Θα σας τα πω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ, γιατί όπου να´ναι, έρχεται το ταξί μου για το αεροδρόμιο, και θα πρέπει να πηγαίνω.

 

Όλα ξεκίνησαν προχθές. Περασμένα μεσάνυχτα, περπατούσα στους ερημωμένους δρόμους της πόλης, με το μυαλό μου, ως συνήθως, να ταξιδεύει αλλού. Βρισκόμουν στο μέσο μιας διάβασης πεζών, όταν το ξαφνικό φρενάρισμα με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ένα λιπόσαρκο χέρι, φορτωμένο με χρυσά βραχιόλια, βγήκε απ’ το κατεβασμένο τζάμι της κόκκινης Άλφα και με μούτζωσε. Αυτά είναι συνηθισμένα. Αυτό που ήταν ασυνήθιστο ήταν το βλέμμα της οδηγού, στην οποία ανήκε το κοκαλιάρικο χέρι. Δυο μάτια κίτρινα, εωσφορικά, με κοίταζαν με μοχθηρία, πάνω από τη χειρουργική μάσκα που φορούσε. Πάγωσε το αίμα μου. Ανοίγοντας βηματισμό, προσπέρασα το ακινητοποιημένο όχημα και συνέχισα το δρόμο μου, σχεδόν τρομοκρατημένος· ξεμάκρυνα, χωρίς να τολμώ να κοιτάξω πίσω από την πλάτη μου, ακούγοντας τα λάστιχα του αυτοκινήτου να στριγκλίζουν πάνω στην άσφαλτο, σχίζοντας ανατριχιαστικά, τη σιγαλιά της νύχτας.

 

Γύρισα σπίτι μου κατά τις δύο το πρωί και ξάπλωσα αμέσως, κατάκοπος από το μεγάλο μου περίπατο. Όμως, ο ύπνος δεν έλεγε να με πάρει. Μόλις βάραιναν τα βλέφαρά μου, εκείνα τα διαβολικά, κίτρινα μάτια, πλημμύριζαν το μυαλό μου και με ξεξυπνούσαν.

 

Οι θρυμματισμένες μαρμαρόπλακες λάμπανε στο χολερικό φέγγος της μισερής σελήνης, πνιγμένες σε μιαν αχλύ απόκοσμη, σα να δίσταζε η αυγή να διαδεχτεί τη νύχτα. Οι τάφοι χάσκανε ορθάνοιχτοι. Ο ένας πίσω από τον άλλο, αρχίσανε να ξεμυτίζουνε από κει μέσα ρακένδυτοι σκελετοί με αστραφτερά, κίτρινα μάτια, ώσπου σχηματίστηκε ολάκερη, μακάβρια ταξιαρχία. Σιωπηλοί φαντάροι, παρατεταγμένοι στη δεύτερη παρουσία τους, λες και περίμεναν κάποιο υπερκόσμιο σύνθημα, που αίφνης δόθηκε: ορμήσανε όλοι, εναντίον όλων. Τα ανατριχιαστικά κροταλίσματα των κοκάλων τους, έτσι όπως παλεύανε με μουγκή λύσσα αναμεταξύ τους, με ξύπνησαν. Κάθιδρος, με την καρδιά μου να καλπάζει αφηνιασμένη μέσα στο στήθος μου, κοίταξα το ρολόι. Κόντευε μεσημέρι. Σκέφτηκα τον Βαγγέλη.

 

Ο Βαγγέλης είναι παιδικός φίλος. Μακροχρόνια άνεργος, με τρία-τέσσερα πτυχία κορνιζωμένα στον τοίχο πίσω από το γραφείο του, σκοτώνει το χρόνο του στον ύποπτο κόσμο του σκοτεινού διαδικτύου. Πολύγλωσσος, δυνατό μυαλό, ασυμβίβαστος, έχει μάθει να συμβιώνει με την ανεργία. Βοηθάνε και τα νοίκια των δύο μαγαζιών στο κέντρο της πόλης, που του είχε κληροδοτήσει μια άτεκνη θεία του. Οι θεωρίες του, ασφαλώς, τον κατατάσσουν στους συνωμοσιολόγους, αλλά γιατί είπα ότι είναι φίλος; Ο Βαγγέλης είναι αδερφός κι αν κάποιες φορές τον χλευάζω από μέσα μου στο άκουσμα των συνειρμών του, η εικόνα των κίτρινων ματιών, δεν ήταν φανταστική. Ήξερα τι είχα δει. Έφτιαξα καφέ και χωρίς καθυστέρηση τον πήρα τηλέφωνο.   

 

«Δεν θα με πιστέψεις, αλλά όλα ξεκίνησαν πριν περίπου δέκα χρόνια σ’ ένα εργαστήριο του Μινσκ, της Λευκορωσίας. Κάποια μεταδιδακτορική ερευνήτρια επ’ ονόματι Ναντιέζντα Πετρόβνα Τιχανόβσκαγια...», άρχισε να μου εξηγεί.

