Ἡ Ἀλχανία ἦταν ἕνα ἐπίνειο χτισμένο στὰ βορειοδυτικὰ ἑνὸς νησιοῦ ποὺ μία ζωὴ ἐπαιρόταν γιὰ τὰ κατορθώματα τῶν προγόνων του καὶ γιὰ τὸ περιλάλητο παρελθόν του. Κι ὅπως συμβαίνει μὲ τόπους ποὺ ἔχουν μεγάλο παρελθὸν ἀλλὰ μοιραῖα μικρὸ παρὸν κι ἀκόμα μικρότερο ἢ κι ἀνύπαρκτο μέλλον, ἔτσι κι ἡ Ἀλχανία ἦταν καταδικασμένη νὰ χαθῇ μέσα σ’ ἕνα τέτοιο ἀνύπαρκτο μέλλον λόγῳ τοῦ βαθὺ ὕπνου στὸν ὁποῖο εἶχαν βυθιστῆ ἐδῶ κι αἰῶνες οἱ κάτοικοί της (ἕνας ὕπνος γιὰ τὸν ὁποῖο εὐθυνόταν ἡ εὐλαβικὴ προσήλωση στὰ προαιώνια χριστιανικοτούρτουρα ποὺ εἶχαν διαπεράσει καὶ διαποτίσει ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ συμπαγὴ συνείδηση) καὶ λόγῳ τῆς νοσηρῆς προσκολλήσεως τους σ’ ἐκεῖνο τὸ ἔνδοξο παρελθόν τους τὸ ὁποῖο δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουν ποτέ, ἐλλείψει πραγματικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ πνεύματος φιλοπονίας. Κι ἐνῷ εἶχαν ταλέντα κι ἰδιαίτερες κλίσεις, τὶς χαραμίζανε σ’ ἕνα σωρὸ κενόσπουδες ἐνασχολήσεις καὶ στὴν διατήρηση τῶν χειρότερων στοιχείων τοῦ ἑαυτοῦ τους.

Ἕν’ ἀπ’ αὐτά, ποὺ ὅμοιό του σ’ ἔνταση καὶ συχνότητα δὲν θὰ βροῦμε πουθενά, ἦταν ἡ μόνιμη καὶ σταθερὴ συνήθεια τοῦ καθενὸς νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτό του κέντρο τῆς γῆς κι ὅλων μαζὶ τὸ ἐπίνειο ὀμφαλὸ τοῦ κόσμου. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς νοοτροπίας ἦταν ἡ ἔπαρση κι ἡ ἐπιδειξιομανία ποὺ ἐνισχυόταν τὰ μάλα ἀπὸ μία φαντασιοπληξία ἄνευ προηγουμένου. Ὁ κάτοικος τῆς Ἀλχανίας γεννιόταν καὶ πέθαινε μέσα σ’ ἕνα ἀπέραντο ὄνειρο ποὺ τοῦ ἐπέτασσε νὰ φουσκώνῃ γιὰ χίλια δυὸ πράγματα, ὅπως τὴν καταγωγή του, τὶς ἱκανότητές του, τὰ «κατορθώματά» του καὶ τὴν «λάμψη» κι «ἀκτινοβολία» ποὺ τάχα ἐξέπεμπε ἡ «σημαντική» του προσωπικότητα. Ὅμως, ἂν πλησίαζες ἕναν ὁποιοδήποτε ἀπὸ δαύτους καὶ τὸν γνώριζες καλύτερα θὰ ἔφριττες γιὰ τὴν κενότητα τοῦ προσώπου του καὶ τὴν ἀσημαντότητα τῆς ὕπαρξής του.

Θὰ τοὺς χαραχτήριζε κανεὶς μ’ εὐκολία καὶ χωρὶς τόνο ὑπερβολῆς κύμβαλα ἀλαλάζοντα· ἰδιαίτερα τὰ θηλυκὰ ποὺ εἶναι κι ἀπ’ τὴ φύση τους ἐπιρρεπῆ στὴν ἐπίδειξη, τὸν πλοῦτο καὶ τὰ λοῦσα. Ἡ κεντρομόλος δύναμη ποὺ ἔκανε τὶς γυναῖκες τοῦ ἐπίνειου νὰ περιστρέφονται γύρ’ ἀπ’ τὸ ἐγώ τους, ταυτόχρονα τὶς ὑποχρέωνε ν’ ἀπαξιοῦν ὁποιαδήποτε κουβέντα μὲ κάθε ἄλλο κάτοικο καθὼς θεωροῦσαν ὅτι ἦταν ἀπὸ μεγάλη γενιά· στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ἦσαν ἴσα κι ὅμοια μ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ τολμοῦσαν νὰ τὶς προσεγγίσουν γιὰ ν’ ἀποσπάσουν κάποιο χαμόγελο ἢ μία γλυκιὰ κουβέντα. Πολὺ εὔκολα θὰ ξεχώριζες ἀνάμεσα σὲ μύριους ὅσους τὴ γυναίκα (ἀλλὰ καὶ τὸν ἄντρα) τῆς Ἀλχανίας γιατὶ κάθε μία ἐπισκιαζόταν ἀπ’ τὴ μυτάρα της ποὺ σχεδὸν πάντα ἀκουμποῦσε τὰ σύννεφα.

