Όπου ο φίλος μου ο Ηρακλής έγραψε λέει ένα βιβλίο με ποιήματα με τίτλο “Ασκραπόλιθος” και πήγε στου Δετοράκη στο Ηράκλειο και του τύπωσε ένα φορτηγό βιβλία σε καλή τιμή, και τα 'φερε στο Ασήμι και τα ξεφόρτωσε στο μαγαζί . 
Και μας κάλεσε το Σάββατο στο κέντρο “Αστερούσια” που βάζει πάνω από χίλια άτομα , που είναι στην Αγιά Φωτιά , στο δρόμο από τον Χάρακα προς τις Στέρνες να μας παρουσιάσει τα ποιήματά του , όπως κάνουν όλοι οι ποιητές . 
Και πήγαμε στο κέντρο , και κάτσαμε στις καρέκλες και βγήκε ο Ηρακλής και μας καλωσόρισε, και μας είπε οτι , επειδή λέει τα ποιήματά του έχουν μεγάλο βάθος , καλύτερα να φάμε πρώτα και να πιούμε και ένα κρασί  , να συστηλωθούμε να αντέξομε .

Και συμφωνήσαμε άπαντες , και του παίξαμε παλαμάκια και έκατσε κι αυτός να φάει ν αντέξει. 


Και φέρανε γαμοπίλαφο και βραστό μπόλικο και άφθονο κρασί και τρώγαμε και πίναμε και λέγαμε ότι αν ειναι τα ποιήματα οσάν το γαμοπίλαφο νόστιμα , τον έφαε το Ελύτη 
Και βγήκε πάλι ο φίλος μου ο Ηρακλής και μας λέει ότι είναι έτοιμος να μας διαβάσει ,αλλά να μη κρυώσει το οφτό , καλύτερα να το φάμε πρώτα μα έχομε ώρα . 
Και φάγαμε το οφτό , και πίναμε κρασί και βγήκαμε στην όρεξη και του παίξαμε παλαμάκια να βγει να πεί κι αυτός ένα ποίημα.


Βγαίνει λοιπόν και μας λέει ότι γράμματα κατέχομε , καλύτερα λοιπόν να πάρομε το βιβλίο να το διαβάσομε με την ησυχία μας ο καθένας μοναχός του , εκτός και είναι κανείς που δεν κατέχει να διαβάζει , αλλιώς να βγω λέει με το μαντολίνο εγώ, κι ο Γιώργης με την κιθάρα να παίξομε μια κοντυλιά αλλά σχετική με τα ποιήματα , θα κάνει λέει αυτός τις παραγγελιές , και για να χωνέψομε να πίνομε ουίσκια , και αρχίσανε τα γκαρσόνια να φέρνουνε τα Καρντούργια ( Cardhu 12 Year Old ) και μήλα να τα πίνομε , σκέτα δίχως παγάκια . 


Και συμφωνήσαμε και του παίξαμε παλαμάκια και βγήκαμε με τα όργανα και μου λέει ο Ηρακλής ότι επειδή τα ποιήματά του μιλούν για την φτώχια να του παίξομε το “είναι φτωχό το μαγαζί και βερεσέ δε δίνει” και μετά παίξαμε για τον ρατσισμό το “γιατί δε με θες κυρά μου επειδή είμαι ψαράς , είμαι λίγο αλανιάρης σαν ψαράς και σαν βαρκάρης” , και καπάκι επειδή είναι τα ποιήματα και λίγο νταλκαδιάρικα το “έβγα στο τραπέζι μου κούκλα μου γλυκια” και το “άναψε το τσιγάρο δώς μου φωτια “ και πίναμε τα καρντούρια και βγήκανε στα τραπέζια κάτι λιγερές κοπέλες και γράφανε οι ποιητές πέντε -πέντε τα ποιήματα στα τραπεζομάντηλα και στις χαρτοπετσέτες. 


Και μετά μας έπιασε το ηρωικό μας και παίξαμε το “αφήστε τόνε να περνά που τω Χανιώ τη πόρτα και να φορεί και τ άρματα όπως τα φόριε πρώτα” και μετά δε θυμούμε τι άλλο παίξαμε αλλά το σίγουρο είναι ότι παίζαμε και πίναμε ανοικτά και ξεχάσαμε και τα βιβλία και τα ποιήματα και περνούσαμε πολύ ωραία ,αλλά τον Ηρακλή όχι, δεν τον ξεχάσαμε, και του παίζαμε κάθε πότε λίγο παλαμάκια . 
Και ενθουσιάστηκε ο Ηρακλής στο τέλος και μας σε λέει ότι πρέπει να σεβόμαστε τις παραδόσεις της Κρήτης και να πάμε στο βουστάσιο του Μακρή να λύσομε τους ντανάδες (ταύρους) να τους παλαίψομε όπως κάνανε οι αρχαίοι Κρητικοί . 


Εκεί τότε έκαμα επέμβαση εγώ και του λέω να θυμηθεί την άλλη φορά που εμόνταρε ενός ντανά (ταύρου) να παλαίψουνε και έσπασε το σκοινί ο ντανάς και τον κυνηγούσε ο Ηρακλής όλη νύχτα στο κάμπο και μεις τον Ηρακλή ,και τα ξημερώματα βρήκαμε τον ντανά ανεβασμένο σε μιαν ελιά και τον Ηρακλή από κάτω να του λέει αν είναι άντρας δώσε κάτω να παλαίψομε , και του υπενθύμισα πως από τότε ,όποτε δει ο ντανάς τ αμάξι του Ηρακλή βγαίνει στις ελιές και δεν είναι σωστό να δημιουργούμε ψυχολογικά προβλήματα στα ζώα γιατί είμαστε και ζωόφιλοι . 


Και έτσι παραιτήθηκε από τα ταυροκαθάψια και μας έβαλε όλους ο Παπαδόσταυρος στην τεράστια καρότσα της τεράστιας τρακτέρας που έχει , να κάμομε καντάδα στον Χάρακα . 
Και λέγαμε “ξύπνα κι έρωτας περνά από τη γειτονιά σου ,χρυσή κορδέλα σου βαστά να δέσεις τα μαλλιά σου” και “Ξύπνα που να χαλάσει ο οντάς μαζί με το ταβάνι γιατί περνώ και τραγουδώ κι ο νους σου δεν το βάνει.” 
“Ώρα 'ναι μπλιο για το τζισβέ ώρα 'ναι για τη βόλτα ώρα να τη περάσουμε τσ’ αγάπης μου την πόρτα.” και είπαμε και “της χήρας το ψιλό νερό κάνει στο χώμα λάκο, σκοτώνει τα μικρόβια και προπαντός το δάκο” γιατί έχει και χηράδες ο Χάρακας . 


Και ξημέρωσε..... 


Και θυμήθηκα τα βιβλία που αφήσαμε στο κέντρο και του λέω
 -Όφου Ηρακλή και ξεχάσαμε στο κέντρο τα βιβλία !
 -Ποια βιβλία μωρέ -μου λέει- μόνο τα εξώφυλλα τύπωσα . 
Τ άλλα θα τα γράψω άλλη ώρα !

Ασκραπόλιθος

του Κώστα Ψαράκη