Η εξοχική κατοικία του εφοπλιστή Επαμεινώνδα Λιαρέλη ήταν τόσο ξεκομμένη από τον πολιτισμό, που ανέκαθεν αποτελούσε στόχο για τους επίδοξους διαρρήκτες.

   Όσες προσπάθειες για εισβολή στο πολυτελές, τριώροφο οίκημα είχαν εκδηλωθεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016, είχαν πέσει στο κενό, εφόσον ο ηλικιωμένος κροίσος είχε φροντίσει να το θωρακίσει με τα ισχυρότερα συστήματα ασφαλείας που υπήρχαν στην αγορά.
 

    Οι επίδοξοι διαρρήκτες, καλούνταν να σκαρφαλώσουν μία τσιμεντένια περίφραξη ύψους εφτά μέτρων που κατέληγε σε ηλεκτροφόρα σύρματα, να αποφύγουν τους πέντε γερμανικούς ποιμενικούς που αλώνιζαν στον κήπο, να εξουδετερώσουν τις εφτά κάμερες ασφαλείας που κατέγραφαν διαρκώς τα όσα συνέβαιναν στο προαύλιο και να αφοπλίσουν τον κεντρικό συναγερμό που το σήμα του αποστελλόταν αυτόματα στην καλύτερη από τις υπηρεσίες ασφαλείας της Λιβαδούπολης. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός άγρυπνου φρουρού στην πύλη και της τετραμελούς οικογένειας του επιστάτη σε ένα σαφώς μικρότερο οίκημα που βρισκόταν επίσης μέσα στον κήπο.

    Το να καταφέρει να εισβάλλει κάποιος μέσα στη βίλα, αποτελούσε ένα ενδεχόμενο πιο απίθανο και από το να χτυπηθεί από κεραυνό.

     Αυτός ήταν ο λόγος, που εκείνη την κρύα μέρα του Φλεβάρη, ο Λιαρέλης – όντας μοναχός του μέσα στο σπίτι, εφόσον είχε χηρέψει πριν πολλά χρόνια και τα δυο του παιδιά διέμεναν στο εξωτερικό- ήρθε αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη έκπληξη. Τη στιγμή ακριβώς που άναψε το φως και πέρασε μέσα στο γραφείο του, είδε κάποιον να κάθεται αναπαυτικά στην δερμάτινη πολυθρόνα και να τον σημαδεύει με ένα πιστόλι που έφερε σιγαστήρα. Για καλή του τύχη, ο ξένος δεν φανέρωνε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο σκούφος που το κάλυπτε ολόκληρο, έφερε ανοιγμένες μονάχα δυο οπές για τα μάτια. Αν είχε σκοπό να τον σκοτώσει, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να του αποκαλυφθεί. Αυτό σκέφτηκε ο Λιαρέλης και αναθάρρησε προς στιγμήν, ωστόσο το συναίσθημα αυτό διαδέχτηκε η απορία για το πώς είχε πραγματοποιηθεί μια τέτοια παραβίαση στο καλά θωρακισμένο οχυρό του. 

   «Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ μέσα», προσπάθησε να πει όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.

   «Ασφαλώς και δεν θα έπρεπε», συμφώνησε ο εισβολέας. «Πρόκειται για το πιο καλά προστατευμένο σπίτι της πόλης. Στην πιάτσα κυκλοφορεί η φήμη ότι πρέπει να είσαι κάτι παραπάνω από άνθρωπος για να καταφέρεις να το παραβιάσεις. Σε μας η φήμη αυτή λειτούργησε σαν πρόκληση. Από σήμερα, εγώ κι ο συνεργάτης μου θα αισθανόμαστε σαν να ανήκουμε σε κάτι ανώτερο από το ανθρώπινο είδος».

  «Συνεργάτης είπες;», ψέλλισε ο Λιαρέλης.

   «Εννοείται. Δεν θα μπορούσα να σε ληστέψω μόνος μου. Αυτή τη στιγμή ο φίλος μου βρίσκεται στους κάτω ορόφους και ψάχνει για τυχόν κοσμήματα που έχεις κρύψει. Εμένα για να είμαι ειλικρινής με ενδιαφέρει περισσότερο όσα υπάρχουν εκεί μέσα».  Έδειξε με το πιστόλι του το ατσάλινο χρηματοκιβώτιο που ήταν ενσωματωμένο με τον τοίχο και έπειτα το έστρεψε και πάλι στο εύπορο θύμα του.