 

«Ναντίεζντα, δηλαδή Ελπίδα, στα Ρώσικα», τον διέκοψα, τονίζοντας λάθος το όνομα.

 

«Όλο εξυπνάδες είσαι πρωί-πρωί», κάγχασε πριν συνεχίσει:

 

«Αυτή η Ελπίδα σου, λοιπόν, πειραματιζόμενη με μεθόδους ανακοπής των γενετικών επιπτώσεων από το ατύχημα του Τσερνόμπιλ, που ακόμα ταλανίζει την λευκορωσική κοινωνία, έκανε μια τυχαία ανακάλυψη».

 

Θεωρώντας ότι αυτό που θα έλεγε, άξιζε τον κόπο να περιμένει, έκανε μια μακριά παύση. Τον άκουσα να ρουφάει κάποιο ποτό. Σίγουρα μπέρμπον, απ’ το καλό. Ξεκινούσε από νωρίς, το ήξερα· αλλά δε μέθαγε ποτέ.

 

«Ανακάλυψε ένα εμβόλιο που μετατρέπει τους ανθρώπους σε ζόμπι!», μου πέταξε τελικά.

 

«Τι ζόμπι;», τον διέκοψα ξανά.

 

«Ζόμπι, νεκροζώντανους ρε παιδί μου, τι δεν καταλαβαίνεις; Δεν βλέπεις ταινίες με ζόμπι;».

 

«Τις σιχαίνομαι», ομολόγησα.

 

«Δεν έχεις κι άδικο, αλλά μια γενική εικόνα θα την έχεις, δεν μπορεί.»

 

«Ναι, βέβαια», παραδέχτηκα.

 

«Όμως, εδώ δεν μιλάμε για τους κλασσικούς νεκροζώντανους που περιφέρονται στους δρόμους με το γελοίο, νευρόσπαστο βάδισμα τους, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, μασουλώντας όπου βρίσκουν τους ζωντανούς, μεταδίδοντας την αρρώστια τους. Όχι, φίλε μου! Εδώ μιλάμε για κάτι σπουδαίο!»

 

»Με το ενέσιμο σκεύασμα της Ελπίδας, τα υποκείμενα των πειραμάτων της, γίνονταν πειθήνια όργανα στο άψε-σβήσε. Η Λευκορωσίδα, με την ανακάλυψή της, είχε καταφέρει να πετυχαίνει σ’ ένα εικοσιτετράωρο, τα αποτελέσματα που με τα εκπαιδευτικά συστήματα, την τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα, χρειάζεται κανείς χρόνια για να τα πετύχει. Το κυριότερο είναι ότι εκτός του εγκεφάλου, που με το σκεύασμά της μετατρέπεται σε χυλό, τα υπόλοιπα ζωτικά όργανα μένουν ανέπαφα και λειτουργικά. Το μόνο πρόβλημα, αρχικά τουλάχιστον, ήταν η παραμόρφωση του υποκειμένου, που θύμιζε τα κλασικά ζόμπι.»

 

»Η λευκορωσική κυβέρνηση, δεν ενδιαφέρθηκε για την ανακάλυψη της Ελπίδας. Δεν το είχε ανάγκη. Οι Λευκορώσοι είναι, γενικότερα μιλώντας, πράος λαός, νομοταγής, με έμφυτο σεβασμό στο κράτος.»

 

«Βλακείες, λες», τον διέκοψα. «Δεν βλέπεις τι γίνεται στη Λευκορωσία, αυτές τις μέρες; Ο κόσμος έχει ξεσηκωθεί κατά του δικτάτορα, εκεί!»

«Μην τσιμπάς, τις ανοησίες και τις υπερβολές των δυτικών μέσων, φίλε μου!», με έκραξε.

 

»Αλλά μην αλλάζουμε κουβέντα, άσε με να συνεχίσω:

 

»Αν και η αίτηση της Ελπίδας για περαιτέρω χρηματοδότηση της έρευνάς της απορρίφθηκε από το λευκορωσικό κράτος, αυτή δεν το έβαλε κάτω. Ήξερε που να αποτανθεί. Η επικεφαλής της διπλωματικής αποστολής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Μινσκ, δεν θ’ άφηνε τέτοιο κελεπούρι, αναξιοποίητο. Σε ελάχιστο χρόνο η Ελπίδα βρέθηκε στη Φρανκφούρτη. Άμεσος στόχος ήταν η βελτίωση της φόρμουλας, για το αισθητικό μέρος του πράγματος. Ευτυχώς -ή δυστυχώς, αν θες- η Γερμανία είναι ο ευσεβής πόθος του κάθε κατατρεγμένου πρόσφυγα, του κάθε παρία μετανάστη. Τα πειραματόζωα, άνθρωποι ανώνυμοι που δεν θ’ αναζητούσε ποτέ κανείς, ήταν μπόλικα. Η Ελπίδα εργαζόταν πυρετωδώς για κάμποσα χρόνια, έχοντας στη διάθεσή της ό,τι ζητούσε. Το γερμανικό κράτος, είχε βρει στο πρόσωπό της τη λύση του προβλήματος στο στρατηγικό σχεδιασμό για την επικράτηση του πέμπτου Ράιχ στην Ευρώπη αρχικά, και μετά στον υπόλοιπο κόσμο.»