            Περιττὸ νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ὑποκρισία ποὺ χαραχτηρίζει ἔτσι κι ἀλλιῶς τέτοιους ἀνθρώπινους τύπους καὶ ταιριάζει θαυμάσια μὲ τὸ προαναφερόμενο ἐλάττωμα τῶν κατοίκων τῆς Ἀλχανίας. Θὰ τράβαγε ἐπὶ μακρὸν μία σχετικὴ ἀνάλυση καὶ περιγραφὴ τῆς διβουλίας ποὺ δέσποζε στὴ συμπεριφορά τους. Ὡστόσο, ἀξίζει ν’ ἀναφερθῇ ὅτι στὶς γυναῖκες τῆς πολίχνης τὸ δίπορτο ἔπαιρνε καὶ μία χροιὰ ξετσιπωσιᾶς, γιατί ὅσο κυρίες καὶ καθὼς πρέπει ἐμφανίζονταν στὴν κοινωνιὰ τοῦ ἐπίνειου, ἄλλο τόσο ἐπιρρεπεὶς ἦσαν στὸ κρυφὸ καβάλημα, μ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀπεχθάνονταν, καὶ σὲ κάθε τὶ ἁμαρτωλὸ ποὺ οἱ ἴδιες ἀποκηρύτταν φλογερὰ καὶ μετὰ βδελυγμίας στὸν δημόσιο βίο τους!

            Τέλος, ἂς ἀναφέρω τὰ βασανιστήρια στὰ ὁποῖα ὑπέβαλλαν τ’ ἄκακα ζῶα καὶ τὴν πατροπαράδοτη συνήθειά τους νὰ μασουλᾶνε νυχθημερὸν μόνον κουφάρια τετράποδων, καθὼς ἐπίσης τὴν ἀγραμματοσύνη τους, τὸν ρατσισμό τους ἀπέναντι σὲ κάθε ξένο (ἐξαίρεση ἀποτελοῦσαν οἱ περιηγητὲς καὶ ταξιδιῶτες τῆς ἐποχῆς γιατί ἀπ’ αυτούς εἶχαν κυρίως οἰκονομικὰ ὀφέλη!) καὶ τὴ βρῶμα καὶ δυσωδία τοῦ λιμανιοῦ τους πού, ἐνῷ κάποτε ἦταν τὸ στολίδι τοῦ ἐπίνειου, ἐσχάτως εἶχε καταντήσει ἕνας μεγάλος βοθρόλακκος.

            Αὐτὴ ἦταν ἡ Ἀλχανία· ἕνα παράκτιο χαλικουταριὸ γιομάτο κακομοιριὲς ποὺ κοίταζαν οἱ κάτοικοι νὰ τὶς κουκουλώνουν μὲ χίλιες δυὸ πονηριὲς καὶ τερτίπια προκειμένου νὰ τὸ ἐπισκέπτονται ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἄνθρωποι, ἐνήμεροι βέβαια γιὰ τὴ νοσηρότητα καὶ τὴν ἀθλιότητα τέτοιων κοινωνιῶν, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἐνδιαφερόμενοι μόνον γιὰ τὶς φυσικὲς καλλονές τους.

            Αἰῶνες μετὰ τὸν ξολοθρεμὸ τῶν κατοίκων βρέθηκαν στὰ θεμέλια ἑνὸς ἀρχαίου καὶ μισογκρεμισμένου μοναστηριοῦ, στὶς παρυφὲς τοῦ ἐπίνειου, κάτι πάπυροι γραμμένοι μὲ λατινικὰ γράμματα ὅπου σὲ τόνους αἴνου γινόταν λόγος γιὰ τὶς λαμπρὲς ἐξαιρέσεις τῆς Ἀλχανίας. Ὅμως, πρέπει νὰ ἐνημερώσω τοὺς ἀφελεῖς ὅτι αὐτὲς τὶς ἐξαιρέσεις δὲν τὶς ὑπολόγιζε καὶ κανεὶς μιᾶς καὶ τὸν γενικότερο τόνο τὸν ἔδιναν ὄχι οἱ ἐξαιρέσεις ἀλλὰ ὁ κανόνας, ἀποτελούμενος ἀπ’ ἀνθρώπους μ’ ἐκλεκτὴ ἐμφάνιση ἀλλὰ μὲ μία ψύχη ἴδια βοῦρκος.

Ἡ Ἀλχανία

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη

© 2019 by Achilleas and Camilo