 

  «Μα… πώς μπορέσατε; Θέλω να πω… υπάρχουν φύλακες».

 

  «Ο φύλακας δεν ζει πια για να σε ακούσει. Το ίδιο και ο επιστάτης μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τα σκυλιά απλώς τα ναρκώσαμε. Είμαι ζωόφιλος, βλέπεις».

  «Ω, θεέ μου!», αναφώνησε γεμάτος φρίκη ο  Λιαρέλης. «Σκοτώσατε δυο παιδιά που δεν έφταιγαν σε τίποτα».

  «Δεν επιθυμούμε να αφήσουμε μάρτυρες»

 

   Ο εφοπλιστής κατάφερε να πνίξει την αρχική κατάπληξή και να την αντικαταστήσει μέσα του με μία οργή που τον έκανε να δείχνει πιο δυναμικός.

 

     «Σας κατέγραψαν οι κάμερες. Δεν πρόκειται να τη βγάλετε καθαρή μετά από αυτό. Σας προειδοποιώ».

    «Τις βάψαμε όλες με σπρέι. Νομίζεις ότι δεν ερευνήσαμε σχολαστικά τη σπιταρόνα σου, πριν σου κάνουμε την επίσκεψη; Όπως σου είπα και πριν, έχουμε τον τρόπο μας. Δεν είμαστε συνηθισμένοι διαρρήκτες».

   «Και ο συναγερμός;»

   «Εξουδετερώθηκε εδώ και πολύ ώρα. Λοιπόν, γέρο, δεν πρόκειται να σου δώσω εκτενέστερη αναφορά για το πώς σου ξεφτιλίσαμε το σύστημα προστασίας. Αυτό που θέλω από σένα, είναι να ανοίξεις αυτό το χρηματοκιβώτιο σαν καλό και υπάκουο στρατιωτάκι. Εκτός αν θες να συναντήσεις τον επιστάτη σου και το σόι του στον άλλο κόσμο».

 

  «Όπως διατάξατε, κύριε», μουρμούρισε ο μεσήλικας προφέροντας τη τελευταία λέξη χρωματισμένη από ένα παγερό μίσος. Κατευθύνθηκε στο χρηματοκιβώτιο και άρχισε να πληκτρολογεί τον συνδυασμό, προσπαθώντας να αγνοήσει όσο μπορούσε το πιστόλι που ήταν στραμμένο πάνω του. «Σε προειδοποιώ όμως», συμπλήρωσε «δεν πρόκειται να βρεις λεφτά εδώ, παρά μονάχα έγγραφα».

 

   Ο κακοποιός δεν φάνηκε να πτοείται. «Δεν διαφωνώ. Σε θεωρώ πολύ πιο έξυπνο από το να φυλάς τα χρήματά σου σε ένα τόσο εμφανές σημείο. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι δεν εμπιστεύεσαι ιδιαίτερα το τραπεζικό σύστημα. Επομένως σίγουρα έχεις καταχωνιάσει το παραδάκι σου κάπου εδώ γύρω. Ας ξεκινήσουμε το χρηματοκιβώτιο και μετά, βλέπουμε».

 

   «Καταραμένε», ψιθύρισε ο Λιαρέλης και άνοιξε την πόρτα του ατσάλινου ντουλαπιού. «Ορίστε, δες και μόνος σου. Ευχαριστήθηκες τώρα;»

 

  Τελικά δεν μπλόφαρε. Το εσωτερικό του χρηματοκιβωτίου ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτο με χαρτιά, που κάποια από αυτά ξεχύθηκαν στο πάτωμα. Από μια ματιά που έριξε ο κακοποιός, συμπέρανε ότι επρόκειτο για συμβόλαια, γραμμάτια και άλλα, άνευ ουσίας έγγραφα. Υπήρχε ωστόσο κάτι που πρόβαλλε στριμωγμένο στην άκρη του ντουλαπιού και γυάλιζε με την αίγλη της πολυτέλειας. Μόλις το έπιασε στα χέρια του, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα ρολόι τύπου ρόλεξ, καμωμένο από ατόφιο χρυσάφι.

