Ιστορία καραντινάτη

 

Πρώτα, κόντυνε το δεξί της πόδι. Τα μπατζάκια από τα παντελόνια της άρχισαν να κονταροχτυπιούνται. Ποιό από τα δύο θα δείξει περισσότερη σάρκα. Νικητής το αριστερό που επέμενε να αποκαλύπτει κάλτσα, αστράγαλο, γάμπα, όσο κι αν αυτή πολεμούσε να το τραβάει μανιωδώς προς τα κάτω, μέχρι το παπούτσι.

 

-Κουτσάθηκα? αναρωτήθηκε κι άρχισε να γελάει ασταμάτητα. Απάντηση δεν βρήκε, οπότε βάλθηκε να ξηλώνει στριφώματα και να μακραίνει τα αριστερά μπατζάκια απ’ όλα της τα παντελόνια.

 

-Μήπως να κόψω τα δεξιά? Φαεινή ιδέα, σκέφτηκε και ξέσπασε πάλι σε γέλια τρανταχτά.

 

-Να κόψω ΤΗΝ ΔΕΞΙΑ..., αναφωνούσε και ξεκαρδιζόταν. Μετά, κόντυνε το δεξί της χέρι και τα δάχτυλα μίκρυναν. Μέτραγε τα μανίκια και τα ξαναμέτραγε, μα όλα ίσα έβγαιναν στις πράξεις.

 

-Να λύσω πρώτα το πρόβλημα με την κουτσαμάρα, σκέφτηκε

 

-Και μετά θα λύσω και την κουλαμάρα. Και δώστου γέλια να γεμίζει το αδειανό διαμέρισμα από το πάτωμα, μέχρι πάνω στο ταβάνι. Αυτή και το γέλιο της «συγκάτοικοι στην τρέλα» που λέει και το άσμα, σκεφτόταν. Μια φούστα μαύρη, φαρδιά και μακριά ως τον αστράγαλο, θυμήθηκε από άλλες εποχές. Από πότε, ούτε που θυμόταν. Δεν θυμόταν ξεκάθαρα τον πίσω χρόνο. Ανάπηρη η μνήμη, είχε σταματήσει να ντύνει με εικόνες τις αναμνήσεις. Κι εκείνη την φωτογραφική μηχανή, ποτέ δεν την αγόρασε. Ξέχασε, παραμέλησε και να τώρα δεν είχε ένα - δυο άλμπουμ να χαζολογάει τα νιάτα της μεσ’ την βαρεμάρα του εγκλεισμού.

 

Ξέθαψε από τα βάθη μιας ντουλάπας την φούστα και την ντύθηκε. Μακριά ως κάτω, σκούπιζε τα πατώματα.

 

-Βολικό κι αυτό. Θα γλυτώσω το σκούπισμα κουτσή γυναίκα πιά... Γέλια πάλι, μέχρι δακρύων. Για τα μανίκια λύση δεν έβρισκε, ώσπου έπεσε το μάτι της στα κουρτινάκια του χωλ.

 

-Ευτυχώς που δεν μου έπεσε και το μάτι ακόμα, αναφώνησε γελώντας και κατέβασε τις κουρτίνες με μανία. Τις μισούσε. Είχαν αυτό το εμετί μπεζ χρώμα, ένα με τον τοίχο. Αλλά, μια πλεκτή περίτεχνη δαντέλα κοσμούσε το τελείωμά τους. Εργόχειρο της μαμάς από καιρούς παλιούς, όσο κι η Ακρόπολη ένα πράμα. Ξήλωσε τις δαντέλες και τις έραψε σχολαστικά με βελονιά φεστόνι στα μανίκια μιας μπλούζας μαύρης. Ασορτί με την φούστα. Την φόρεσε και έμεινε να θαυμάζει το έργο της. Η δαντέλα σκέπαζε τα χέρια της τόσο, που δεν φαινόταν αν είχε δάχτυλα ή όχι.

 

-Τέλεια! Πάει κι η κουλαμάρα. Ανακουφίστηκε και πήγε να ξαπλώσει γελώντας.

