Εμπνευσμένο από το διήγημα

[The Night Before Christmas]

του Raymond Chandler

Βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς και ο ύπνος με είχε μισοπάρει –μετά την αλλαγή του χρόνου και δυο ποτήρια δυνατό κονιάκ –στην πολυθρόνα με την τηλεόραση ανοιχτή. Δεν ξέρω τι ώρα ήταν όταν στο φως της μπλε οθόνης, το σήμα είχε χαθεί, είδα μια παχουλή στρογγυλή καμπύλη να κουνιέται… Στο κόκκινο χρώμα της φωτιάς γέμιζε την μισή οθόνη και την ταρακούναγε λες και ήθελε να την ξεκολλήσει. Τρισδιάστατη εκπομπή ή όνειρο σκέφτηκα όταν ένα πόδι –πόδι ήταν τελικά –βγήκε πρώτο απ’ την οθόνη, με μια μαύρη αρβύλα, μετά μια πλατιά μαύρη ζώνη που έσφιγγε και στήριζε μια γιγάντια κόκκινη κοιλιά. Ένα δυνατό αριστερό χέρι μέσα σε κατακόκκινο μανίκι, ο ώμος και το κεφάλι ενός γέρου με άσπρα μακριά γένια και σκούφο, φυσικά κόκκινο, ακολούθησε. Χαμογέλασε και με δυσκολία έβαλε το χέρι του στο πλαίσιο της οθόνης για να τραβήξει από μέσα το άλλο του πόδι. Μετά έσκυψε και φάνηκε το δεξί του χέρι να κρατά πάνω απ’ τον ώμο του ένα φουσκωμένο σάκο. Ώπα! Επαγγελματίας διαρρήκτης σκέφτηκα αλλά ήμουν ανίκανος να κουνήσω απ’ την πολυθρόνα…

Άφησε με μια κίνηση το σάκο στην μέση του σαλονιού, και τεντώθηκε να ξεπιαστεί, έτριψε του καρπούς του, χασμουρήθηκε ή χασμουρήθηκα εγώ στο μισοξύπνιο μου και μου φάνηκε ότι μου γέλασε... “Δεν είναι αυτές κεραίες για να κατεβαίνεις τρεις ορόφους” είπε ενώ κοιτούσε περίεργος τριγύρω στην βιβλιοθήκη και στα τραπεζάκια.

Άνοιξε τον σάκο και με περιπαιχτική διάθεση και χαμόγελο έβαλε μέσα τα δύο κηροπήγια –λάφυρο και δικό μου από το νεοκλασικό της νονάς μου. Μετά σειρά είχαν τα αφρικάνικα ελεφαντάκια από σκαλισμένο ξύλο που είχα αγοράσει –πάνε χρόνια –από πλανόδιους μαύρους, κάτι μικροαντικείμενα από αλπακά και τα αγγελάκια που ψάλλουν –που είχα κλέψει από την βιτρίνα της γιαγιάς μου. Πήγα να διαμαρτυρηθώ αλλά από το στόμα δεν βγήκε παρά μόνο ένα γουργουρητό, φαίνεται ότι με είχε ξαναπάρει ο ύπνος. Όμως ο γέρο απατεώνας κάτι άκουσε και είπε με διδακτικό ύφος “…δεν είναι μόνο η νύχτα των ευχών τούτη η νύχτα” “….είναι και η νύχτα των ανταλλαγών, δεν πιστεύω να ήθελες να φύγω με άδεια χέρια; Τι είμαι; καμιά παρθένα;!”. Σκέφτηκα πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα –στον σημερινό μου ύπνο –αν είχε βγει από την οθόνη η αγαπημένη μου παρουσιάστρια ντυμένη μόνο με τα κόκκινα εσώρουχα της και ζαρτιέρες. Μάντεψε την σκέψη μου ο κωλόγερος και μου απάντησε γυρνώντας μου την πλάτη του και σκύβοντας λίγο “εγώ δεν φοράω εσώρουχο…”. Ήθελα να βρεθώ κάπου μακριά και σκέφτηκα την Πρωτοχρονιά στην Αυστραλία με παρέα ήρωες και ηρωίδες του BayWatch με τα κόκκινα μαγιό που είχα δει στις ειδήσεις. Μου απάντησε ότι όλα είναι δυνατά αλλά θα χρειαζόμουν πιάτο και δορυφορικό δέκτη και έβαλε το χέρι του στον σάκο, έψαξε λίγο κι έβγαλε ένα τηλεκοντρόλ δεμένο μ’ ένα μεγάλο κόκκινο φιόγκο… πάτησε ένα κωδικό και μου το άφησε στο τραπεζάκι δίπλα στο ποτήρι του κονιάκ αλλά πήρε το εφτάρι μπουκάλι και το ‘χωσε στον σάκο… “θα σ’ ακολουθώ παντού αυτές τις γιορτές” είπε, έπιασε με τα δύο χέρια την τηλεόραση από πάνω και μ’ ένα άλμα έβαλε τα πόδια με τις αρβύλες μέσα στην οθόνη. Μετά πέρασε η κοιλιά, ο σκούφος στραβός και μ’ ένα γδούπο ο γεμάτος σάκος…  

istockphoto-1057630650-170667a.jpg

Αϊ Βασίλης 2020

του Νικόλα Κακατσάκη