Απ’ έξω δεν μπορούσες να δεις τι συμβαίνει μέσα. Κάτι απόλυτα λογικό και σύνηθες για τέτοιες περιστάσεις.

Ολόκληρη η τζαμαρία καλυπτόταν από άκρη σε άκρη με αδιάφανη, αυτοκόλλητη ταπετσαρία, σε χρυσές και σκουροκίτρινες αποχρώσεις, με μεγάλα μαύρα γράμματα και σχέδια ταιριαστά με τον λόγο ύπαρξης της «επιχείρησης».

Κάθε που άνοιγε η πόρτα για να μπει ή να βγει κάποιος, το εσωτερικό της «επιχείρησης» γινόταν για λίγα δευτερόλεπτα ορατό στους απ’ έξω, μα ένα έμπειρο χέρι είχε φροντίσει ακόμα κι αυτό το λίγο που φαινόταν, να μην σημαίνει και πολλά πράγματα. Έβλεπες μόνο ένα λεπτό χαλί πάνω στα πλακάκια και μία γλάστρα που ακουμπούσε στον απέναντι τοίχο, με έναν περιποιημένο και καταπράσινο φίκο μπέντζαμιν. Αν ήσουν παρατηρητικός θα έβλεπες και τον σιδηρόδρομο με τα τέσσερα προβολάκια που κρεμόταν από το ταβάνι.

Το τι συνέβαινε στην πραγματικότητα μέσα, έπρεπε να μπεις για να το καταλάβεις.

 

Σαράντα χρόνια ναυτικός, ποτέ του δεν στερήθηκε και δεν στέρησε από την οικογένεια τίποτα.

Φορτηγό, γκαζάδικο, Ειρηνικός, Βερίγγειος Πορθμός, Ιάβα και Σουμάτρα, Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας που κακό χρόνο να’ χει, Μεσόγειος, Μουσώνες , φουρτουνιασμένες θάλασσες, ξέρες στις μέση του πουθενά, φάροι και γλάροι και τίποτα δεν έλειψε ποτέ από κανέναν. Ούτε στην γυναίκα, ούτε στους δίδυμους, ούτε στην στερνή κόρη.

Ούτε και σε εκείνον. Μόνο που εκείνος ούτως ή άλλως δεν ζητούσε και πολλά. Και δεν είχε ανάγκη και πολλά. Το φαΐ του, τα ρούχα του και τα τσιγάρα του όσο ήταν μπαρκαρισμένος. Την οικογένεια και ένα σπιτίσιο μαγειρευτό, όσο ήταν στην στεριά. Αυτά όλα κι όλα.

Σαράντα χρόνια ναυτικός, από τα είκοσι μέχρι τα εξήντα κι άνοιξε σπίτι, σπούδασε τον έναν από τους δύο, αγόρασε μαγαζί στον άλλο, προίκισε και την κόρη κι ας γκρίνιαζε τα φεμινιστικά της. Αμαξάκι τον έναν, διακοπές την άλλη, ανακαίνιση στο μαγαζί ο τρίτος. Ο Νικήτας εκεί, να τσοντάρει χωρίς να ζητάει πολλές εξηγήσεις.

Κι έφτασε εξήντα πέντε και η σύνταξη έπεσε στο μισό. Κι η κόρη χώρισε και έμεινε με ένα παιδί και χωρίς δουλειά. Κι οι σπουδές του ενός, μόνο δουλειά δεν του βρήκανε και το μαγαζί του άλλου, από το κακό στο χειρότερο.

Κι οι λογαριασμοί να τρέχουν, όπως έβλεπε από μακριά να τρέχουν οι ουρακοτάγκοι του Βόρνεο στην Ινδονησία και να πηδάνε από δέντρο σε δέντρο. Και να ανεβαίνουν ψηλότερα οι ουρακοτάγκοι και να ανεβαίνουν και οι τόκοι των δανείων που πήρε ο ένας γιος για να ανοίξει και δεύτερο μαγαζί, μπας και σώσει το πρώτο. Κι ο άλλος γιος ακόμα ταμείο ανεργίας. Κι η κόρη ξανά πίσω στο πατρικό της αγκαλιά με το μικρό, αφού το διαμέρισμα που την προίκισε ήταν στην Πλατεία Αττικής και πώς να μείνει γυναίκα πράμα, μόνη της εκεί γύρω. Το πούλησαν κοψοχρονιά σε μία οικογένεια από την Αλβανία και γύρισε πίσω στο Περιστέρι.

Ένα βράδυ μίλησε με την κυρά του και της ζήτησε να τρώνε λιγότερο κρέας. Εκείνη δεν απάντησε, μόνο του χάιδεψε τον καρπό. Την άλλη βδομάδα συμφώνησε αμίλητη να βάζει πλυντήριο μόνο αργά το βράδυ. Το αμάξι έβγαλε πρόβλημα. Δεν το έφτιαξε. Άσ’ το όσο πάει. Την επόμενη βδομάδα, έριξε τα μούτρα του και πήρε τον παλιό του καπετάνιο. Τον ρώτησε για γκαζάδικο τάχα μου δήθεν για τον έναν από τους δίδυμους, που ήταν άνεργος. Εκείνος συμφώνησε. Και οι δύο ξέρανε ότι τα παιδιά του δεν θα τα χαλάλιζε στα κύματα και τα μποφόρια. Κι οι δυο ξέρανε ότι σκεφτόταν να ξαναμπαρκάρει στα εξήντα του. Δεν ξαναμιλήσανε. Τελευταία στιγμή ντράπηκε να του ζητήσει να τον βάλει μέσα από την πίσω πόρτα. Στα εξήντα, δεν είσαι πια για θάλασσες, ούτε καν για λίμνες. Θες ένα απάνεμο λιμάνι για να ξεκουράσεις το σκαρί σου από τις παλιές φουρτούνες. Στα εξήντα μόνο βάρος είσαι στο καράβι. Μόνο απόνερα.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισαν οι εισπρακτικές τα τηλέφωνα. Ήταν πολύ ευγενικοί οι υπάλληλοι. Αγενείς ήταν οι τοκογλύφοι, που δανείστηκε στα κρυφά ο ένας δίδυμος για να ξεπληρώσει τα δάνεια, αφού και το δεύτερο μαγαζί πλέον θύμιζε ξέρα στα ανοιχτά της Κορσικής. Μία Κυριακή, ο επιχειρηματίας της συμφοράς ήρθε στο σπίτι με μαυρισμένο μάτι και κουτσαίνοντας. Κανείς δεν ρώτησε τίποτα και όλοι ξέρανε.

Το ίδιο βράδυ η κυρά του, του ξαναχάιδεψε τον καρπό κι ας μην της είχε ζητήσει τίποτα.

«Το κάτω κάτω συρτάρι της ντουλάπας είναι πιο μικρό από τα άλλα γιατί το ξύλο κρύβει μία εσοχή ανάμεσα στο συρτάρι και την ντουλάπα.»

Εκείνο το βράδυ είδε στον ύπνο του μία γοργόνα με μυτερά δόντια.

Το πρωί σηκώθηκε και πήγε στο συρτάρι. Έβγαλε έξω όλα τα τραπεζομάντηλα και τράβηξε το ξύλο που κανονικά θα έπρεπε να έχει πίσω του μόνο ντουλάπα. Αλλά είχε κρυψώνα. Και μέσα τα κοσμήματα της , τα νυφιάτικα από τον γάμο τους. Ξανάβαλε τα τραπεζομάντηλα όπως όπως, κοπάνησε και το συρτάρι, κοπάνησε και την ντουλάπα.

«Σαράντα χρόνια γαμιόμουν στα κύματα για να είναι δικά σου» της είπε και κοπάνησε και την εξώπορτα πίσω του.

Γύρισε μετά από τέσσερις ώρες, πολύ μετά το μεσημεριανό φαγητό κι η ανάσα του μύριζε ούζο και φόβο.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι, το απόγευμα. Ποιος; Ο Νικήτας… Που το μάτι του άνοιγε στις 6 το πρωί και ξανάκλεινε με το ζόρι στη 1 το βράδυ. Πήγε ξάπλωσε δίπλα του και τον άκουσε που έκλαιγε. Αν έζησε η αγάπη τους, έζησε γιατί δεν χρειάστηκε ποτέ να πούνε πολλά. Αρκούσαν δύο βλέμματα και μια κοφτή ανάσα, άντε και ένα κλείσιμο του ματιού όσο ήταν νέοι. Και τα είχανε πει όλα.

Του χάιδεψε τον καρπό.

Εκείνος τραβήχτηκε κι εκείνη το δέχτηκε. Απλώς ξάπλωσε δίπλα του ίσα να μπορεί να τον ακούει να κλαίει. Ίσα για να τον ντροπιάζει και να κλαίει όσο το δυνατόν πιο σιγά.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε κανείς τους. Αυτός ακίνητος σαν φάρος κι εκείνη γύρω του σαν θαλασσοπούλι. Πότε από την μία, πότε από την άλλη. Μία να του χαϊδεύει τον καρπό, μια τα πυκνά γκρίζα μαλλιά, μία την πλάτη.

Στις έξι το πρωί του έψησε έναν ελληνικό.

«Θα τα πας ή θα τα πάω εγώ;» του είπε κι άφησε το φλιτζάνι μπροστά του, στο τραπέζι.

«Εγώ» μουρμούρισε. Είχε να μιλήσει σχεδόν μια ολόκληρη μέρα.

Εκείνη αμίλητη ως συνήθως, πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Επέστρεψε δύο λεπτά μετά με μία πάνινη τσάντα στα χέρια. Μέσα έλαμπε όλο το χρυσάφι της ζωής της.

«19 Ιουνίου του 1994 πήγα σε ένα μπουρδέλο στη Σιγκαπούρη. Πρώτη και τελευταία φορά.» μουρμούρισε προς το μέρος της, χωρίς να την κοιτάει.

Εκείνη έμεινε για λίγο ακίνητη με την τσάντα στα χέρια. Κι έπειτα άλλαξε βιαστικά ύφος και χρώμα προσώπου γιατί άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει και ένα παιδικό «Γιαγιάααααα» να εκτοξεύεται στον διάδρομο σαν ιπτάμενο στιλέτο.

Το είχε δει το μαγαζί καναδυό φορές, όταν περνούσε τυχαία από εκεί και περισσότερο του έκανε εντύπωση το πόσο ζαρωμένοι ήταν, όλοι όσοι έβγαιναν. Σαν να τους κόβανε το μπόι εκεί μέσα. Και τον βήχα.

Στην αρχή δεν είχε καταλάβει τι μαγαζί ήταν. Κάτι αυτοκόλλητα με χρυσές λίρες και με δαχτυλίδια και κολιέ είχε στην αφίσα, που έπιανε ολόκληρη την βιτρίνα.

Στην αρχή κανείς δεν ήξερε τι σόι κοσμηματοπωλείο είναι αυτό που δεν έχει τα κοσμήματα στις προθήκες αλλά στις αφίσες. Που δεν μπορούσες να τα δεις απ’ έξω, για να σου χτυπήσουν στο μάτι και να μπεις να τα αγοράσεις, αλλά έπρεπε να μπεις μέσα για να δεις την πραμάτεια.

Όσο περνούσε ο καιρός, όσο γαμούσε κι έδερνε η κρίση κι όσο ο κοσμάκης χτυπιόταν στα ντουβάρια από την απελπισία, τόσο περισσότερα «περίεργα» κοσμηματοπωλεία άνοιγαν σε τυχαίες γειτονιές.

Τελικά άργησαν λίγο αλλά κατάλαβαν τι έπαιζε εκεί μέσα.

«Αγοράζουμε τον χρυσό σας, σαν κόσμημα κι όχι σαν απλό χρυσό» έλεγε εκείνος ο κωλομπαράς στην τηλεόραση, που του θύμιζε έναν περίεργο Αιγύπτιο μάγειρα, που πριν από πολλά χρόνια είχε μπαρκάρει μαζί τους στο Σουέζ και τους παράτησε λίγα λιμάνια αργότερα, παίρνοντας μαζί του και τα μισά τους λεφτά.

Ο Νικήτας με τα κοσμήματα να πάλλονται μέσα στην πάνινη τσάντα τους, στεκόταν μπροστά από την βιτρίνα και δεν το αποφάσιζε. Πήγε στις 8 το βράδυ, λίγο πριν κλείσει το μαγαζί. Μεσημέρι ή απόγευμα όλο και κάποιο μάτι θα τον έπαιρνε.

«Ενεχυροδανειστήριο» έλεγε η αφίσα στην βιτρίνα.

Ενεχυροδανειστήριο…σκεφτόταν κι αυτός.

Πήρε πολύ καιρό στην Ελπίδα να κατεβάσει τον Νικήτα από τα βουνά κι από αγριοκάτσικο, να τον φέρει κοντά στην θάλασσα και να τον κάνει ψάρι.

Μεγάλωσαν κι οι δυο στην Τήνο. Εκείνη στην Χώρα κι εκείνος σε ένα μικρό χωριό μέσα στις πλαγιές. Πριν παντρευτούν, μάθαιναν τον έρωτα από ερημιά σε ερημιά και από ρεματιά σε ρεματιά, για να κρυφτούν από την πύρινη ματιά της Μεγαλόχαρης.

Ήρθαν πάμφτωχοι και νιόπαντροι στην Αθήνα του ’80, σαν θαλάσσια θηλαστικά που τα πήρανε από τον ωκεανό και τα κλείσανε σε ενυδρείο. Πιάσανε ένα υπόγειο δυάρι στον Κολωνό, με περισσότερη υγρασία κι από ενυδρείο. Μόνο τα νυφιάτικα κοσμήματα της είχανε, αλλά αυτά ήταν πιο ιερά και από τάμα ναυτικού στην Παναγιά της Τήνου. Αυτός στην αρχή δούλεψε σε οικοδομές κι αυτή ράφτρα κοντά σε μία ξαδέρφη της μάνας της. Σκάσανε και οι δύο τους από την κλεισούρα, την δουλειά και την άσφαλτο. Ή που θα έφευγαν πίσω στο νησί και ότι γίνει ή που θα μπάρκαρε αυτός κι αυτή θα τον περίμενε όπου ήθελε.

«Καλύτερα να παλεύω με τα κύματα παρά με τα αυτοκίνητα» της είπε και αποφάσισε να μπει στο γκαζάδικο.

Εκείνη απλώς του χάιδεψε τον καρπό και γύρισε στο νησί για να τον περιμένει.

Επέστρεψαν στην Αθήνα μόνο όταν οι δίδυμοι γίνανε έξι χρονών και μάζεψαν αρκετά λεφτά για να αγοράσουν το σπίτι στο Περιστέρι.

Τα πράγματα μετά πήρανε την σειρά τους.

Δεν πέρασε άσχημα μαζί του. Μπορεί να μεγάλωσε μόνη της σχεδόν, τα τρία παιδιά αλλά ο Νικήτας μπορούσε μέχρι και κουπί να τραβήξει, για να μην λείψει τίποτα από κανέναν.

Όταν ξεμπάρκαρε, 60 χρονών πια, της είπε:

«Ελπιδίτσα τώρα θα γυρίσουμε στο νησί μας για να ζήσουμε…»

Ήταν το μοναδικό ψέμα που της είχε πει ποτέ. Κι ας μην το ήξερε τότε.

Αυτό το μοναδικό ψέμα του θα θυμόταν κι η Ελπίδα, όταν είκοσι χρόνια αργότερα θα πέθαινε ήσυχη και αγκαλιασμένη από τα παιδιά της, σε ένα ζεστό κρεβάτι στο Περιστέρι.

Έναν μήνα πριν, είχε φύγει κι ο Νικήτας.

Βγήκε από το ενεχυροδανειστήριο, δεκαπέντε πόντους κοντύτερος.

Η πάνινη σακούλα ήταν πια άδεια και το πορτοφόλι του γεμάτο με λεφτά.

Είχε βραδιάσει πια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Ήταν η πρώτη φορά που, σε όλη την διαδρομή, δεν σήκωσε το βλέμμα από το πεζοδρόμιο.

Όταν έφτασε έξω από το διαμέρισμα, χτύπησε το κουδούνι λες και δεν είχε κλειδί να μπει. Σαν επισκέπτης ή πλασιέ. Μέχρι κι η Ελπίδα παραξενεύτηκε.

Ξαναπήγε αμίλητος μέχρι την κρεβατοκάμαρα κι έβαλε τα λεφτά στο κούφιο συρτάρι, που μέχρι τότε είχε τα κοσμήματα.

Όταν μπήκε κι η Ελπίδα, τον βρήκε να κοιτάει τα κουστούμια του στην ντουλάπα.

«Τα ‘δωσα»

«Μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς χρυσάφι» του απάντησε και βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα.

Ο Νικήτας συνέχισε να κοιτάει τα κουστούμια του λες κι έψαχνε να βρει το κατάλληλο για την περίσταση.

Δύο ώρες αργότερα άνοιξε την μπαλκονόπορτα και πήδηξε από τον δεύτερο.

Στο νοσοκομείο οι γιατροί σταυροκοπιόταν που έβλεπαν έναν τσακισμένο να φοράει τα καλύτερα του ρούχα.

Τα έσπασε όλα, αλλά επέζησε.

Η Ελπίδα τον κουβαλούσε με το καροτσάκι στην εκκλησία, τον πήγαινε βόλτα στο πάρκο, μέχρι και για λουτρά στην Αιδηψό κατάφερε να τον πάει καναδυό φορές.

Ο ένας δίδυμος, τους έπαιρνε μέρα παρά μέρα τηλέφωνο από το Άμστερνταμ για να τους πει για τις καινούριες δουλειές που έβρισκε.

Ο άλλος δίδυμος ξεχρέωσε, έκλεισε και τα δύο μαγαζιά και τελικά μπάρκαρε. Ένας ανάπηρος πρώην γεροναυτικός δεν μπορεί να σταματήσει έναν όρθιο νέο και πεινασμένο.

Η κόρη είδε κι απόειδε και τελικά ξανάφτιαξε τη ζωή της με έναν χωροφύλακα, χωρισμένος κι αυτός.

Τελικά μείνανε οι δυο τους.

Αυτή να μαγειρεύει κάθε μέρα κι άλλο φαΐ κι αυτός να της λέει κάθε πρωί «συγγνώμη», κάθε μεσημέρι «δεν ήξερα τι έκανα» και κάθε βράδυ «μόνο μια φορά έγινε».

Εκείνη απλώς του χάιδευε τον καρπό.

Το πέσιμο του τελικά ήταν ύπουλο και τα τελευταία χρόνια του, τα πέρασε κατάκοιτος στο κρεβάτι.

Η Ελπίδα όταν δεν έκλαιγε κρυφά στο μπάνιο, του έβαζε αλοιφές στην πλάτη για τις πληγές που του άνοιγε η κατάκλιση.

Εκείνος κοιτούσε τηλεόραση και της έλεγε για τα ταξίδια του. Ξανά και ξανά.

Το τελευταίο βράδυ του, κανείς από τους δύο τους δεν ήξερε ότι θα είναι το τελευταίο του, της ζήτησε να ανοίξει όλα τα φώτα, να του βάλει παραδοσιακά της Τήνου στο ραδιόφωνο και να τον κεράσει ένα ποτήρι ούζο.

Έβαλε ένα για αυτόν κι ένα για εκείνη. Είχανε πολλά χρόνια να πιούνε μαζί.

Βάλανε και δεύτερο, βάλανε και τρίτο. Δύο η ώρα το βράδυ ξεκαρδιζόταν στα γέλια, αυτός ξαπλωμένος στο κρεβάτι κι αυτή στην κουνιστή καρέκλα δίπλα του, να θυμούνται τις ρεματιές της Τήνου, τους τσομπάνηδες που τους κυνηγούσαν με τις μαγκούρες, τη συγχωρεμένη την μάνα της Ελπίδας που την έτρεχε στις καλόγριες όταν έμαθε ότι δεν περίμενε την πρώτη νύχτα του γάμου, το υπόγειο στον Κολωνό με τις κατσαρίδες. Εκείνος της μίλησε για τα λιμάνια που είχε περάσει, τις φουσκοθαλασσιές και τα ναυάγια. Εκείνη τα είχε ξανακούσει όλα, αλλά έκανε σαν να τα ακούει πρώτη φορά. Ο Νικήτας είχε και άνοια στα τελευταία του.

Λίγο πριν σβήσουν το φως, αυτή του χόρεψε όπως του είχε χορέψει στον γάμο τους κι αυτός της είπε πως θα είναι για πάντα ο απάνεμος όρμος του. Η Ελπίδα του απάντησε πως οι απάνεμοι όρμοι δεν έχουν καμία αξία αν δεν υπάρχουν καράβια για να ξαποστάσουν. Και τον σκέπασε με την χοντρή κουβέρτα.

Τέλειωσε το μπουκάλι με το ούζο μόνη της και έγειρε δίπλα του. Σαν δυο θαλάσσια θηλαστικά που τελικά εξημερώθηκαν.

Του χάιδεψε τον καρπό και τον βρήκε πιο κρύο από τις άλλες φορές, μα αποκοιμήθηκε χαρούμενη.

Το άλλο πρωί, το πρώτο πράγμα που έκανε η κυρά Ελπίδα, ήταν να πάρει τηλέφωνο τον Παπα – Γιώργη γιατί ο ναυτικός της είχε μπαρκάρει για την πιο βαθιά θάλασσα.

Έναν μήνα αργότερα, μπάρκαρε κι η γοργόνα του.

Concrete

Ενέχυρος

του Στρατηγού Χειμώνα