Αργυρώ Αξιώτη

TNT

 

     Μ'ένα "άει στο διάολο" πίσω απ'τα δόντια, ευχήθηκα -εγκάρδια- καλό καλοκαίρι σε όλους στο γραφείο. Δέκα λεπτά μετά κι ενώ το air condition είχε αρχίσει να κάνει τη θερμοκρασία του αυτοκινήτου βιώσιμη, ακούστηκε ο κρότος. Ένα απόνερο από το ωστικό κύμα έκανε να τρίξουν τα τζάμια. Ίσως να έβαλα ένα τσακ παραπάνω TNT, μια ζωή πληθωρική...τι περιμένεις; Χασκογέλασα. Σκέφτηκα τη θάλασσα. Το σώμα μου να λύνεται στο νερό. Άνοιξα την τσάντα.; Έβγαλα τα εισιτήρια. Σε δυο ώρες το πλοίο θα έφευγε απ'τον Πειραιά. 14/8 16:50. Θα έφτανα άνετα. Η Αθήνα ήταν ήδη νέκρα. Μεσάνυχτα θα ήμουν ήδη στο νησί. Επιτέλους, μετά από δέκα χρόνια στο γραφείο, πήρα άδεια Δεκαπενταύγουστο. 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Σίννης

Αστικά συμπεράσματα

 

Πόλη που αδειάζει τις γιορτές δεν αγαπήθηκε.

Άνθρωποι που στις γιορτές είναι μόνοι δεν αγαπήθηκαν.

Ο Έρημος ο τόπος , έρημος πάντοτε θα μένει.

Διότι διώχνει εν γνώση του και για κάποιο μυστικό λόγο

Τους περαστικούς αλλά καλοπροαίρετους επισκέπτες .

 

Δώρα που δεν δόθηκαν με ανιδιοτέλεια

Δεν θα ανοιχτούν με χαρά

Λόγια που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε

αχρηστεύτηκαν για πάντα

Η υποκρισία κέρδισε την αμηχανία στα χαρτιά

και ύστερα την μάζεψαν

και την έκαψαν μαζί με όλα τα βιβλία

που περιείχαν τη λέξη ‘φιλότιμο’.

 

Διακρίθηκαν οι αδιάκριτοι επιδειξίες συνείδησης

και σφραγίστηκαν με κλειδαριές βαρέως τύπου

οι πόρτες της αξιοπρέπειας

Στις άδειες πόλεις τις γιορτινές

με τις λιγοστές ψυχές που περιφέρονται

κάνοντας επίτηδες θόρυβο

για να διώξουν τις ερινύες.

 

 

 

 

 

 

 

Κάκια Τζαννέτη

Δεκαπενταύγουστος

 

 

Πρώτος Δεκαπενταύγουστος χωρίς εσένα. Το είχες προβλέψει, σου είπα “δεν υπάρχει περίπτωση”, βάλαμε στοίχημα το συνηθισμένο 20άρικο. Γέλασες όταν συνειδητοποίησες το άτοπο του συγκεκριμένου στοιχήματος και με έβαλες να σου υποσχεθώ ότι θα τελειώσω το βιβλίο που πάλευα τόσο καιρό. Ούτε στη μέση δεν ήμουν, δεν είχα κέφι για γράψιμο.

 

- Δεν θέλω να ξαναεκδώσω, μια απογοήτευση είναι...

- Μην εκδώσεις, μου είπες, μόνο μην σταματήσεις να γράφεις... Τέλειωσέ το. Βάλε στόχο 

μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν θα είμαι, ...αλλά υποσχέσου!

 

Το έκανα... Xτες το βράδυ έβαλα με αγωνία την τελευταία τελεία! Το ψηφιακό ρολόι στον υπολογιστή έδειχνε WED 14 Aug 23:38. Συνειδητοποίησα ότι από την ένταση είχα ιδρώσει. Όπως κάθε φορά που αγωνιζόμουν να προλάβω προθεσμίες διαγωνισμών. Περισσότερο τώρα... την προθεσμία την είχες βάλει εσύ... Σου οφείλω Αλεξάνδρα, τους πιο ενδιαφέροντες Δεκαπενταύγουστους της ζωής μου. Σαν στοίχημα το είχαμε να κάνουμε πάντα κάτι αστείο ή παράτολμο αυτή τη μέρα. Ίσως από αντίδραση στην καλοκαιρινή απραξία που μας χτύπαγε κατακούτελα. Ίσως γιατί όλα άρχισαν από εκείνον τον πρώτο Δεκαπενταύγουστο που με πρόσεξες, ή για την ακρίβεια, που σε έκανα να με προσέξεις, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όριά μου.

 

Ήμασταν εκδρομή στην Ύδρα με την παρέα της πλατείας. Ήσουν η ωραία γκόμενα της παρέας, ο Χάρης το αγόρι σου ήταν ο ψηλός παιδαράς της παρέας κι εγώ ήμουν απλά ένας από την παρέα... Το προηγούμενο βράδυ στον Πειρατή σας την έπεσαν, σ’ εσένα και τις φίλες σου, κάτι ντόπια τσιφτάκια, κοντραριστήκαμε μαζί τους και μας είπαν “φλώρους”. Παραλίγο να γίνει φάση. Μας πείραξε πιο πολύ, γιατί μια-δυο από τις κολλητές σου γελάσανε πνιχτά.

 

- Αν είστε μάγκες, μας προκάλεσαν, ραντεβού αύριο το μεσημέρι στα βράχια μετά τη Σπηλιά... Ανήμερα Δεκαπενταύγουστος, ψιλοχαμός στο νησί και τα τσιφτάκια ήδη εκεί, να έχουν κάνει την κλάκα τους και να μας προκαλούν να βουτήξουμε κι εμείς από τον ψηλό βράχο στη θάλασσα. Μας φάνηκε παρακινδυνευμένο, γι’ αυτούς ρουτίνα... Τα υπόλοιπα αγόρια της παρέας χαζογελούσαν και σκουντούσαν ο ένας τον άλλον. Σιγά μην το έκαναν, δεν είχαν και κανένα λόγο εδώ που τα λέμε. Ο Χάρης επικαλέστηκε ένα τράβηγμα στον ώμο. Δεν θα διακινδύνευε, όπως είπε, τη συμμετοχή του στην ομάδα πόλο “για να κάνει το χατήρι στα μαλακισμένα”. Είδα την ευκαιρία μου. Στάθηκα στην άκρη του βράχου και κοίταξα κάτω το νερό. Μου ήρθε ζαλάδα, αλλά για χάρη σου θα πήδαγα και σε τσιμέντο. Σε αναζήτησα ανάμεσα στους άλλους. Στεκόσουν κάπου δεξιά και με κοίταζες μασώντας με αγωνία το νύχι σου. Έτσι μου φάνηκε.

 

Έκανα τον πιο μικρό σταυρό που έχω κάνει ποτέ, κάπου κοντά στον αφαλό μου, επικαλούμενος από μέσα μου το ιερό της ημέρας. Θα πέθαινα από ντροπή αν ήξερα ότι το είχες προσέξει. Λίγο καιρό μετά μου είπες ότι το βρήκες πολύ γλυκό... Μου είπες και κάτι άλλο, ότι το βλέμμα που σου έριξα πριν πηδήξω, ήταν πιο εύλογο και από ένα ηχηρό “Για σένα!!!”. Το δευτερόλεπτο που βρέθηκα στο κενό θα πρέπει να σταμάτησε η καρδιά μου. Ίσως και να πέθανα... Δεν θυμάμαι τίποτα, μόνο να ξαναζωντανεύω στην απότομη επαφή με το νερό. 