 

    «Είναι δώρο από τη γυναίκα μου», διευκρίνισε ο ηλικιωμένος εφοπλιστής. «Το πιο πολύτιμο αναμνηστικό που έχω από τότε που ζούσε».

   «Σκασίλα μου», δήλωσε κοφτά ο διαρρήκτης φέρνοντας το ρολόι στο ύψος των ματιών του και εξετάζοντάς το με έναν άγριο ενθουσιασμό να καθρεφτίζεται στο βλέμμα του. «Αυτό κοστίζει μια περιουσία».

 

    Στράφηκε ξανά προς τον Λιαρέλη. «Τώρα πες μου πού έχεις κρύψει…». Η φωνή του έσβησε απότομα και για λίγο, τα έχασε μπροστά στη θέα αυτού που αντίκρισε. Φαίνεται ότι οι λίγες στιγμές στην διάρκεια των οποίων είχε αφαιρεθεί ήταν αρκετές, ώστε ο γέρος να προλάβει να χώσει το χέρι του μέσα στην στοίβα με τα έγγραφα και να βγάλει από μέσα ένα περίστροφο. Όλα έδειχναν πως ήταν οπλισμένο.

 

   Συνήλθε από την έκπληξή του, μόλις είδε το περίστροφο να τον σημαδεύει και μόλις ένα κλάσμα δευτερολέπτου πριν ο γέρος πατήσει την σκανδάλη.

 

  Το πιστόλι του, εκπυρσοκρότησε σχεδόν αντανακλαστικά.

   Την αμέσως επόμενη στιγμή, ο Λιαρέλης ακουμπούσε στον τοίχο, βάφοντάς τον κόκκινο καθώς κατέρρεε στο πάτωμα.

 

  Ο κακοποιός έσκυψε από πάνω του, έχοντας απολέσει για τα καλά την ψυχραιμία του. «Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό», αναφώνησε. Έπιασε το σώμα του Λιαρέλη και άρχισε να το ταρακουνάει. «Πες μου πριν σε χάσω, πού έχεις βάλει τα λεφτά σου».

 Ο γέρος αντί να του απαντήσει, του άστραψε ένα ματωμένο χαμόγελο και ξεψύχησε μέσα στα χέρια του.

 «Τώρα την κάτσαμε», έσκουξε. Έπειτα φώναξε το όνομα του συνεργάτη του τόσο δυνατά, που αντήχησε στους τοίχους του κτηρίου. «Αρτέμη!».

 

   Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και ο Αρτέμης εισέβαλλε μέσα στον χώρο λαχανιάζοντας, έχοντας βγάλει την κουκούλα του και αποκαλύπτοντας ένα πρόσωπό κατάχλωμο από τη φρίκη.

 

   «Πότε κιόλας έφτασες;», τον ρώτησε. «Πίσω από την πόρτα ήσουν;»

  «Όχι», απάντησε ο Αρτέμης μέσα στο λαχάνιασμά του. «Ήρθα από το υπόγειο… Τον πυροβολισμό, τον άκουσα λίγο πριν φτάσω… Την βάψαμε Λευτέρη, αλήθεια σου λέω, τη βάψαμε!»

   «Μην στεναχωριέσαι», τον καθησύχασε ο Λευτέρης. «Το σπίτι είναι απόμερο και κανείς δεν θα μας πάρει πρέφα. Άλλωστε είναι ο έκτος που σκοτώνουμε απόψε. Δεν πιστεύω να σ’ έπιασαν από τώρα οι τύψεις».

     «Ξέχνα τον γέρο, εγώ για άλλο σου μιλάω».

     Ο Λευτέρης σηκώθηκε με μιας όρθιος, εγκαταλείποντας για τα καλά το πτώμα του εφοπλιστή.

     «Τι έγινε; Τι βρήκες;»

     «Εκεί κάτω στο υπόγειο…», ξεκίνησε να λέει ο Αρτέμης.

    «Τι είδες, βρε άνθρωπε στο υπόγειο;», ρώτησε ο Λευτέρης ανυπόμονα.

    «Έλα μαζί μου να σου δείξω», του απάντησε ο συνεργάτης του. «Καλύτερα να το δεις από μόνος σου, αλλιώς δεν πρόκειται να με πιστέψεις».

     Ο Λευτέρης τον ακολούθησε κατά πόδας, δείχνοντας ανυπόμονος για την ανακάλυψη του φίλου του.