 

»Σημείωσε σημαντικές προόδους. Τώρα, το μόνο χαρακτηριστικό που προδίδει τους νεκροζώντανους, είναι η αποκρουστικά αποστεωμένη κάτω γνάθος τους, αλλά υπολογίζω ότι είναι θέμα χρόνου η τελειοποίηση της φόρμουλας.»

 

«Και τα κίτρινα μάτια», του θύμισα.

 

«Πράγματι, τα μάτια είναι κι αυτά ένα θεματάκι, που όμως έχει προς το παρόν αντιμετωπιστεί με ειδικούς χρωματιστούς φακούς επαφής· γερμανική τεχνολογία, φυσικά. Η τύπισσα που είδες χθες τη νύχτα, θα είχε βγει νεγκλιζέ. Όπως και να χει το πράγμα, ο επιστημονικός υπόκοσμος πίνει νερό στο όνομά της Ελπίδας και την αποκαλεί "Η Βασίλισσα". Νομίζω ότι της αξίζει ο τίτλος.»

 

«Εννοείς ότι ζουν ανάμεσά μας;» ρώτησα, και την επόμενη στιγμή αισθάνθηκα χαζός, για την ανόητη ερώτησή μου.

 

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, τους τελευταίους μήνες, τρέχει ένα πρόγραμμα με την κωδική ονομασία "Κulisland". Η Ελλάδα έχει επιλεχθεί ως η χώρα που το πείραμα θα πραγματοποιηθεί, για πρώτη φορά, στον γενικό πληθυσμό. Παρατηρήθηκε ότι στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, σχεδόν το πενήντα τοις εκατό του εκλογικού σώματος, απείχε από την εκλογική διαδικασία, ένδειξη ότι παραδόξως, παρά τον επικοινωνιακό βομβαρδισμό, οι Έλληνες, κατά βάθος, παραμένουν απείθαρχοι. Στις διάφορες δεξαμενές σκέψης, διατυπώνονται ανησυχίες -υπερβολικές κατά τη γνώμη μου- για κοινωνική εξέγερση. Αλλά, όπως ξέρεις, οι Γερμανοί δεν αφήνουν ποτέ και τίποτα στην τύχη του. Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση είναι η πιο συνεργάσιμη απ’ όλες τις κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού οι Γερμανοί κρατάνε από παντού το ελληνικό πολιτικό προσωπικό.»

 

Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου, αλλά η εικόνα με τα κίτρινα μάτια πάνω από τη χειρουργική μάσκα και πίσω από το φάσκελο, με στοίχειωνε.

 

«Δεν βλέπεις τι γίνεται με την υποχρεωτική χρήση της μάσκας; Τυχαίο; Δεν νομίζω!», μου πέταξε με τόνο ειρωνικό, το παλιό διαφημιστικό σλόγκαν. «Έρχεται και το εμβόλιο», συμπλήρωσε σκωπτικά.

 

«Εννοείς ότι θα ζουν ανάμεσά μας;», επανέλαβα την ανόητη ερώτηση, ελαφρώς διαφοροποιημένη. Όταν κομπλάρει το μυαλό μου, αντί για να το βουλώνω, πετάω χαζομάρες. Ο Βαγγέλης με είχε πείσει χωρίς δυσκολία αυτή τη φορά, γιατί τα μάτια μου, την προηγούμενη νύχτα, αποκλείεται να με είχαν γελάσει.

 

«Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, αλλά εγώ ετοιμάζω τις βαλίτσες μου», μου ομολόγησε.

 

«Για που;», ούρλιαξα, καθώς ένα κύμα πανικού, άρχισε να μου κόβει την ανάσα.

 

«Για τη Λευκορωσία, που αλλού; Εκεί, μπορεί να τη γλυτώσουμε για λίγο καιρό», με διαβεβαίωσε.

~

Αλλά πρέπει να πηγαίνω τώρα, γιατί ο ταρίφας είναι ήδη απ’ έξω και μου κορνάρει. Καθ’ οδόν, θα μαζέψουμε και τον Βαγγέλη. Μαζί πετάμε... 

Εσπευσμένη αναχώρηση

του Αλέξανδρου Raskolnick

© 2019 by Achilleas and Camilo