 

Το πρωί την ξύπνησε ένα κενό στο στέρνο. Είχε χάσει τον δεξί της μαστό. Βάλθηκε να ψάχνει σ’ όλο το σπίτι, κάτω από έπιπλα, καναπέδες, τραπέζια, κρεβάτια. Λες κι ήταν μπάλα και κύλησε. Κούτσα-κούτσα τριγυρνούσε στα δωμάτια, άνοιγε συρτάρια, ντουλάπια, κουτιά. Ψαχούλευε με το κουλό της χέρι, μα το βυζί άφαντο. Μέσα σ’ ένα πανέρι, βρήκε σύνεργα του πλεξίματος, της μάνας. Κουβάρια πολλά, ανάκατα νήματα, βελόνες, βελονάκια. Διάλεξε ένα κουβάρι που της άρεσε ο όγκος του. Το ζύμωσε λιγουλάκι να πάρει σχήμα και το χωσε στο σουτιέν. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς, κοιτάζοντας με απέραντο θαυμασμό και ικανοποίηση το είδωλο της.

 

-Φτού σου, πολυμήχανη είσαι Τασία μου, είπε στο άλλο της μισό και γέμισε το δωμάτιο με τα γέλια της. Γέλασε τόσο που κατουρήθηκε. Αχ, ναί. Ξεχάσαμε να το πούμε. Ήταν κι αυτό, το κατούρημα. Δεν μπορούσε να ελέγξει πιά την κύστη της.

 

-Όλα υπό έλεγχο, μονολογούσε με καμάρι, μιάς και είχε ανακαλύψει «Το σύστημα» .Έβαζε το ξυπνητήρι να χτυπάει κάθε τρείς ώρες κι έτρεχε... Όχι δεν έτρεχε, σερνόταν μέχρι την τουαλέτα και άδειαζε. Πόσος καιρός είχε περάσει από την αρχή της καραντίνας, δεν θυμόταν. Τα είπαμε αυτά, ο εγκέφαλος είχε μικρύνει. Το πόδι, το χέρι, το βυζί. Η σμίκρυνση παραμόνευε και έκανε ύπουλες επιθέσεις σε χρόνους ανύποπτους. Δούλευε η καραντίνα ακούραστα, επίμονα και αποτελεσματικά. Δούλευε κι από μέσα της, στα μουλωχτά, κι ας μην το είχε συνειδητοποιήσει ακόμη. ΄Έτρωγε σιγά σιγά τα σπλάχνα της. Όργανα ζωτικής σημασίας εξαφανίζονταν. Συκώτι, χολή, νεφρά, έντερα. Κόκαλα, εκσφενδονίζονταν στον αέρα, σαν τα πλαστικά κόκαλα που παίζουν τα σκυλιά. Μια κνήμη από δω, ένας σπόνδυλος από κει.

 

Σέρνονταν στο σπίτι, σαν σαλιγκάρι ολόμαυρο, με κείνη την φαρδιά της φούστα, τις πλεχτές δαντέλες και κείνο το μάλλινο βυζί που είχε πιά ξετυλιχτεί κι έπλεκε ιστούς σ’ έναν αόρατο λαβύρινθο χωρίς διαφυγή. Συναντούσε στο πέρασμά της, μια μύτη, ένα αυτί, ένα δυο δάχτυλα, μερικά δόντια, το αριστερό της μάτι, μαζί με το φρύδι, να κυλάει σαν μπαλάκι του γκολφ και να το καταπίνει λαίμαργα η σπλήνα που παραμόνευε κολλημένη στο σοβατεπί.

 

Αυτή έσκαγε στα γέλια. Ναι! Πέθαινε από τα πολλά γέλια. Της είχε απομείνει το στόμα. Και το στόμα της μπορούσε να γελάει με την καρδιά της. Η καρδιά της μπορούσε να χτυπάει γελώντας, όπως χτυπούσε το ξυπνητήρι τις ώρες για το κατούρημα. Εκκωφαντικά χτυπούσε η καρδιά της γελώντας. Έσκαγε από το πολύ γέλιο. Πέθαινε από το πολύ γέλιο.

griffin01.jpg

Για Ποιόν Χτυπάει η Καρδιά;

της Όλγας Δημοπούλου