νησί την περίοδο αυτή, καθήλωναν τους κατοίκους στα σπίτια τους για πολύ καιρό. Μαζί με την απραξία μεγάλωνε, θάλεγα καλύτερα, γιγαντωνόταν η μοναξιά κι η εγκατάλειψη όχι τόσο λόγω της αναχώρησης των σκηνιτών που έδιναν ζωή στο νησί, έστω με τις παλάβρες τους, όσο εξαιτίας τής αδιαφορίας που έδειχνε η ηπειρωτική χώρα με τους άρχοντές της, εδώ και πολλά χρόνια, προς τους κατοίκους και το νησί, γενικότερα. 


Θα νόμιζε κάποιος ότι το μητροπολιτικό κέντρο τής Γαυριούς ήταν το νησί που έδρευε η Αλχανία λόγω της εγγύτητάς του με την Γαυριώ. Στην πραγματικότητα η Γαυριώ όχι μόνον δεν υπαγόταν διοικητικά στο νησί αλλά αποτελούσε κι έδαφος ξένο προς αυτό. Η Γαυριώ ανήκε στην Τριαλαριλαράδα, μια χώρα που απείχε γύρω στα 350 ναυτικά μίλια απ’ αυτό το μικροσκοπικό νησί! Νάταν αυτή η τεράστια απόσταση που καθιστούσε στις συνειδήσεις των αρχόντων τής Τριαλαριλαράδας την ενασχόληση με τη Γαυριώ ένα επουσιώδες ζητηματάκι εν συγκρίσει μ’ άλλα πιο επείγοντα, κατά την άποψή τους; Ή μήπως τα πλεούμενα τής εποχής εκείνης αδυνατούσαν να καλύπτουν συχνά τόσο μεγάλες αποστάσεις για παροχή πάσας βοήθειας και στήριξης προς τη Γαυριώ, ιδιαίτερα όταν οι καιρικές συνθήκες ήσαν άθλιες;


    Σε κάθε περίπτωση οι κάτοικοι υπέφεραν ένα μεγάλο μέρος τού χρόνου όχι μόνον εξαιτίας τής μοναξιάς αλλά κυρίως γιατί ένιωθαν κι ήσαν αφημένοι στο έλεος τού Θεού. Κι ενώ πριν από αιώνες το νησί ήταν αυτάρκες από άποψη τροφής και νερού, τα τελευταία χρόνια ο δραστικός περιορισμός των καλλιεργήσιμων εκτάσεων κι η μείωση τού πληθυσμού προβάτων και αιγών έκανε δύσκολη τη διαβίωση των κατοίκων. Να μην αναφέρω φυσικά την μόνιμη απουσία γιατρού που αποτελούσε βραχνά και μόνιμο εφιάλτη για τους γηραιότερους, κυρίως.


    Κάποτε αποφάσισαν οι κάτοικοι να μιλήσουν για το πρόβλημα τής διατήρησης τού φυσικού πλούτου τού νησιού στο οποίο αναφέρθηκα στην αρχή τής ιστορίας μας. Κάνανε έκκληση στους άρχοντές τους γι’ ανάδειξη τού νησιού σε μνημείο πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς και για δημιουργία εθνικού πάρκου όπου θα προστατεύονταν τα σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας. Πίστευαν ότι τραβώντας το ενδιαφέρον των ιθυνόντων για το φυσικό θησαυρό τού νησιού, θα τους παρακινούσαν ταυτόχρονα να δείξουν ζήλο για την επίλυση των ζωτικής σημασίας προβλημάτων που τους ταλάνιζαν για δεκαετίες.


    Ως δια μαγείας (και δ ι α  τ ο ν  φ ό β ο  τ ω ν  Ι ο υ δ α ί ω ν), οι άρχοντες βγήκαν απ’ τον προαιώνιο και βαθύ λήθαργο τους κι ανακοίνωσαν εσπευσμένως δραστικά μέτρα για τη διάσωση τής φυσικής ομορφιάς τής Γαυριούς, έκοψαν γενναία κονδύλια, υποσχέθηκαν την αποστολή ειδικών στο νησί για εξειδικευμένες αυτοψίες, και διαφήμισαν σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο το διαμάντι που διέθετε η χώρα τους κι άκουγε στ’ όνομα Γαυριώ. Οι κάτοικοι αναντράνισαν κι οι ελπίδες για μια καλύτερη κι αξιοπρεπέστερη διαβίωση ανανεώθηκαν, αλλά βαθιά μέσα τους ένιωθαν τι λόγια και θεατρικά ήσαν όλα αυτά. Και πράγματι· οι ειδικοί που στάλθηκαν είτε έχασαν το δρόμο είτε παραστράτησαν, ενώ τα κονδύλια μέχρι να φτάσουν στη Γαυριώ, απ’ τις μεγάλες θαλασσοταραχές και το μακρύ ταξίδι κατέληξαν στον πάτο της θάλασσας!


     Κι επειδή ανάγκα και θεοί πείθονται, οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να στραφούν για βοήθεια στο επίνειο της Αλχανίας που ήταν δύο βήματα απ’ τη Γαυριώ. Με κάτι ψαρότρατες τής κακιάς ώρας κάνανε την θαλασσόδαρτη διαδρομή σχεδόν κάθε βδομάδα προκειμένου να προμηθευτούν τ’ απαραίτητα που έβριθαν, έτσι κι αλλιώς, στην Αλχανία. Συμφώνησαν μάλιστα να έρχεται τις φορές αυτές γιατρός στη Γαυριώ για να εξετάζει τα γερόντια και σε περίπτωση σοβαρού προβλήματος να νοσηλεύονται στην Αλχανία. Όλ’ αυτά γινόντουσαν με το αζημίωτο, βέβαια, αλλά αυτό δεν πείραζε τους κατοίκους τής Γαυριούς γιατί το χρήμα ακολουθούσε έναν δοκιμασμένο κι εύκολο δρόμο που δεν δημιουργούσε προσκόμματα: Απ’ τους σκηνίτες στους μόνιμους κατοίκους τού νησιού, από εκεί στην Αλχανία κι από εκεί ξανά στην Γαυριώ τους καλοκαιρινούς μήνες όταν επισκεπτόντουσαν το νησί κι οι κάτοικοι τού επινείου.


    Στην πορεία οι σχέσεις μεταξύ των δύο νησιών έγιναν πιο στενές. Πραγματοποιήθηκαν κάποιο γάμοι μεταξύ τους, έμαθε ο ένας τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα του άλλου και γενικότερα ο συγχρωτισμός σε όλα τα επίπεδα προχώρησε σε μεγάλο βαθμό. Οι άρχοντες όμως και των δύο χωρών, έτσι καχύποπτοι κι επιφυλακτικοί όπως ήσαν πάντα, δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτήν την στενή επαφή μεταξύ των κατοίκων των δύο περιοχών. Περσότερο επιφυλακτική ήταν η Τριαλαριλαράδα που λόγω της τεράστιας απόστασης που την χώριζε απ’ τη Γαυριώ, ένιωθε ότι χάνει κατ’ αυτόν τον τρόπο εδάφη. 


    Σε αυτή τους την ανασφάλεια συνέδραμαν ακόμα περσότερο κάτι περίεργες διαθέσεις των αρχόντων απ’ την άλλη πλευρά για προσάρτηση τού νησιού στα δικά τους εδάφη, με την αιτιολογία ότι οι κάτοικοι της Γαυριούς έβρισκαν θαλπωρή κι απάγκιο μόνον στην Αλχανία, ενώ η Τριαλαριλαράδα τους αγνοεί παντελώς. 


    Τότε, θέλοντας να δείξει πως δεν έχουν τα πράγματα έτσι, η Τριαλαριλαράδα ανακοίνωσε ξανά σειρά μέτρων για την προστασία κι ανάπτυξη τού νησιού, όπως την αποστολή ειδικών, την οικονομική ενίσχυση, τη διαφήμισή του στον τότε γνωστό κόσμο, κ.λ.π., κ.λ.π., κ.λ.π…. 


    Οι κάτοικοι τής Γαυριούς δυσανασχέτησαν αρχικά με τη στάση τής Αλχανίας που είχε σηκώσει ψηλά το μπαϊράκι και διαμαρτυρήθηκαν σφόδρα, προκειμένου να δείξουν σε τρίτους για μια φορά έστω στη ζωή τους πατριωτικό φρόνημα. Αλλά βαθιά μέσα τους δεν τους πείραζε και πολύ αν τελικά υπάγονταν στο επίνειο, μιας κι αυτό που τους ενδιέφερε δεν ήταν τα περί πατρίδας αλλά να περνάνε καλά και να νιώθουν ότι κάποιος δείχνει εμπράκτως πραγματικό ενδιαφέρον γιαυτούς! 


Απ’ την άλλη μεριά οι διαμαρτυρίες τής μητροπολιτικής χώρας δεν έλεγαν να κοπάσουν γιατί δεν εδιανοείτο επ’ ουδενί ότι η Αλχανία θα επέκτεινε την κυριαρχία της σε ξένα χωρικά ύδατα. Όλοι όμως καταλάβαιναν ότι η Τριαλαριλαράδα δεν νοιαζόταν τόσο για τα εδάφη όσο για την απώλεια περίπου εξήντα ψυχών που γιαυτήν μεταφράζονταν σε πολύτιμους ψήφους και σ’ ακόμα πολυτιμότερους φόρους!


Κάποια στιγμή κουράστηκαν ν’ ακούνε κούφια λόγια κι έτσι κόπασαν απ’ τη μεριά τους οι διαμαρτυρίες. Ένα βράδυ που λυσσομανούσε ο άνεμος και τα κύματα κόντευαν να πνίξουν τη Γαυριώ, ο Τρούλιας, ένας αλογομούρης σιδεράς τού νησιού, κουβάλησε μαζί με τους βοηθούς του μια γιγαντιαία λεκάνη τουαλέτας στο ακρότατο και ψηλότερο σημείο τού νησιού, στο ακρωτήριο τού Γότζου. Για ώρες πάλευαν να την βιδώσουν στην άκρη τού βράχου, εκεί όπου τα κύματα ξεχύνονταν με μανία μουγκρίζοντας. Τέτοια ήταν η αηδία του και το μπαΐλντισμά του για τις δυσοσμίες τής υποκρισίας που έβγαιναν σαν τις αναθυμιάσεις ενός βάλτου απ’ τα σπλάγχνα τής Τριαλαριλαράδας, που αψήφησε όλα τα στοιχεία τής φύσης προκειμένου να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα στους άρχοντες. Μετά από πολλούς κόπους κατάφεραν να βιδώσουν τη λεκάνη και βρεγμένοι ως το κόκκαλο ολοκλήρωσαν το έργο γράφοντας με μεγάλα κεφαλαία γράμματα και μαύρη μπογιά σ’ ένα πελώριο κομμάτι αλουμινίου, που τοποθέτησαν στην κορφή τής λεκάνης πάνω στο δεξαμενή της, με προσανατολισμό την ηπειρωτική χώρα τής Τριαλαριλαράδας, τη φράση «Φ Α Τ Ε    Τ Α  Σ Κ Α Τ Α  Μ Α Σ»!


    Εν μέσω όλης αυτής της αναστάτωσης, επισκέφτηκε την περιοχή ο Εγκέλαδος (κάτι που το συνήθιζε τα τελευταία τουλάχιστον χίλια χρόνια) και σχεδόν καταβρόχθισε την Γαυριώ αφήνοντας ανέγγιχτο, πάν’ απ’ την επιφάνεια του ωκεανού, μόνον το ακριανό σημείο τού Γότζου όπου ήταν βιδωμένη η τεράστια λεκάνη με την διάσημη επιγραφή της, για να θυμίζει σ’ όλους τη Γαυριώ με τις σπάνιες κι απαράμιλλες φυσικές ομορφιές της, τους θησαυρούς της και την παρά τρίχα ανακήρυξή της σε παγκόσμιο μνημείο φυσικών καλλονών!       

_69153501_stoerheadpetermoore_edited.jpg

Η Γαυριώ

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη