Συχνά, ακούμε στο συγγραφικό στερέωμα την περίφημη φράση: “Εγώ δεν πλήρωσα”.

 

Σαν απονομή στον ίδιο του τον εαυτό χρησιμοποιεί το εκάστοτε άτομο την παραπάνω δήλωση, ως εξαγνιστική πράξη, έτσι ώστε να αισθανθεί κάπως ανώτερο, λιγότερο κορόιδο και πιθανώς καλύτερος συγγραφέας.

 

Ας δούμε τα πράγματα, όμως, ως έχουν και όχι όπως μας βολεύει να τα έχουμε στο κεφάλι μας.

 

Στον χώρο της της συγγραφής επικρατεί “εργασιακός μεσαίωνας”. Ο χαρακτηρισμός ανήκει σε γνώστη των πραγμάτων, της αγοράς και των καταστάσεων.

 

Η συνηθισμένη ταρίφα, πλέον, είναι μεταξύ 2.000-4.000 σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, με περιπτώσεις πιο “ανάλαφρες”, όταν δηλαδή σκας ένας 800άρι/ 1500αρι, αλλά και πιο βαρβάτες, όπου τα χιλιάρικα είναι ακόμα περισσότερα.

 

Ο συγγραφέας δικαιούται να πάρει το 10% των εσόδων βάσει του συμφωνητικού, καθώς και ένα μεγαλύτερο κομμάτι από τα έσοδα των παρουσιάσεων, που μπορεί να αγγίξουν το 50%. Άρα είναι ευνόητο ότι ο συγγραφέας σκίζεται να κάνει παρουσιάσεις αναπτύσσοντας τις γνωστές δημόσιες σχέσεις στα σόσιαλ, αλλά και στον περίγυρό του με τα γνωστά αποτελέσματα.

 

Ποια είναι τα γνωστά αποτελέσματα; Εκείνα που ο συγγραφέας προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται πάνω στην κάψα του για έσοδα, αλλά και για να ευχαριστήσει τον εκδότη. Αναφερόμαστε στη δυσαρέσκεια του περίγυρού του, όπου εξαναγκάζεται να πάει στην παρουσίαση/ ή ακόμα και όταν πάει με αφελή ενθουσιασμό, απογοητεύεται. Η όλη φάση καταλήγει να ξεφουσκώσει άχαρα, αφού είναι βαρετό και ανόητο να παινεύεις ένα βιβλίο, συνήθως μέτριο ή ακόμα και κακό, με διάφορα κλισέ, στερεότυπα, την ώρα που οι συγγενείς φεύγουν με την απορία αν βγάζει κανένα φράγκο ο συγγενής τους και για ποιο λόγο χτυπιέται έτσι.

 

Βέβαια, στις μέρες μας οι παρουσιάσεις έχουν σταματήσει με κάποιες αμήχανες εξαιρέσεις. Να σημειώσουμε ότι στο εξωτερικό με το ξέσπασμα της πανδημίας οι συγγραφείς άρχισαν να ακυρώνουν τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις από “σεβασμό στους αναγνώστες”, όπως διαβάσαμε. Τώρα, βέβαια, αν κάποιος θεωρεί την πανδημία σάχλα μπροστά στην ανάγκη του να βγάλει 180 φωτογραφιούλες με δήθεν χαρούμενους αναγνώστες και να ευχαριστήσει τον εκδότη του με μια γερή μπάζα, ας μην του το χαλάσουμε. Έτσι και αλλιώς θα του το χαλάσουν τα μέτρα.

 

Εδώ, βέβαια, έχουμε τις εξής περιπτώσεις. Ορισμένοι (ελάχιστοι) εκδότες θα σε πληρώσουν (αφού σου τα έχουν πάρει πρώτα), άλλοι θα κάνουν τα κορόιδα με διάφορες δικαιολογίες. Είναι αυτονόητο ότι αν δεν έχεις μετρήσει ο ίδιος τα πωληθέντα αντίτυπα της παρουσίασης (δύσκολο όταν είσαι στον πυρετό της δόξας),  ο ζουζουνάκος εκδότης θα σου παρουσιάσει λιγότερα από τα πραγματικά.

 

Εσύ, βέβαια, θα το δεχτείς γιατί “κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα”. Για την ακρίβεια, θα θυμώσεις με το κείμενό μας, γιατί δεν θέλεις να τα διαβάζεις ούτε εσύ, αλλά ούτε να τα μαθαίνουν και οι άλλοι. Αγαπητέ συγγραφέα, όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει, μην τρέφεις αυταπάτες. Είναι απίστευτο πλέον ότι ο μέσος συγγραφέας αποσπάει χαρακτηρισμούς του τύπου: “Έλα, μωρέ, τον καημένο, από λύπηση το πήρα” κτλ.

 

Πάμε παρακάτω όμως, στην κατηγορία που δηλώνει με κάθε αφορμή ότι δεν πλήρωσε. Εδώ έχουμε δύο υποκατηγορίες: Τους συγγραφείς που πλήρωσαν, αλλά χτυπιούνται ότι δεν πλήρωσαν (γνωρίζουμε ένα σωρό περιπτώσεις) και εκείνους που όντως δεν έσκασαν φράγκο. Και πάλι η δεύτερη κατηγορία υποδιαιρείται σε άλλες δύο κατηγορίες. Στα μεγάλα ονόματα με τις υψηλές πωλήσεις και στους υπόλοιπους που δεν πουλάνε τίποτα πέρα από το σόι τους και κάποιους φίλους/ γνωστούς.

 

Πάμε κατευθείαν στην τελευταία κατηγορία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν όσοι έχουν συμφωνήσει για το βιβλίο τους προφορικά. Δηλαδή, χωρίς να έχουν υπογράψει συμφωνητικό, και χωρίς να λαμβάνουν ποτέ δεκάρα τσακιστή. Γιατί δεν λαμβάνουν δεκάρα τσακιστή; Γιατί τους έβγαλαν το βιβλίο τσάμπα, άρα δεν πλήρωσαν, άρα δεν ανήκουν στα υπόλοιπα κορόιδα, κατά την  άποψή τους. Ελάχιστη σημασία έχει που αγοράζουν οι ίδιοι αντίτυπα των βιβλίων τους (με έκπτωση από τον εκδότη- φίλο τους). Μηδαμινό ρόλο παίζει το γεγονός να εξαναγκάζουν όλο το σόι και τον περίγυρο να έρθει στην παρουσίαση για να κάνει καλή μπάζα ο εκδότης-φίλος, για να βγάλει τα έξοδά του ο άνθρωπος, χωρίς εννοείται να τους δώσει ούτε ευρώ.

 

Να μην αναφέρουμε την “ηθική υποχρέωση” του συγγραφέα να παρακολουθεί όλες τις παρουσιάσεις του εκδοτικού αγοράζοντας τα βιβλιαράκια, και να τα αποθεώνει για να γλυκάνει κι άλλο τον εκδότη/ φίλο/ αγιογδύτη.

 

Φυσικά, έχουμε και τους συγγραφείς που δεν πληρώνουν λόγω “αναγνωρισιμότητας”. Να σημειώσουμε ότι η εν λόγω “αναγνωρισιμότητα” δεν προέρχεται από τα βιβλία τους.

Σας αφήνουμε να σκεφτείτε ποια είναι η προέλευσή της, αλλά και πόσο αστείο είναι να δηλώνει ένας συγγραφέας κάτι τέτοιο και μάλιστα με καμάρι.

Υπάρχουν και άλλες κατηγορίες βέβαια, όπως οι συγγραφείς- “επιμελητές”. Εκτελούν 2, 3, 4, 14 τσάμπα επιμέλειες με αντάλλαγμα  την πολυπόθητη έκδοση κτλ, κτλ.

Ή τα συμβόλαια με τον όρο ότι μέχρι τα πρώτα 2.000 αντίτυπα, δεν θα πάρεις δεκάρα.

Σίγουρα, θα υπάρχει και κάτι άλλο, αλλά τι σημασία έχει από ένα σημείο και έπειτα;

 

Τι να πούμε, αγαπητοί αναγνώστες, καθένας με την αυταπάτη του. Να βγει ένας συγγραφέας, πέρα από τους “ευπώλητους” και να πει ότι δεν πλήρωσε, αλλά πληρώθηκε και μάλιστα για κάθε αντίτυπό του, δίχως να χτυπιέται στα σόσιαλ για να τραβήξει την προσοχή, αλλά επειδή το βιβλίο του είναι καλό και έγινε γνωστό από στόμα σε στόμα, υπάρχει;

Αν ναι, να μας το πείτε, να χαρούμε.

 

Αλήθεια, κανένα καλό βιβλίο διαβάσατε;

Εγώ δεν πλήρωσα

(μια κραυγή απελπισίας)

του Όμπι Ουάν

© 2019 by Achilleas and Camilo