Όταν βγήκα, από “ένας από την παρέα” έγινα “ο Νικόλας”! Το είδα στα μάτια σου όπως με κοίταξες. Αυτή τη μέρα ορίσαμε σαν αρχή της σχέσης μας και όχι μια εβδομάδα μετά που τα φτιάξαμε. Από τότε δεν χωρίσαμε ποτέ! Και κάθε Δεκαπενταύγουστο τηρούσαμε αυτό το δικό μας ιδιαίτερο “τάμα”. Να κάνουμε κάτι που θα τάραζε τη θερινή μας ρουτίνα. Κάποιες φορές το σχεδιάζαμε από μέρες, άλλες πάλι ήταν απόφαση της στιγμής. Θυμάμαι μια χρονιά, στα πολύ νεανικά μας χρόνια, που βαλθήκαμε να κλέψουμε, έτσι για πλάκα, ένα παγωτό από τον περιπτερά της γειτονιάς. Ο Ανέστης, ένας 65άρης με το μαλλί να ξεβάφει στον ιδρωμένο γιακά του πουκαμίσου του, βγήκε πρόθυμα να σε εξυπηρετήσει από την άλλη πλευρά του περιπτέρου, για να σε πάρει μάτι καθώς έσκυβες δήθεν να κοιτάξεις τα περιοδικά. Εγώ βούτηξα με όλη μου την άνεση έναν πύραυλο ΜΑGNUM που τον φάγαμε μαζί στο παρκάκι λίγα μέτρα πιο πέρα, ενθουσιασμένοι με το κατόρθωμά μας. Ετσι κι αλλιώς είχαμε υπολογίσει ότι τόσες φορές που μας έκλεβε στα ρέστα ήταν πληρωμένος. Αλλά σε λίγο, “έλα μωρέ, χρονιάρα μέρα, δεν είναι σωστό” είπες. Μας στραβοκοίταξε όταν του είπαμε πως ξεχάσαμε να τον πληρώσουμε και με ένα βαρύθυμο “μόνο έναν πήρατε; σίγουρα ε;” μάζεψε τα ψιλά από το γυάλινο τασάκι χωρίς να τα κοιτάξει και χωρίς φυσικά να δώσει κάτι λίγα ρέστα που δεν τολμήσαμε να ζητήσουμε. Σε ένα μήνα ακριβώς, “χρονιάρα μέρα” πάλι, μάθαμε πως τον βρήκαν, ντάλα μεσημέρι, πεθαμένο μέσα στο περίπτερο με το παντελόνι ανοιχτό και ένα PLAYBOY πεσμένο ανάμεσα στα πόδια του. Ευτυχώς που του είχαμε πληρώσει το παγωτό. Θα είχαμε τύψεις... 

Ξαναζώ έντονα τη στιγμή που έναν άλλο Δεκαπενταύγουστο ξάπλωσα στην καυτή άσφαλτο της Δροσοπούλου, για να αναγκάσω τον πρώτο οδηγό που θα ερχόταν να σταματήσει. Αραιή έτσι κι αλλιώς η κυκλοφορία, μια παραλυμένη Αθήνα στο αποκορύφωμα των διακοπών. Παρακάλαγα κρυφά από μέσα μου να μην έρθει κανένα φορτηγό και με λιώσει, αλλά που να τολμήσω να κάνω ξανά εκείνο το μικρούλη σταυρό κοντά στον αφαλό μου... Εσύ γέλαγες και ούρλιαζες μαζί και με παρακαλούσες να σηκωθώ. Ειδικά όταν ξεπρόβαλε από μακριά ένα αυτοκίνητο. Ήμουν τυχερός δεν ήταν φορτηγό, ήμουν άτυχος ήταν περιπολικό. Ο ηλικιωμένος αστυνομικός, ένας βαριεστημένος κοιλαράς, εξάντλησε επάνω μου όλη την τσαντίλα που είχε μαζεμένη υποθέτω για το δικό του γιο. Ο νεαρός οδηγός δεν έβγαλε τσιμουδιά. Εσύ κοιτούσες μουδιασμένη λίγα μέτρα πιο πέρα. Σου έκανα κρυφά νόημα “όλα εντάξει”, η καρδιά μου το’ξερε... Δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο, απλά πέρασα τη βραδιά στο αστυνομικό τμήμα Κυψέλης μέχρι να έρθει ο πατέρας μου, αργά το απόγευμα της επόμενης μέρας από το εξοχικό στο Ξυλόκαστρο, να με βγάλει. Δεκαπενταύγουστος και το τηλέφωνο του σπιτιού με βλάβη, κινητά τότε είχαν ελάχιστοι και ο πατέρας μου ήταν από τους τελευταίους που υπέκυπτε σε οποιαδήποτε καινοτομία. Αναγκάστηκα να ειδοποιήσω μέσω τρίτων, κάτι που τον διαόλισε ακόμη παραπάνω από το ίδιο το γεγονός. “Να μαθαίνουν τα ρεζιλίκια μας και παραέξω”. Πήρε όλο του το χρόνο μέχρι να’ρθει “για να δω τη γλύκα, μήπως και βάλω επιτέλους μυαλό καμιά φορά”... Το έπαθλό μου δυο γερά χαστούκια από αυτόν, κι ας τον πέρναγα μισό κεφάλι και μια από τις ωραιότερες βραδιές έρωτα μαζί σου κι ας ήμουν “ένας αλητήριος”, όπως με χαρακτήρισαν στο Τμήμα. Ίσως ακριβώς γι αυτό... Σου είχα αφιερώσει τον Αύγουστο του Παπάζογλου γιατί μας άρεσε σαν τραγούδι αλλά και γιατί αυτός ο μήνας σήμαινε πολλά για μας.

 

Εξάλλου ένα παιδί του Αυγούστου ήσουν κι εσύ, σχεδόν στην εκπνοή του, γι’αυτό και το όνομά σου. Με πείραζες για τη φάλτσα φωνή μου όποτε στο σιγοψιθύριζα και μου έλεγες “φαντάζεσαι την κυρία Νίκη και τον κύριο Ευάγγελο Πρωτοπαπαδάκη σε έκσταση επάνω, σε χορό μαγικό;” Ξεκαρδιζόμαστε με την εικόνα της αυστηρής δασκάλας και του ευτραφούς συνταξιούχου Γυμνασιάρχη σε εκστατικό ερωτικό σμίξιμο... Μου λείπεις Αλεξάνδρα, μου λείπεις αφόρητα...και δεν μπορώ να το αντέξω... Είμαι ξαπλωμένος και κοιτάζω αποχαυνωμένος την αργή περιστροφή του ανεμιστήρα στο ταβάνι. Με χαλαρώνει, το κάνει πιο εύκολο...Η εικόνα του όσο πάει και θολώνει. Σου υποσχέθηκα ότι θα το τέλειωνα το αναθεματισμένο το βιβλίο και κράτησα την υπόσχεσή μου. Εκείνη την ίδια στιγμή όμως σου υποσχέθηκα σιωπηλά και κάτι άλλο, ότι θα στο φέρω να το διαβάσεις, μαζί με το 20άρικο που κέρδισες τελικά... Σου οφείλω Αλεξάνδρα, τους πιο ενδιαφέροντες Δεκαπενταύγουστους της ζωής μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλέξανδρος Ρασκόλνικ

Το Τέλος της Πλήξης

 

Πέρασα ανενόχλητος το εμπόδιο της κλειδαμπαρωμένης εξώπορτας με την κίτρινη, απαγορευτική ταινία της Σήμανσης και προχώρησα στα ενδότερα του σφραγισμένου σπιτιού. Ο χώρος είχε ήδη αρχίσει να μυρίζει μιαν αποπνιχτική κλεισούρα κι ας μην είχε περάσει, όπως υπέθετα, πολύς καιρός από την αναχώρησή μου, που αν δεν ήξερες, θα την χαρακτήριζες οριστική. Μετά από πολύ καιρό, ήμουν ξανά ευδιάθετος. Μπήκα στο μισοσκότεινο υπνοδωμάτιο και κοιτάχτηκα στον ολόσωμο καθρέφτη με την ξυλόγλυπτη, επίχρυση κορνίζα, χάρισμα της αγαπημένης μου νονάς, αιωνία της η μνήμη. Πολύ μου άρεσε αυτό που έβλεπα εκεί μέσα. Η αντανακλαστική εικόνα πίσω από την πλάτη μου, έδειχνε τα πάντα όπως ακριβώς τα είχα αφήσει φεύγοντας· το βαρύ δρύινο ερμάρι με τις προγονικές φωτογραφίες στις ασημένιες τους  κορνίζες, απλωμένες στη σκονισμένη του επιφάνεια, τα φτηνά λιθογραφικά αντίγραφα του πέμπτου και του ενδέκατου αυτοσχεδιασμού του Βασίλη Καντίνσκι, στερεωμένα με πινέζες, πάνω απ’ το κεφαλάρι του άστρωτου, μεταλλικού κρεβατιού, το βελούδινο, διθέσιο καναπεδάκι στυλ λουί κένζ. Όλα, έτσι αταίριαστα όπως ήταν πάντα κι όπως μου άρεσε. Μόνο το δικό μου είδωλο ήταν άφαντο. Είμαι αόρατος, λοιπόν! Δεν ήταν και μικρό το ρίσκο που είχα πάρει, αλλά ο τολμών νικά. Αργότερα, θα διάβαζα και τις ανοησίες που είχε γράψει στο ρεπορτάζ του, ο δημοσιογραφίσκος της τοπικής φυλλάδας. Καθόλου απελπισμένος δεν ήμουν. Από πού στο διάβολο, το είχε συμπεράνει αυτό! Ακούς εκεί «απονενοημένη πράξη». Την πλήξη μου γύρευα να σκοτώσω, όχι τον εαυτό μου. Έπαιξα και δεν έχασα. Έτσι τουλάχιστον ελπίζω. Μένει να αποδειχθεί, αλλά και η ελπίδα από μόνη της, δεν είναι μικρό πράγμα.

 

Κάμποσα απογεύματα πριν, ιδέα δεν έχω πόσα ακριβώς, αλλά ήταν Δεκαπενταύγουστος, βγήκα στο δρόμο με κάκιστη διάθεση. Έφταιγε κι ο καυτός λίβας που μου έκοβε την ανάσα, αλλά περισσότερο ο οξύς πονοκέφαλος από τη βαρετά μονότονη κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας.

 

Η πόλη ήταν έρημη, λες κι είχε πέσει θανατικό. Οι άδειοι, βρόμικοι δρόμοι συνέτειναν στην λανθάνουσα κατάθλιψη που με περιτριγύριζε σαν άδικη κατάρα. Δεκαπενταύγουστος, σου λέει. Μεγάλη γιορτή! Χεστήκαμε ρε φίλε. Έτσι όπως το λέω: χ ε σ τ ή κ α μ ε! Αλλά, κουμάντο κάνουν οι τραγογένηδες στον τόπο μας, τι να λέμε τώρα. Κανονικός Μεσαίωνας. Όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά· ούτε τσιγάρα δεν έβρισκες ν’ αγοράσεις. Ευτυχώς που είχα κόψει το κάπνισμα.

 

Ο Δεσπότης, είχε βγάλει φετφά αργίας. Όλοι, συν γυναιξί και τέκνοις, φευγάτοι για το μεγάλο πανηγύρι. Κι αν η αρχή πολιτικής προστασίας είχε απαγορεύσει τα πανηγύρια, εξαιτίας της υποτιθέμενης πανδημίας, ποιος τολμούσε να παρακούσει τα πραγματικά αφεντικά του τόπου; Κουτσοί, στραβοί, ανόητοι, οι πάντες, είχαν καβαλήσει οτιδήποτε διέθετε τροχούς και είχαν πάρει τα βουνά, ομαδόν και κοπαδοειδώς. Καμιά δεκαπενταριά με είκοσι χιλιόμετρα έξω από την πολίχνη μας, στην κόχη μια αετοφωλιάς, ήταν σφηνωμένο το γυναικείο μοναστήρι της Παναγιάς της Καψοδεματούσας, όπου εκείνη την ώρα θα είχε μαζευτεί ολόκληρη η αγέλη των συντοπιτών μου και θα εξελισσόταν η συνηθισμένη παράσταση, μόνο και μόνο για να οικονομήσει παράδες το παπαδαριό απ’ το μνημόσυνο της αειπαρθενίας.  