    Καθώς κατέβαιναν τα σκαλιά, άκουσαν μία φωνή να ηχεί μέσα στον χώρο του μεγάλου σαλονιού συνοδευόμενη από κάποια ανεπαίσθητα ηχητικά παράσιτα.

 

  «Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για να σας ανακοινώσουμε μια έκτακτη είδηση. Έντονες συγκρούσεις μαίνονται αυτή τη στιγμή στο κέντρο της πόλης, από μεμονωμένες ομάδες ατόμων με αδιευκρίνιστα κίνητρα. Το ίδιο συμβαίνει και στα προάστια της πόλης. Οι αστυνομικές δυνάμεις πασχίζουν να επιβάλλουν την τάξη και το πλήθος των κατοίκων που διέρχεται από τις περιοχές αυτές σκορπίζει ανεξέλεγκτο…»
 

    «Τι είναι αυτό;», ρώτησε ο Λευτέρης.

  «Μην δίνεις σημασία», τον προέτρεψε ο Αρτέμης τραβώντας τον το υπόγειο. «Το ραδιόφωνο ήταν ανοιχτό όταν μπήκαμε μέσα. Αυτή τη στιγμή, προέχουν άλλα».

 

   Ο Λευτέρης ήταν απροετοίμαστος για τα όσα είδε να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του μέσα σε εκείνο το μεγάλο και κάθυγρο χώρο. Δίπλα ακριβώς από τα ξύλινα βαρέλια και τα δεκάδες ράφια που ξεχείλιζαν από εργαλεία παντός τύπου, ο εφοπλιστής διατηρούσε σφαλισμένο από τον έξω κόσμο, ένα μακάβριο μυστικό.

 

  Σε μία από τις πιο αφώτιστες γωνιές, ξαπλωμένα στο λιθόστρωτο πάτωμα και δεμένα με χοντρές αλυσίδες στον τοίχο, υπήρχαν τρία πτώματα. Τα δύο βρίσκονταν σε προχωρημένη κατάσταση αποσύνθεσης, ενώ το τρίτο έμοιαζε περισσότερο φρέσκο. Ανήκαν σε νεαρές γυναίκες που πριν από τη στιγμή του μακάβριου θανάτου τους διένυαν τη δεύτερη δεκαετία της ζωής τους και πλέον τα γυμνά, κατακρεουργημένα κορμιά τους έμεναν να αργοσαπίζουν ως κατάλοιπα μιας ομορφιάς που σακατεύτηκε πρόωρα.

 

   Το θέαμα ήταν τόσο αηδιαστικό, που ο Λευτέρης με το ζόρι κρατήθηκε για να μην αδειάσει τα περιεχόμενα του στομαχιού του στο πάτωμα.

 

    «Τι μπορεί να σημαίνει αυτό;», ρώτησε τον φίλο και συνεργάτη του με φωνή που του βγήκε αλλοιωμένη από την αναγούλα.

 

   «Εγώ μόνο μια εξήγηση μπορώ να δώσω», του απάντησε εκείνος. «Ότι ο μεγάλος και τρανός Λιαρέλης, ο υπεράνω πάσης υποψίας μεγιστάνας, πέρναγε τον ελεύθερο χρόνο του ξεπαστρεύοντας κοπελίτσες στο υπόγειο της βίλας του».

 

  «Λες να είναι ο….».

  Τα μάτια του Αρτέμη γούρλωσαν καθώς έδειχνε να αντιλαμβάνεται την υποψία του φίλου του, πριν εκείνος την αρθρώσει καν.

  «Ο δράκος της Λιβαδούπολης; Αποκλείεται. Εκείνον τον έχουν συλλάβει εδώ και δύο χρόνια».

   «Ναι αλλά οι εξαφανίσεις γυναικών συνεχίζονται», αντέτεινε ο Λευτέρης.

   «Και πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο Λαυρέντης Βρετός που συλλήφθηκε και καταδικάστηκε, είναι στην πραγματικότητα αθώος».

