Ήταν Ιούλιος και ο ήλιος έκαιγε πάνω από τα κεφάλια μας καθώς βαδίζαμε στη μεσημεριανή περίπολο της βόρειας πύλης. Μια  ανηφορική απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από το δικό μας φυλάκιο έως το φυλάκιο που ήταν χωμένο στη χαράδρα, διακόσια μέτρα πριν το πεδίο βολών. Ανηφορίζαμε παράλληλα ο ένας από τον άλλον, ακροβολισμένοι ο καθένας μας, στις δύο άκρες του δρόμου. Εγώ από την αριστερή πλευρά και ο Σ. από την δεξιά. Το M16 στα χέρια μας σε θέση φυλάξεως και η εξάρτηση των έντεκα κιλών στην πλάτη, η οποία ήταν γεμάτη από ιδρώτα. Δεν μιλούσαμε καθόλου. Απλά βαδίζαμε σιωπηλοί με το βλέμμα στον ορίζοντα προς τον δρόμο που σκαρφάλωνε ανηφορικά προς τον γαλανό ουρανό. 


Θυμάμαι τον εαυτό μου να προσπαθεί να βρει κίνητρο για να ανταπεξέλθει σε όλα αυτά που περνούσα εκείνη την περίοδο. Τις περισσότερες φορές τα κατάφερνα καλά, καθώς γνώριζα πως αυτό που άφησα αλλά και αυτό με περίμενε έξω ήταν πολύ χειρότερο. Τουλάχιστον εκεί όλα ήταν ένας ρόλος, ένα θέατρο του παραλόγου και εκείνη την περίοδο παρά ήμουν παράλογος για να αποτύχω. 


Περάσαμε το υδραγωγείο που ήταν στο ύψωμα δεξιά μας και η κλίση του δρόμου έγινε πιο υποφερτή. Η πύλη του φυλακίου φάνηκε οπότε το περίπολο μας είχε ολοκληρωθεί κατά το ήμισυ. Το μόνο που έμενε ήταν να βάλουμε υπογραφή στο βιβλίο που θα είχε ο σκοπός στην πύλη και μετά να παίρναμε τον κατηφορικό δρόμο πλέον, της επιστροφής. Φτάσαμε κοντά στη πύλη και ο σκοπός φώναξε νευρικά:


«Αλτ! Τις ει;»


«Περίπολος» απάντησε ο Σ.


«Σύνθημα;»


« Άσε μας ρε μαλάκα Ν.Κ. και δώσε μας να υπογράψουμε, μας έχει φάει το λιοπύρι» απάντησε ο Σ. 


Ο σκοπός δεν είπε τίποτα και μας έδωσε το βιβλίο νωχελικά να υπογράψουμε. Υπέγραψα πρώτα εγώ και μετά έδωσα το βιβλίο στον Σ. ο οποίος καθώς υπέγραφε γυρίζει και λέει στον σκοπό:
« Εδώ θα σαπίσεις πουστόνεο μέχρι να απολυθείς και ο Διάολος κάθε βράδυ θα σου ταρακουνάει τον φωριαμό και εσύ θα τρως καμπάνες στην πρωινή αναφορά.»


Τα μάτια του σκοπού κοκκίνησαν και άρχισε να βρίζει καθώς πήρε πίσω με μία απότομη κίνηση το βιβλίο από τα χέρια του Σ.


« Να πας να γαμηθείς ρε Σ. Να πας να γαμηθείς εσύ και όλο σου το σόι.» 
Απομακρυνθήκαμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής και ο Σ. γελούσε καθώς άκουγε τον σκοπό να συνεχίζει να βρίζει.


«Να πας να γαμηθείς Σ. μ ’ακούς;»


 Και όσο πιο πολύ γελούσε τόσο πιο πολύ έβριζε ο σκοπός και παρόλο που φύγαμε από το οπτικό του πεδίο οι φωνές του αντηχούσαν ακόμα στο λόφο. Δεν είχα καταλάβει τίποτα απ’ ότι είχε γίνει και ειπωθεί οπότε πήρα την πρωτοβουλία να σπάσω τον πάγο με τον συνοδοιπόρο μου και τον ρώτησα:


« Ρε Σ. ποιος ήταν αυτός ο σκοπός στην πύλη ; Σειρά μας είναι;»


« Καλά δεν έχεις ακούσει για τον Ν.Κ. ; Σειρά μας είναι. Αλλά είναι τρελός και τον έχουν πάρει όλοι στο δούλεμα. Στον θάλαμο τον έχουν πεθάνει στα καψώνια οι παλιοί και του ξεστρώνουν το κρεβάτι και του κουνούν τα πράγματα στον φωριαμό και την επόμενη μέρα τρώει καμπάνες στην πρωινή αναφορά.» 


« Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Οι παλιοί πάντα θα κάνουν καψώνια στους νέους. Αυτό δεν αρκεί για να τον αποκαλέσουμε τρελό όμως.»


« Ναι μόνο που εκείνος ισχυρίζεται πως όλα αυτά του τα κάνει ο Διάολος.» είπε και έσκασε στα γέλια ο Σ.
« Τι εννοείς;»


« Εννοώ πως αυτό πιστεύει και ισχυρίζεται. Πως το βράδυ που κοιμάται πάει ο Διάολος και του ξεστρώνει το κρεβάτι και του χαλάει τον φωριαμό. Μέχρι και στην αναφορά αυτό ισχυρίστηκε και ο λοχαγός έμεινε με ανοιχτό το στόμα.»


« Και τι έγινε;»


« Τίποτα. Έφαγε καμπάνα 2 μέρες κράτηση. Αλλά αυτός, αυτό πιστεύει. Ακόμα και όταν κάποιος παλιός τον λυπήθηκε και πήγε και του είπε την αλήθεια, ότι αυτός του έκανε κάποια από τα καψώνια, αυτός ήταν ανένδοτος. Πιστεύει ότι όλα του τα κάνει ο Διάολος. Και όσο πιο πολύ το πιστεύει τόσο πιο πολλά καψώνια του κάνουν οι παλιοί.»


Δεν απάντησα κάτι στον Σ. γιατί δεν τον πίστεψα. Άλλη μια ράδιο αρβύλα, σκέφτηκα από μέσα μου, μία από τις πολλές που ακούγονταν εκεί μέσα.


Οι μήνες περάσανε και δεν ξανά άκουσα κάποια άλλη ιστορία για τον Ν.Κ. Τον Νοέμβριο ο λοχαγός μου με επέλεξε να γίνω εκπαιδευτής στους νεοσύλλεκτους, που θα έμπαιναν σε λίγες μέρες στο τάγμα. Στους λόχους των νεοσυλλέκτων μαζευτήκαμε όλοι οι εκπαιδευτές που είχαν επιλεχθεί και από το υπόλοιπο τάγμα. Μέσα σε αυτούς ήταν και ο Ν.Κ. πράγμα που με έκανε να πειστώ ότι όντως ήταν ράδιο αρβύλα αυτά που είχα ακούσει για αυτόν, γιατί ως είθισται, για εκπαιδευτές επιλέγονται οι άριστοι πεζοναύτες ώστε να μεταλαμπαδεύσουν το «σωστό ιδεώδες» στους νεοσυλλέκτους. 


Ένα βράδυ στον πρώτο λόχο νεοσυλλέκτων είχα υπηρεσία με τον Ν.Κ. να κάνουμε έφοδο σε σκοπούς, που φυλούσαν στον όρχο, ώστε να δούμε αν έχουν μάθει σωστά τα καθήκοντα τους. Στις 22:00 έπρεπε να είχαμε πάει να κάνουμε έφοδο στους νέους και αν όλα ήταν καλά, να υπογράψουμε και να γυρίσουμε πίσω για την κατάκλιση. Σε όλη τη διαδρομή δεν είπαμε κουβέντα. Ο Ν.Κ. άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και κοιτούσε κάτω, καθώς περπατούσαμε με γοργό βήμα. Πήγαμε κάναμε την έφοδο και γυρίσαμε με τον ίδιο σιωπηλό τρόπο με τον οποίο είχαμε πάει. Φτάνοντας στον λόχο τον καληνύχτισα για να πάω στον θάλαμό μου να κοιμηθώ κι εκείνος με ρώτησε:


« Κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί πριν κοιμηθούμε γιατί δεν με πιάνει ύπνος;»


Δεν ξέρω τι ακριβώς με έκανε να δεχτώ αυτή την πρόσκληση. Πάντα έκανα ένα τσιγάρο πριν κοιμηθώ, αλλά προτιμούσα να είμαι μόνος, απολαμβάνοντας την βραδινή ηρεμία του τάγματος. Μπορεί να ήταν απλή περιέργεια για να διαπιστώσω αυτοπροσώπως αν ίσχυαν, αυτά που λέγανε για εκείνον.  


« Ναι ρε έλα να κάτσουμε να πιούμε και καμία coca cola.» του απάντησα.


Κάθισε κάτω στο μωσαϊκό πάτωμα, δίπλα από το μηχάνημα με τα κέρματα  και εγώ έβαλα 2 ευρώ μέσα και έβγαλα δύο κουτάκια. Του έδωσα το ένα. Κάθισα απέναντι του και άναψα ένα τσιγάρο και τον παρατηρούσα. Ψηλόλιγνος, με μαυριδερό δέρμα και μαύρα  κορακίστικά μαλλιά. Τα μάτια του δεν φαίνονταν καλά τι χρώμα ήταν, πάντως ήταν θαμπά και σκουρόχρωμα κι αυτά. Τα βλέφαρα του πετάριζαν ελαφρώς κάθε τόσο λες και τον βασάνιζε κάποιο τικ.  


Για αρκετή ώρα δεν μιλούσαμε. Πίναμε coca cola και καπνίζαμε. Εκείνος κοιτούσε κάτω κι εγώ είχα σταματήσει να τον παρατηρώ και κοιτούσα την καύτρα από το τσιγάρο μου.


« Έχεις κοπέλα;» με ρώτησε και σήκωσε το βλέμμα του προς εμένα.»


« Έχω. Εσύ; »


« Κι εγώ έχω. Τη σκέφτεσαι καθόλου εδώ που βρισκόμαστε;» ρώτησε χαμογελώντας λοξά. 


« Μπα… Κοιτάω να μην σκέφτομαι κανέναν από την έξω ζωή που είχα. Δεν έχει νόημα. Αυτοί είναι σε άλλο κόσμο τώρα δεν μπορούν να με βοηθήσουν. Μόνο χειρότερη μπορούν να μου κάνουν την κατάσταση, αν αρχίσω να τους σκέφτομαι.»


« Κι εγώ πρέπει να σταματήσω να την σκέφτομαι. Την έπιασα να με κερατώνει στην προηγούμενη μου έξοδο!»


« Δεν είσαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Χαλάρωσε. Χώρισε την και όταν με το καλό απολυθούμε θα βρεις άλλην.»


« Την έπιασα να με κερατώνει με τον ΔΙΑΟΛΟ.» είπε φωναχτά, κοιτάζοντας με στα μάτια, επίμονα και χωρίς να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα.


Προσπάθησα να κρατηθώ να μην γελάσω. Ήπια μια γουλιά από το αναψυκτικό και άναψα κι άλλο τσιγάρο. Τα κατάφερα. Δεν γέλασα. Πήρα σοβαρό ύφος και τον ρώτησα:


« Τι ακριβώς εννοείς;»


« Εσύ τι καταλαβαίνεις;»


« Δεν καταλαβαίνω για αυτό και σε ρωτάω να μου πεις ακριβώς τι εννοείς.»


« Ένα απόγευμα πριν ένα μήνα ήμουν εξοδούχος και πήγα στο σπίτι μας στη Λούτσα. Άνοιξα την πόρτα και τότε είδα στον καναπέ μας να κάθεται η κοπέλα μου και από πάνω της ο Διάολος να την πηδάει. Καταλαβαίνεις τώρα; Ο “έξω από ‘δω” ο ίδιος μου γαμούσε την κοπέλα.» 


Είχαν αρχίσει τα μάτια του να κοκκινίζουν πάλι. Συνέχισα να διατηρώ την ψυχραιμία μου από καθαρή περιέργεια και τον ρώτησα:


« Και πως ήταν ο Διάολος; Θέλω να πω με τι έμοιαζε;» 


« Ήταν ψηλός και ανθρωπόμορφος και είχε κεφάλι κριαριού. Μαύρου κριαριού.»


« Και μόλις μπήκες και τους είδες τι έγινε; Που πήγε ;»


« Πήδηξε έξω από το παράθυρο. Πήδηξα κι εγώ και άρχισα να τον κυνηγάω στην αυλή και πάνω που πήγαινα να τον πιάσω εξαφανίστηκε σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού. Λες και εξανεμίστηκε.»


« Είσαι σίγουρος για αυτό που είδες;»


« Ναι είμαι! Δεν υπάρχει αμφιβολία.»


« Η κοπέλα σου τι έγινε;»


« Ήταν τρομοκρατημένη από αυτό που είχε προηγηθεί και έκλαιγε. Φοβόταν πως θα αντιδράσω. Αλλά έδειξα κατανόηση. Δεν σε πηδάει και κάθε μέρα ο Διάολος και ούτε συμβαίνει στον καθένα αυτό»


« Σε αυτό συμφωνώ απόλυτα. Σε γαμάνε χίλια τόσα άλλα πράγματα στη καθημερινότητα σου που δεν έχεις ανάγκη από τον Διάολο.»