 

Έτσι όπως περπατούσα σκυφτός, σέρνοντας άσκοπα το κουφάρι μου, μου ήρθε ξαφνικά η διάθεση να πάρω τον δρόμο προς το βενετσιάνικο κάστρο. Χρόνια είχα να κάνω αυτήν τη διαδρομή, γιατί συνήθως η κοσμοσυρροή στην ακρόπολη, ήταν πνιγηρή. Από κει πάνω, η μαγευτική θέα του ήλιου, όπως έσβηνε μέσα στη θάλασσα, ήταν χιλιοφωτογραφισμένη και διάσημη στα πέρατα του κόσμου. Σκέφτηκα ότι η πραγματικά έκπαγλη ομορφιά του τοπίου, ίσως να μου έφτιαχνε κάπως την κακή διάθεση που μου ροκάνιζε τα σωθικά. Πήρα τον λιθόστρωτο πεζόδρομο που οδηγούσε στα σπλάχνα της παλιάς πόλης και περιπλανήθηκα στη σκιά των επιβλητικών μεσαιωνικών κτισμάτων με τις κρυφές αυλές, μέσα από τα δαιδαλώδη, ανηφορικά καλντερίμια.

 

Η φιγούρα της καμπουριασμένης γύφτισσας που απάντησα στα μισά της ανηφόρας, ήταν γραφική. Καθισμένη σε μια στροφή του δρόμου πάνω σ’ ένα αρχαίο, μαρμάρινο αγκωνάρι, την επόμενη στιγμή σηκώθηκε όρθια και κόβοντάς μου το δρόμο, μου έπιασε την κουβέντα. Χωρίς περιστροφές, άρχισε να μου εξηγεί ότι οι αυτόχειρες δεν πάνε ούτε στον Παράδεισο ούτε στην Κόλαση. Μένουν αντάμα με τους ζωντανούς και περιφέρονται ανενόχλητοι ανάμεσά τους, στην αιωνιότητα. Χαμογέλασα βαριεστημένα μαζί της και αμίλητος πήγα να την προσπεράσω. Όμως, με το κοκαλιάρικο χέρι της, με άρπαξε απ’ τον καρπό και με συγκράτησε με μια εντυπωσιακή δύναμη που με εξέπληξε. Το ειρωνικό υπομειδίαμα, μου κόπηκε μαχαίρι και η διάθεσή μου να συνεχίσω τον μοναχικό μου περίπατό, έγινε καπνός. Κοιτώντας την μέσα στα τσακίρικα, θολά από τα χρόνια μάτια της, αισθάνθηκα έντονα ότι εκείνη η συνάντηση, που προς στιγμήν είχα θεωρήσει τυχαία, έμελλε να σημαδέψει το μέλλον μου.

 

Η ομολογημένη αλήθεια είναι ότι βαριόμουνα που ζούσα. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Η μπαμπόγρια είχε διακρίνει την ανία μου για τα πεζά και τ’ ανθρώπινα· φαίνεται ότι με λυπήθηκε, για λόγο που δεν μπήκε στον κόπο να μου εξηγήσει. Είχε το τρίτο μάτι, μου εκμυστηρεύτηκε. Έβλεπε τα φαντάσματα των αυτοχείρων να περιφέρονται ανάμεσα στους ζωντανούς, αόρατα κι ανέμελα από το άχθος της ανθρώπινης βλακείας. Ευτυχισμένα, αέρινα πλάσματα, με διαβεβαίωσε. «Λόγος στους βροτούς δεν πέφτει γι’ αυτά τα πράγματα», θυμάμαι χαρακτηριστικά, τα τελευταία λόγια της.  Ακούγεται τρελό, αλλά την πίστεψα, διότι αυτό που μου συνέβη εκείνη τη στιγμή, ήταν μαγικό· κάτι σαν θεία επιφοίτηση.