 

   Πράγματι, κυκλοφορούσαν κάποιες ανησυχητικές φήμες στην πόλη αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του κατά συρροή δολοφόνου που ευθυνόταν για τουλάχιστον πέντε δολοφονίες. Τα σώματα που είχαν βρεθεί κατασφαγιασμένα  μέσα στα αφώτιστα πάρκα και τις βρώμικες αλέες, είχαν το κοινό στοιχείο ότι ανήκαν σε εικοσάχρονες καλλονές που υπάγονταν στη μεσαία τάξη. Ο Λαυρέντης Βρετός υπήρξε ο νούμερο ένα ύποπτος και είχε επιβαρυνθεί με αδιάσειστα στοιχεία, ωστόσο κάποιοι θεώρησαν ότι επρόκειτο για μια καλά οργανωμένη απόπειρα συγκάλυψης με στόχο να προστατευτεί ο πραγματικός ένοχος. Σύμφωνα με αυτούς, ο πραγματικός ένοχος ήταν ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο. Το γεγονός ότι η αστυνομία έκανε λόγω για τουλάχιστον τρεις ακόμη γυναίκες που αγνοούνταν, ενίσχυσε τις υποψίες αυτές. Όλα αυτά συνέβησαν σε μια χώρα που ουδέποτε είχε παράδοση σε κατά συρροή δολοφόνους και το αντίκτυπό τους στην κοινή γνώμη ήταν τόσο έντονο που εξασφάλιζε ότι η εν λόγω υπόθεση έμελε να χαραχτεί για τα καλά στην ιστορία των αστυνομικών ερευνών.

 

    Να λοιπόν, που η μοίρα τα είχε φέρει με τέτοιο τρόπο, ώστε δύο αδίστακτοι ληστές να ανακαλύψουν την αλήθεια, μέσα στο παγωμένο εκείνο βράδυ του Φλεβάρη.

 

    Ο Αρτέμης στράφηκε προς τον Λευτέρη σκεπάζοντας το πρόσωπό του με τις παλάμες του. «Είναι φριχτό», κατέληξε. «Ο Επαμεινώνδας Λιαρέλης είναι ο πραγματικός δράκος της Λιβαδούπολης».

 

     «Αρτέμη…»

     «Όχι, Λευτέρη, μην λες τίποτα περισσότερο. Έχεις απόλυτο δίκιο. Ποιος θα μας πιστέψει αν το αναφέρουμε επίσημα;»

     «Αρτέμη..», επανέλαβε ο Λευτέρης και έκανε να τον τραβήξει προς το μέρος του, ωστόσο εκείνος απομάκρυνε βίαια το χέρι του.

     «Άσε με, σε παρακαλώ. Θέλω να μείνω για λίγο μόνος για να το συνειδητοποιήσω».

    «Αρτέμη, πρόσεξε πίσω σου!», φώναξε ο συνεργάτης του, αλλά ήταν ήδη αργά. Ο Αρτέμης ένιωσε μια συνισταμένη λαβή που ανήκε σε πολλά χέρια. Τον γράπωσαν από πίσω σχεδόν ταυτόχρονα και με μιας βρέθηκε στην μακάβρια αγκαλιά των πεθαμένων γυναικών. Των γυναικών που πλέον ήταν όρθιες και κατά κάποιο τρόπο ζωντανές. Των γυναικών που έμοιαζαν να είχαν ξυπνήσει από τη νάρκη της αιώνιας λήθης μόνο και μόνο για να τον ξεσκίσουν, κυριευμένες από μια κτηνώδη μανία.

   

Αγωνίστηκε να ξεφύγει με όλες του τις δυνάμεις. «Βοήθεια!», φώναξε με όσο αέρα είχε μέσα στα πνευμόνια του. Ο φίλος του ανταποκρίθηκε αμέσως. Ύψωσε το πιστόλι του και κατάφερε δυο απανωτά χτυπήματα σε δύο από αυτές. Το όπλο βρισκόταν τόσο κοντά στο πρόσωπο του Αρτέμη που σχεδόν του τρύπησε τα τύμπανα με την εκπυρσοκρότηση του.

 

   Για λίγο τα πάντα θόλωσαν γύρω του και όταν συνήλθε, ένιωσε να υποβαστάζεται από τον Λευτέρη και συνειδητοποίησε ότι ήταν εκείνος που τον βοηθούσε να ανέβουν μαζί, την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο.

 

   «Τι ήταν αυτό;», κλαψούρισε, μην έχοντας ακόμη συνέλθει από την ταραχή του. «Τι στο διάολο ήταν αυτό;». Ένιωθε τον δεξί του ώμο να τον σουβλίζει και μόλις τον ακούμπησε με το αριστερό του χέρι, η παλάμη του βάφτηκε με αίμα. «Οι καργιόλες με δαγκώσανε», διαπίστωσε φωναχτά.