« Άκουσε με. Ξέρω τι λένε για μένα. Αλλά τρελός δεν είμαι. Ξέρω τι είδα. Και δεν ήταν η πρώτη φορά.»


« Ο Διάολος έχει ξανά πηδήξει την κοπέλα σου εννοείς;»


« Όχι. Αλλά με ακολουθάει χρόνια τώρα.» 


Άρχιζα και συνειδητοποιούσα ότι η κουβέντα θα τραβούσε για πολύ ώρα και είχα αρχίσει να νυστάζω.


« Πάω για ύπνο Ν.Κ. Μην μασάς. Και κουράγιο.»


« Ευχαριστώ ρε φίλε. Κι ευχαριστώ και για την παρέα.» 


« Κανένα πρόβλημα.»


Σηκωθήκαμε και οι δύο και πηγαίναμε για τους θαλάμους μας και με ρώτησε:


« Έχει κανένα κρεβάτι κενό στο θάλαμό σου να έρθω να κοιμηθώ εκεί;»


Για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτηκα να του πω όχι.


«Πρέπει να έχει έλα.»


Ήρθε και έπιασε ένα κρεβάτι παραδίπλα και στα αριστερά μου και σε πέντε λεπτά τον είχε πάρει ο ύπνος. Ροχάλιζε.


 Εκείνο το βράδυ εγώ κοιμήθηκα με το «ένα μάτι ανοιχτό». Αλλά δεν με πείραξε. Τον λυπήθηκα. Είχα βγάλει το πόρισμα μου για εκείνον. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που ότι καλό και ιδίως κακό συμβαίνει στη ζωή τους, πάντα υπάρχει από πίσω παρέμβαση Θεϊκή ή Διαβολική. Αυτό μάλλον τους προσέφερε και μία ανακούφιση, για να μπορέσουν να συνεχίσουν να δέχονται τα αέναα χαστούκια της ζωής. Τα καψώνια, τις αδικίες, το ξύλο που τους έδινε ο πατέρας τους, το αφεντικό που τους αδίκησε, τους συγγενείς και φίλους που κόψανε παρτίδες ξαφνικά, τη γυναίκα τους που τους παράτησε και πολλά άλλα. Τα περισσότερα δεινά στη ζωή μας είναι φτιαγμένα από τον άνθρωπο, με προορισμό τον άνθρωπο. Και είναι δύσκολο να το χωνέψει πραγματικά, κάποιος.


Λίγες μέρες αργότερα ήμασταν, και οι δύο εξοδούχοι. Φτάνοντας στην πύλη ο Ν.Κ., τον περίμενε μια μελαχρινή κοπέλα, έξω από ένα άσπρο Volkswagen. Την είδα. Tον αγκάλιασε και τον φίλησε. Μπήκανε στο αυτοκίνητο και φύγανε βιαστικά. Ήταν υπαρκτό πρόσωπο τουλάχιστον, σκέφτηκα. Άρχισα να πιθανολογώ, πως η κοπέλα του πηδιόταν με κάποιον τύπο και όταν τους έπιασε, απλά τον έπεισε ότι δεν ήταν άνθρωπος αλλά ο Διάολος. Δεν πιστεύω να της πήρε και πολύ χρόνο να τον πείσει. Πάντα, το να μην αποδέχεσαι την πραγματικότητα, είναι και το ευκολότερο. Πλάθεις την δική σου και επιλέγεις να ζεις σε αυτήν. Όλα είναι υποφερτά εκεί μέσα. 
Πέρασε ο καιρός και δεν είχα άλλη παρόμοια κουβέντα με τον Ν.Κ. Ύστερα απολυθήκαμε και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Και δεν ξανά άκουσα ποτέ για αυτόν. Και όταν πήγαινα για μπύρες με φίλους από τον στρατό, κανείς δεν ανέφερε το όνομα του.


 Είχαν περάσει περίπου δυο χρόνια και βρισκόμουν για δουλειά στην Ίο, δουλεύοντας ως μπάρμαν σε νυχτερινό μαγαζί. Ήταν μεσημέρι και απολάμβανα τον ήλιο σε ένα παραλιακό μπαράκι, πίνοντας μπύρες παρέα με φίλους και γνωστές. Χτύπησε το τηλέφωνο μου και ήταν ένας άγνωστος αριθμός. Ζήτησα συγνώμη και πήγα πιο πέρα, μακριά από την οχλαγωγία για να μιλήσω.


« Παρακαλώ;»


« Έλα φίλε ο Ν.Κ. είμαι. Τι κάνεις;»


Δεν απάντησα αμέσως αλλά ένα φειδωλό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου.


« Έλα ρε φιλαράκι, καλά είμαι. Βρίσκομαι στην Ίο για δουλειά. Εσύ τι κάνεις;» 


« Δεν είμαι καλά ρε φίλε. Τρελάθηκα τελικά! Μπαινοβγαίνω στο Δρομοκαΐτειο ένα χρόνο τώρα.»


Δεν μπορώ να πω πως ξαφνιάστηκα παρόλα αυτά όμως δεν μιλούσα για αρκετά δευτερόλεπτα.


« Είσαι εδώ;» ρώτησε ο Ν.Κ.
« Ναι εδώ είμαι σ ’ακούω απλά έκανε μια διακοπή η σύνδεση. Και για πες μου, την παλεύεις;»


« Κάποιες φορές ναι και κάποιες όχι. Δεν κοιμάμαι κάθε μέρα εκεί. Μερικές φορές μπαίνω το πρωί και το μεσημέρι με αφήνουν να γυρίσω σπίτι μου. Άλλες φορές όμως με κρατούν μέσα για δυο-τρεις μέρες. Εκεί είναι το μανίκι. Πολλά φάρμακα.»


« Κατάλαβα. Θα περάσει κι αυτό μην μασάς. Κουράγιο.»


« Έχει περάσει σχεδόν, για αυτό σε πήρα. Έμαθα από τον Φ. ότι είσαι στην Ίο για δουλειά και σκέφτηκα να σε πάρω να σε ρωτήσω μήπως υπάρχει στο νησί καμιά δουλειά και για μένα. Μήπως έχεις κανένα γνωστό;»
« Και το Δρομοκαΐτειο; Πως θα πηγαίνεις;»


« Μα αυτό είναι το θέμα. Πρέπει να βρω δουλειά, να δείξω ότι είμαι χρήσιμος και δεν αποτελώ κίνδυνο για την κοινωνία, για να μπορέσω να σταματήσω να δίνω το παρόν εκεί μέσα. Ο εργοδότης μου θα δίνει αναφορά έστω και τηλεφωνικά μια φορά το μήνα, για το αν ανταπεξέρχομαι σε όλα και αν είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου. Ψάχνω καιρό τώρα στην Αθήνα αλλά κανείς δεν με παίρνει για δουλειά. Έχεις κάποιον να ρωτήσεις;»


« Δεν έχω κάποιον στο μυαλό μου που να ξέρω ότι ψάχνει αλλά θα ρωτήσω τριγύρω στο νησί. Έχω πολλούς γνωστούς. Όλο και κάτι μπορεί να βρούμε.»


« Ευχαριστώ ρε φιλαράκι. Ευχαριστώ πολύ! Θα περιμένω νέα σου.» 


« Έγινε ρε συ, θα τα πούμε.»


Καμιά φορά σκέφτομαι το τηλεφώνημα αυτό και μετανιώνω που δεν ρώτησα τί έγινε με την κοπέλα του. Από περιέργεια και μόνο. Άραγε θα πίστευε ακόμα ότι την είχε πηδήξει ο Διάολος ή θα του τα παραδέχτηκε όλα εκείνη και βλέποντας τον να μπαινοβγαίνει στα φρενοκομεία, θα τον λυπήθηκε και θα  προσπαθούσε να τον πείσει να δει την αλήθεια επιτέλους; Δεν μου ξανά τηλεφώνησε ποτέ. Και ούτε εγώ τον πήρα τηλέφωνο. Δεν ρώτησα κανέναν από τους γνωστούς μου στο νησί αν έψαχναν κάποιον για δουλειά. Θα μου κάνανε ερωτήσεις για εκείνον και δεν θα ήξερα τι να πω. Θα μου ζητούσαν να εγγυήσεις για εκείνον που δεν θα μπορούσα να τις δώσω. Μπορεί να είναι και απλά φθηνές δικαιολογίες όλα αυτά, για να μην αισθάνομαι τύψεις. Μπορεί να με έβαλε και εμένα ο Διάολος να μην τον βοηθήσω. Ποιος ξέρει;       

Herbert-Baglione-Shadows.jpg

Διαόλου Κέρατο

του Δαμιανού Λαουνάρου