 

Μετά σώπασε, χαλάρωσε τη λαβή της και ξανακάθισε στη θέση της, καρφώνοντας το βλέμμα της στον απέναντι χορταριασμένο τοίχο, αδιάφορη πια για την παρουσία μου, σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ. Ήξερε ότι θα έτρεχα μπρος τα πίσω, ότι θ’ ανέβαινα τρέχοντας στο διαμέρισμά μου, στον έβδομο όροφο, και ότι από κει πάνω θα βουτούσα με το κεφάλι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι κι έκανα. Η σύντομη πτώση ήταν διασκεδαστική, έτσι όπως έβλεπα το λερό πεζοδρόμιο να έρχεται επιταχυνόμενο καταπάνω μου. Ένας οδυνηρός, αλλά πολύ σύντομος πόνος διαπέρασε το κορμί μου. Μετά, απόλυτο σκοτάδι. Όλες μου οι αισθήσεις ήταν νεκρωμένες, αλλά η νόησή μου, δεν με είχε εγκαταλείψει. «Νεκροζώντανος», σκέφτηκα ενθουσιασμένος. Με ψυχαγωγούσαν αφάνταστα, όλα αυτά.

 

Πιθανολογώ ότι η επόμενη στάση μου θα έγινε στα ψυγεία των υπογείων του δημοτικού νεκροτομείου. Για πόσο καιρό, δεν μπορώ να πω αλλά δεν αισθανόμουν τη συνηθισμένη μου βαρεμάρα, πράγμα που μου φαινόταν καταπληκτικό. Έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, περίμενα γεμάτος περιέργεια για την εξέλιξη αυτής της αλλόκοτης ιστορίας. Δεν ξέρω τι έγινε μετά· υποθέτω ότι με πήρε ένας ύπνος βαθύς, χωρίς όνειρα, γιατί έχω ένα κενό στη μνήμη μου.

 

Ξαφνικά, άνοιξα τα μάτια μου, διαπιστώνοντας ότι ήμουν κουκουλωμένος από ένα πέπλο πηχτού σκοταδιού που το διέσχιζαν εδώ κι εκεί, αραχνένιες δέσμες φυσικού φωτός. Το πρώτο πράγμα που άκουσα ήταν ένα μακρινό, ράθυμο τραγούδι τζιτζικιών, που ερχόταν από κάπου ψηλά, πάνω απ’ το κεφάλι μου. Οι αισθήσεις μου, λοιπόν, είχαν αρχίσει να επιστρέφουν. Μύριζε φρεσκοδουλεμένο ξύλο. Συνειδητοποίησα ότι ήταν η μυρωδιά της κάσας που με είχαν κλείσει για να με παραχώσουν. Αισθάνθηκα πολύ ανάλαφρος. Άκοπα, σηκώθηκα όρθιος μέσα στο φέρετρό μου και μ’ ένα μικρό, υπολογισμένο σάλτο, πετάχτηκα έξω, διαμέσου της μαρμάρινης ταφόπλακας του οικογενειακού τάφου. Τα υλικά πράγματα δεν θα μπορούσαν πια να με περιορίζουν, σκέφτηκα ενθουσιασμένος. Ήταν ντάλα μεσημέρι, αλλά καθόλου δεν ζεσταινόμουν μέσα στο σκούρο μπλε, μάλλινο κοστούμι μου. Καλό κι αυτό. Έλυσα τη στραβοδεμένη μαύρη γραβάτα μου και την έχωσα στην τσέπη του σακακιού μου. Τα βήματά μου, μέσα στα στραβοπατημένα σκαρπίνια μου, δεν ακούγονταν πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι του νεκροταφείου, ούτε με χτυπούσαν πάνω από τις φτέρνες, όπως τον παλιό καιρό. Ένοιωθα αέρινος, και ήμουν! Διασκέδαζα τρομερά. Μετά από πολύ καιρό, αισθανόμουν ξανά ευτυχισμένος. Κάτι διαφορετικό, πρωτότυπο, συνέβαινε επιτέλους στη ζωή μου. Πήρα το δρόμο για το σπίτι και να 'μαι τώρα εδώ, στη μέση της κρεβατοκάμαράς μου, μπροστά στον βαρύτιμο καθρέφτη της νονάς και το άφαντο είδωλό μου, να κάνω απερίσπαστος, σχέδια για ένα μέλλον αχαλίνωτο.

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Λογοτεχνικός διαγωνισμός

© 2019 by Achilleas and Camilo