 

    Ο φίλος του δεν είχε κάποια απάντηση να του δώσει σχετικά με την επίθεση που είχε υποστεί από τις κοπέλες που κανονικά έπρεπε να ήταν νεκρές αλλά είχαν ξυπνήσει από τον θάνατο. Μονάχα δόξαζε την τύχη που τους βρήκε μέσα στην ατυχία τους, εφόσον ο Λιαρέλης είχε φροντίσει να τις κρατάει δέσμιες με αλυσίδες.  

 

   Μόνο όταν ανέβηκαν τη σκάλα και διέσχισαν το κατώφλι του μεγάλου σαλονιού μπόρεσαν να πάρουν τις απαντήσεις που είχαν ανάγκη. Τους τις παρείχε η φωνή του πανικόβλητου εκφωνητή που εκείνη τη στιγμή εξέπεμπε το ανοιχτό ραδιόφωνο.

 

   «Μείνετε κλεισμένοι στα σπίτια σας και κλειδώστε τις πόρτες. Όσοι βρίσκεστε στους δρόμους, μην εγκαταλείψτε τα οχήματά σας και προσπαθήστε να προσεγγίσετε τον πλησιέστερο σταθμό ασφαλείας. Πρόσφοροι σταθμοί ασφαλείας είναι τα αστυνομικά τμήματα της πόλης, η πυροσβεστική και το λιμενικό σώμα. Οι δημοτικές αρχές έχουν ήδη προβεί σε  επίσημη ανακοίνωση: Οι νεκροί έχουν ζωντανέψει και περπατούν στους δρόμους της πόλης. Δεν πρόκειται για φάρσα. Επαναλαμβάνω:  Οι νεκροί έχουν ζωντανέψει και περπατούν στους δρόμους της πόλης. Δεν πρόκειται για φάρσα…»

 

     «Να δούμε τι άλλο θα μας τύχει απόψε»,  είπε ο Λευτέρης.

 

     Ο Αρτέμης σωριάστηκε σε έναν από τους πολυτελείς καναπέδες, πιάνοντας τον πληγωμένο του ώμο.

   Η φωνή στο ράδιο συνέχισε. «Η ίδια κατάσταση επικρατεί σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε, καταρρέει. Οι νεκροί διασπείρουν έναν ιό που μεταδίδεται με το δάγκωμα και που μετατρέπει τα θύματά τους σε κινούμενα πτώματα, όπως τους ίδιους. Μπορούν να πεθάνουν οριστικά μόνο αν τραυματιστούν θανάσιμα στο κεφάλι. Επαναλαμβάνω…»

 

   «Όχι, ρε διάολε», κλαψούρισε ο Αρτέμης. «Τώρα την έκατσα για τα καλά. Εμένα με δάγκωσαν, που να πάρει». Όταν έστρεψε το βλέμμα του προς τον φίλο του, τον είδε να έχει στραμμένο το όπλο προς το πρόσωπό του.

    «Μην το κάνεις», τον ικέτεψε.

    «Μακάρι να μπορούσα να κάνω διαφορετικά, φίλε», του αντέτεινε ο Λευτέρης βουρκωμένος.

   Δεν χρειάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη. Εκείνη τη στιγμή, το ζωντανό και όρθιο πτώμα του Επαμεινώνδα Λιαρέλη είχε ήδη κατέβει από τους πάνω ορόφους και όρμησε στον Αρτέμη ξεσκίζοντάς τον με τα δόντια του.

 

   «Βοήθεια!», φώναξε γι’ ακόμη μια φορά ο Αρτέμης. Ωστόσο αυτή τη φορά, ο Λευτέρης δεν θέλησε να τον βοηθήσει. Απλώς πέταξε το χρυσό ρολόι που είχε στην τσέπη του προς τον νεκροζώντανο ιδιοκτήτη του.

    «Αυτό είναι δικό σου», είπε. «Δεν έχουν νόημα τα πλούτη όταν όλα γύρω μας καταρρέουν».

    Άνοιξε το παράθυρο, βγήκε έξω και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Για ένα χρυσό ρολόι

του Βασίλειου Γιαννάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo