Αμοντάριστα πλάνα


[…Το συνεργείο θα έρθει στις οχτώ. Θα τραβήξει μία καλωδίωση, μα μια καλωδίωση. Κάτι σαν γλωσσοδέτη και σαν υπερφυσικό φίδι. Έναν γύρω στους τάφους, έπειτα από την Πύλη των Λεόντων, -προσέξτε, εκεί θα μπουν στρας με επιγραφές νέον, όλοι οι χορηγοί ανεξαιρέτως- και θα τελειώνουμε στην σκηνή, δυο τρία μέτρα κάτω από το έδαφος. Θα εκμεταλλευτούμε όλο το μήκος του σταδίου. Συμβουλευτείτε όποιον θέλετε, ακόμη και τον Παυσανία, αλλά βεβαιώστε το μέτρημά σας. Φανταστείτε καταστροφή, αν περισσέψει χώρος. Μπορείτε να το κάνετε εικόνα; Το λοιπόν, την δέουσα προσοχή. Στις μπροστινές σειρές, -ακολουθήστε μου σας παρακαλώ, λίγο πιο γρήγορα, θυμάμαι να έχω ζητήσει γυμνασμένους γραμματείς, ας πούμε πρώην Ευέλπιδες, αν και πια κανείς δεν περισσεύει-, θα καθίσουν οι πολύ επίσημοι. Ας πούμε όλοι οι πρόεδροι, όσοι δηλώνουν το αξίωμα θα κάθονται στην μπροστινή σειρά, μια ανάσα από την σκηνή. Να νιώθουν το φύσημα του ρόλου τους, το μεγαλείο τους. Είστε πρόεδρος; Πρώτη σειρά, αυτή είναι μια ύψιστη τιμή και τα προάστια γνωρίζουν. Ας πούμε όταν θα βγαίνει ο Αγαμέμνονας, -επίχρυσο δεν είπαμε το προσωπείο, τι φτήνιες είναι αυτές, τι φαιδροί βυζαντινισμοί!- θα πέφτουν τα φώτα, έπειτα λίγο κουρνιαχτό, ένας τρομερός άνεμος, ακόμη και χιόνι, ροκ ήχοι συμφωνικών οργάνων προικισμένων με αχαλίνωτα watt, τρυφερές υπάρξεις που θα σερβίρουν μα και θα περιφέρονται με μπικίνι, απόλυτα χειραφετημένες και μπερδεμένες και ερωτευμένες και ένα σωρό μετοχές που δεν πιάνουν μία στην αξία της ζωής τους μα εδώ πληρώνονται. Θα δείχνουν σε πλακάτ με αγγλικά ελληνικού λεξιλογίου –οι νεωτερισμοί ήταν κάποτε η ατμομηχανή, θα σου πουν-, τον τίτλο της επόμενης σκηνής. Σαν τις πυγμαχικές γιορτές με τα καλλίγραμμα κορίτσια που ομορφαίνουν λίγο τα ένστικτα στην άγρια αίθουσα. Είμαστε ενήλικες, κύριοι, χρειαζόμαστε άνεση, λίγο καμένο χρώμα, ακριβή σαμπάνια, μια ιδέα σπασμένου, κορινθιακού ρυθμού,  ένα σμάρι αστέρια και την πανσέληνο. Και τότε αγαπητοί μου, η Ελλάς θα λάμψει στο στερέωμα, μια λαμπερή σερβιτόρα με καταπληκτικές ικανότητες και παγαποντιά και την πονηριά της Φαιστού. 


Αν αργήσουν, ακυρώστε το, τ΄ακούτε; Ευθύς αμέσως καλέστε τον υπουργό, μην δείξετε επικιείκια, καλέστε τις αρχές, συνοδέψτε το εκστατικό πλήθος στην παρακείμενη ταβέρνα. Ω, ναι, εδώ η θέα και το κρασί όλα τα παίρνουν μακριά, ακόμη και το αλύχτημα του σκύλου ή την τρομερή γκουβερνάντα που σέρνει ένα μικρό μωρό από σπίτι σε σπίτι δείχνοντας το Μεσολόγγι. Προς θεού, μην πείτε τέτοια πράγματα, τέτοιες λέξεις! Μετά κάποιος θα συμπληρώσει ελεύθερος, κάποιος άλλος πολιορκημένος και τότε πάνε στράφι οι κόποι μας. Ξεσηκώνονται απορίες, μύθοι, ονόματα, δόξες που δίχως τιμή δεν σημαίνουν τίποτε και υπερβαίνουν στις αγορές την αξία του χρυσού, δεν παζαρεύονται αυτές σε ρωμαϊκά ανάκλιντρα με παλλακίδες και ανήμπορους, βραβευθέντες και βραχύβιους σταρ με όλο τους το είναι αθεράπευτα θεληματικό. Όλα μπορούν να γίνουν επικίνδυνα, είναι ένα ρίσκο, μα αν το συνεργείο φανεί στην ώρα του τίποτε από όλα αυτά δεν θα χρειαστεί να γίνει. Τα πουλιά της μοναξιάς θα σταθούν πάνω στα ερείπια, θα μυρίσει ο κάμπος πορτοκαλιά και αγριάδα, ο ζωγράφος θα πάρει μια λέξη και θα την κάνει πράξη, ο Ερρίκος, ο πιστός μου σύντροφος θα γελάσει από το στερέωμα μες στο κατακόρυφο βάρος του ήλιου. Όλα αυτά είναι γοητείες θα μου πείτε μα το συνεργείο κάνει καλά αυτές τις δουλειές και γνωρίζει ακόμη πώς παίζεται το παιχνίδι των σιωπών, των αυστηρών ρυθμών τους. Που σαγηνεύουν τον θεατή.


Προς το παρόν δεν θα σας χρειαστώ. Το σκηνικό είναι στημένο εκ του φυσικού με μια αμετροέπεια στην ομορφιά του που μόνο εμείς αναγνωρίζουμε. Είναι ολόκληρο από μέτρο, μια νησίδα ελλαδική καταμεσίς του μύθου, η ακαταμάχητη ζωή που τα καταφέρνει δίχως ιερείς, με ένα νυσταλέο, ηλεκτρισμένο νεύμα, ένα ανάπηρο σινιάλο μες στην νεοελληνική μας νυχτωδία. Όλα τούτα είναι πολυλογίες, κούφια παραμύθια για να γυρνά ο κόσμος. Ακόμη και της Αιγύπτου το πνεύμα, το τόσο κοντινό και κολοσσιαίο, το φανερώνει μονάχα η εκλέπτυνση. Μια εκλέπτυνση, τύπου δυτικού, εγκυκλοπαιδικού. 


Τι είπατε; Το συνεργείο θα καθυστερήσει; Αστειεύεστε, εγώ πόνταρα τα πάντα πάνω σας και τώρα με γελάτε με τον χειρότερο τρόπο. Φύγετε, αφήστε με, πηγαίνετε σας λέω. Μπορώ και μόνος, διαθέτω εκείνο το πώς το λένε, το δαιμόνιο της φυλής. Εσύ, γέμισε τα μπιτόνια με βενζίνα. Εδώ πιο κάτω έχει έναν σταθμό, άμα σε ρωτήσουν πες ότι είναι για τις γεννήτριες. Εσύ κόψε λωρίδες τα υφάσματα, ναι, και της Μήδειας, όλα μανδύες, μπούστο, ναι, και το γιλέκο της. Και τα παιδιά της, ναι, κόψτα και αυτά, τι να νιώσουν έτσι πεθαμένα. Φανταστείτε, μια ιδέα καμένου χρώματος, ε; Θα πέφτει πίσω από το βουνό, να μονάχα έναν γύρο, σαν τ΄απομεινάρια μιας επίκλησης. Τα τεμένη κύριοι, τα λησμονήσατε; Ποιος κάνει την δουλειά ακόμη, θαρρείτε; Θα φανεί εξόχως παλαιότερο και αν προστεθούν οι πέντε, χάλκινες άγκυρες και ο θυρεός από πέτρα σαντορινιά, όπως το προέβλεψε ο ποιητής, ποιος θα αρνηθεί τότε πως διδαχτήκαμε το μεγαλείο μας, πως αυτό το έργο αναβλύζει ταυτότητες; 
Και τι θα κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι; Μα, ρωτάτε; Είναι δυνατόν να μην το έχετε ακόμη βρει; Μα θα σερβίρουμε, θα κακομαθαίνουμε, θα υπηρετούμε, θα μιλούμε όλες τις γλώσσες του κόσμου, θα είμαστε εραστές, ερωμένες, γραφικές εκκλησιές, κυκλώνες αν μας ζητηθεί, αισθαντικά δειλινά, ντυμένοι το λευκό της χαμένης παρθενιάς μας. Και θα σερβίρουμε ιδρωμένοι μα ευτυχείς που περάσαμε τα νιάτα μας στον σταυρό και τώρα τα καταφέραμε. Εμείς οι ίδιοι και το λίγο καμένο, -φανταστείτε μια τάση καλοκαιριού ενός περιοδικού μόδας μηνός Ιουλίου που απευθύνεται σε χειραφετημένες γυναίκες και σε προάστια ενός επιπέδου-, θα συμβολίζουμε ωραίοι σαν άλλοτε και σαν πάντα, την περιπέτεια της ζωής, την φθορά της προσπάθειας, το δράμα το δικό μας που γίνηκε λυρικό, όλο πτυχές, δίχως ευθύτητα και πρόσοψη. Ένα σπίτι δηλαδή που πάει να γίνει φυτό! Ναι, ναι αυτό ακριβώς! Μόνο πάθος να δείξουμε μωρέ παιδιά, με την φωτιά και με το σέρβις, το πάθος είναι ποιότητα ξεχωριστή από την φτωχή μας ειλικρίνεια. Άντε, τρέχτε, λίγοι μείναμε, επάνω μας, στο λιγνό μας σώμα κάθε Ιούλιο χρωστά ο περιπλανωμένος λαός μας την καθημερινή του προπαίδεια. Μόνο λίγο καμένο έ; Προσέξτε, θα καούν τα στρας και αυτό θα είναι καταστροφή! Σκεφτείτε μια στιγμή, ρακένδυτη ψυχή ελληνική, δίχως μαλάματα, μια σκέτη δυστυχία…]

 

¥

Τα αφηγήματα που αντλούν από το χρονικό της ζωής μας, τα λένε χρονογραφήματα. Αποτυπώνουν μια τάση, μια νοστιμιά του καιρού, μια παλιά αξία, ένα χαμένο νόμισμα που τώρα φαντάζει θησαυρός, μια νοσταλγία της τιμής που σε τσακίζει. Λοιπόν και αν ακόμη δεν λέγονται χρονογραφήματα, αυτές οι μαρτυρίες μεταφέρουν κάτι από την επικαιρότητα. Το μέσο τους, ο τρόπος τους είναι ισχνός, περιπλανώνται σε φυλλάδες, ανθολογίες, κοιμούνται κάτω από ένα ράφι όταν βρέχει. Και βρέχει πάντα για τα χρονογραφήματα που τα καταπίνει η δίνη του καιρού που τρέχει. Είναι πιο γρήγορη πια η τροχιά από την σκέψη μας μα αυτά τα θαύματα,, σαν την ταχύτητα, είναι για ανθρώπους καταρτισμένους που μελετούν αιώνια την σχέση των πραγμάτων. Μια τέτοια σχέση είναι και εκείνη με τις Μυκήνες που όσοι τις είδαν έτσι καπνισμένες, φαντάστηκαν το σκηνικό της δικής μας τραγωδίας. Και αν με ρωτήσετε, αν τις θυμόμουν πότε πότε, αν οι Μυκήνες υπήρξαν στην καρδιά μου, δεν θα σας πω ψέματα. Ο καιρός τις έπνιγε, τις ξανάφερνε και εκείνες τραβιούνταν από μια άλλη επικαιρότητα. Μεταμορφώθηκε σε μια γενίκευση μαζί με άλλα νησιά μοναχικά, στολισμένα με μαρμάρινη ασυδοσία και κούφια λόγια. Νησιά που  σε αυτόν τον τόπο, δείχνουν σε μας τον δρόμο με τ΄αστέρια και το καλό ταξίδι. Νησιά που εμείς τα κατακτούμε με την μόδα μας, αφήνοντας μονάχα πατημασιές, καθόλου θαυμασμό, καμία δόξα για τον αρχαιολόγο που κάποτε θα΄ρθεί να δει πως τίποτε δεν σώθηκε από την σκόνη μας.
 

Ερρίκο μου το μαντήλι σου

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo