Είχε αρχίσει να βραδιάζει και δεν δούλευα. Μόλις είχα γυρίσει από το νησί και ως συνήθως έψαχνα να περάσω το βράδυ μου με φίλους που μου είχανε λείψει το καλοκαίρι. Οι φήμες στη τηλεόραση για την δεύτερη επερχόμενη καραντίνα έκαναν την ανάγκη μου αυτή ακόμα μεγαλύτερη, φοβούμενος ότι θα στερηθώ αγαπημένα μου πρόσωπα για ακόμη μεγαλύτερο διάστημα.

Διάλεξα την καλύτερη δυνατή επιλογή για να περάσω το βράδυ μου. Έβαλα ένα φθαρμένο τζιν και ένα φανελάκι μέσα από το δερμάτινο μπουφάν μου και κατευθύνθηκα με τη μηχανή προς το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Αγόρασα μια εξάδα μπύρες, έναν καπνό και ξεκίνησα για το σπίτι του Αντρέα. Δεν τον είχα πάρει τηλέφωνο. Ούτε καν για να τον ρωτήσω αν ήθελε επισκέψεις. Αλλά αυτό είναι και που τον κάνει τόσο ξεχωριστό! Είναι πάντα εκεί, ως δια μαγείας θα έλεγα, για όλους εμάς που γυρνάμε τα βράδια χωρίς να έχουμε που να πάμε, ψάχνοντας ένα καταφύγιο για να γλιτώσουμε από την τρέλα που μας δέρνει στη καθημερινότητα μας.

Έφτασα στο σπίτι του και πάρκαρα την μηχανή μπροστά από την αυλή. Μπήκα βιαστικά μέσα και χτύπησα το κουδούνι. Περίμενα αρκετά δευτερόλεπτα. Τίποτα! Ξανά χτύπησα το κουδούνι. Τίποτα και πάλι! Άρχισα να σκέφτομαι ότι μάλλον έλειπε. Ή ότι δεν είχε όρεξη για επισκέψεις. Ίσως θα έπρεπε να τον είχα πάρει τηλέφωνο τελικά. Χωρίς να ρωτήσει κανείς από το θυροτηλέφωνο ποιος είναι, ένας μακρύς τσιριχτός ήχος, έδωσε σήμα να ανοίξει η λευκή αλουμινένια πόρτα που στεκόταν μπροστά μου. Ένα χαμόγελο ανακούφισης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο μου. Μπήκα μέσα και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά προς τον όροφο του με λαχτάρα. Η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή. Την έσπρωξα και μπήκα με φόρα. Ο Αντρέας καθόταν στη γνωστή του θέση και στον απέναντι καναπέ, ο Νίκος. Καπνίζανε και πίνανε μπύρες. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή δείχνοντας τα στατιστικά ενός αγώνα Pro Evolution Soccer που μόλις είχε τελειώσει.

« Καλώς τον.» είπε ο Νίκος.

« Ήμουν έτοιμος να φύγω, νόμιζα ότι έλειπες.» είπα κοιτάζοντας τον Αντρέα.

« Όχι ρε συ παίζαμε Pro και δεν θέλαμε να σταματήσουμε. Άραξε.»

Έκατσα στη πολυθρόνα έτσι ώστε να τους έχω δεξιά και αριστερά μου και άρχισα να βγάζω τις μπύρες από τη σακούλα.

« Έπρεπε να είχα πάρει περισσότερες μπύρες» είπα, « Αφού ξέρω όλο και κάποιος άλλος θα έχει έρθει σαν κι εμένα στο σπίτι σου.»

« Μην αγχώνεσαι έχω φέρει και εγώ αρκετές. Τις έχω στο ψυγείο.» είπε ο Νίκος και κατέβασε μια γερή γουλιά από το κουτάκι που κρατούσε

« Μπράβο ρε μάγκα.» του είπα και άνοιξα και εγώ ένα κουτάκι για μένα και ένα για τον Αντρέα, που μόλις είχε αδειάσει το δικό του. Τσουγκρίσαμε και οι τρεις και ήπιαμε.

Καθόμασταν έτσι για πολλές ώρες. Πίναμε, καπνίζαμε και συζητούσαμε για διάφορα. Τα νέα από τις δουλειές μας, αθλητικά, κουτσομπολιά και στο τέλος μετά από πολλές μπύρες, αρχίζαμε να εξιστορούμε ο καθένας μας, παλιές ιστορίες από τη γειτονιά που είχαμε μεγαλώσει. Αναπολούσαμε τις στιγμές της ανέμελης νιότης που είχαμε ζήσει. Τότε που το μοναδική μας έγνοια ήταν να παίζουμε μπάλα και να ξεφεύγουμε από τους γείτονες που μας κυνηγούσαν όταν κάναμε σκανταλιές. Ήταν ωραία χρόνια αναφωνούσαμε με μια φωνή και οι τρεις, μετά από κάθε ιστορία που διηγούταν ο καθένας μας! Και τότε, ο Νίκος διηγήθηκε μια δική του ιστορία:

« Ήταν απόγευμα και είχες τα γενέθλια σου » είπε, στρέφοντας το βλέμμα του προς εμένα. « Καθόμασταν στη γειτονιά, 6 ή 7 άτομα, δεν θυμάμαι ακριβώς, και ήρθες και μας είπες να πάμε όλοι στη πιτσαρία στη γωνία να μας κεράσεις με τα λεφτά που σου είχαν δώσει οι γονείς σου. Μαζευτήκαμε όλοι και πριν ξεκινήσουμε με πιάνεις και μου λες εσύ δεν θα έρθεις… Φύγατε όλοι σας κι εγώ κάθισα μοναχός μου σε μια γωνιά και σας περίμενα να γυρίσετ».

Πάγωσα! Μια αμήχανη ησυχία απλώθηκε στο χώρο γύρω μας. Δεν μιλούσε κανείς και εγώ έστεκα να τον κοιτάζω σαστισμένος με τα μάτια γουρλωμένα. Δεν θυμόμουν την ιστορία αυτή. Μου φαινόταν ψέμα. Δεν ήταν δυνατόν να έχω κάνει εγώ κάτι τέτοιο, σκέφτηκα.

« Σοβαρά μιλάς;» τον ρώτησα.

« Ναι ρε συ, το θυμάμαι σαν ήταν εχθές και ας έχουν περάσει σχεδόν 22 χρόνια!» είπε ο Νίκος και χαμήλωσε το βλέμμα του.

« Μα γιατί το έκανα αυτό;» είπα εγώ, δείχνοντας ότι συνέχιζα να μην μπορώ να το διανοηθώ.

« Νομίζω είχαμε μαλώσει την προηγούμενη μέρα αλλά δεν είμαι σίγουρος. Εντάξει ήμασταν περίπου 11 χρονών μην δίνεις σημασία… »

« Πως να μην δίνω σημασία ρε φίλε; Για να το θυμάσαι μετά από τόσα χρόνια σημαίνει ότι σε στεναχώρησα. Και μου φαίνεται αδιανόητο ότι το έκανα. Δεν έχω πάρει τέτοιες αρχές από το σπίτι μου. Και το χειρότερο είναι ότι δεν το θυμάμαι καθόλου!» του είπα φανερά συγχυσμένος.

Προσπάθησε να πάρει τον λόγο να με ηρεμήσει και τον διέκοψα.

« Φίλε συγνώμη. Δεν το θυμάμαι, αλλά πιστεύω ότι δεν έχεις λόγο να μου πεις ψέματα. Ειλικρινά δεν μπορώ να το χωνέψω αυτό που έκανα. Λυπάμαι πραγματικά!»

« Χαλάρωσε ρε! Ήμασταν παιδιά. Δεν σου κρατάω κακία. Και στο έχω δείξει άλλωστε. Απλά θυμάμαι τον εαυτό μου τότε να νιώθει λυπημένος που είχες προσκαλέσει τους άλλους. Ήσουν ηγετική φυσιογνωμία στη γειτονιά, το θυμάσαι; Και μάλλον αισθάνθηκα μία απόρριψη επειδή ήμουν ο μοναδικός απρόσκλητος…»

Δεν απάντησα κάτι. Καθόμουν και τον κοίταζα με λυπημένο ύφος σαν τον βλάκα για αρκετά λεπτά και κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.

« Μην σκας ρε. Απλά το θυμήθηκα και το είπα. Την επόμενη μέρα παίζαμε μπάλα σαν μην συμβαίνει τίποτα!» πρόσθεσε εκείνος, με εύθυμο ύφος στην ομιλία του, θέλοντας να αλλάξει το κλίμα που είχε βαρύνει αισθητά.

Ο Αντρέας θέλησε να υποστηρίξει τα λεγόμενα του Νίκου παίρνοντας κι εκείνος μέρος στη συζήτηση. Προσπάθησε να αιτιολογήσει την πράξη μου, αποδίδοντας την στη παιδική αφέλεια των τότε χρόνων και πρόσθεσε πως δεν χρειαζόταν να σκάω για πράγματα που έγιναν όταν ήμασταν παιδιά.

Μετά αλλάξανε κουβέντα και άρχισαν να μιλάνε για άλλα θέματα μεταξύ τους. Εγώ δεν έλεγα τίποτα για αρκετά λεπτά. Δεν ήξερα τι να πω και αισθανόμουν πως ότι και αν έλεγα θα έκανε χειρότερο αυτό που είχα κάνει μικρός. Ύστερα, επειδή συνειδητοποίησα ότι γινόμουν κακή παρέα, πήρα και εγώ μέρος στη συζήτηση. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε, απλά συμμετείχα για να μην χαλάσω το βράδυ τους. Το δικό μου είχε ήδη χαλάσει.

Μετά από πολλή κουβέντα και πολλές μπύρες ο Νίκος μας ανακοίνωσε ότι σε λίγο θα έφευγε. Η γυναίκα του ήταν έγκυος στο δεύτερο τους παιδί και έπρεπε να γυρίσει σπίτι του. Το βρήκα σαν αφορμή και λέγοντας τους ότι πέρασε η ώρα, σηκώθηκα να τους καληνυχτίσω πρώτος εγώ. Τους χαιρέτησα προσποιούμενος ότι ήμουν καλά και ότι δεν εξακολουθούσα να ήμουν επηρεασμένος από την ιστορία του Νίκου. Κατέβηκα κάτω, έβαλα μπρος την μηχανή και πήγα γρήγορα σπίτι μου.

Δεν με έπαιρνε ο ύπνος. Δεν μπορούσα να το χωνέψω. Προσπαθούσα να καταλάβω ποιον λόγο θα μπορούσε να είχε ο μικρότερος μου εαυτός, να μην καλέσει ένα ακόμα παιδάκι στη μάζωξη των γενεθλίων του. Μάταιο όμως! Δεν μου έβρισκα καμία δικαιολογία. Δεν μπορούσα να ταυτιστώ με το νεότερο εγώ μου. Τι σκληροί κριτές που είναι τα παιδιά! Ή για να το θέσω πιο ωμά, πόσο κωλόπαιδο ήμουν μικρός τελικά;

Ένιωσα μέσα μου, να με σιχαίνομαι. Και το συναίσθημα αυτό, μου φάνηκε σωστό. Μου άξιζε να αυτομαστιγωθώ! Έτρεμα στη ιδέα ότι θα υπήρχαν κι άλλες παρόμοιες περιπτώσεις που εγώ δεν θυμάμαι αλλά θα τραυμάτισαν την ψυχή ενός παιδιού που μπορεί να ήταν και φίλος μου. Τι απάτη είναι κι αυτή να τα προσδίδουμε όλα στην παιδική αφέλεια! Λες και όντας μεγάλοι, κάνουμε καλύτερα πράγματα. Αν αναλογιστεί κανείς τι είναι ικανό να κάνει ένα παιδί, έστω και ασυνείδητα, είναι πολύ εύκολο μετά να αντιληφθεί τι είναι ικανός να κάνει ένας ενήλικας συνειδητά. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις σκέφτηκα, μας δίνεται η ευκαιρία να αναγνωρίσουμε την πραγματική υπόσταση της ανθρώπινης μας φύσης.

Κοιμήθηκα μετά από ώρες, με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου. Σηκώθηκα και πλέον το είχα αποδεχτεί. Το μόνο που έμενε να κάνω πλέον ήταν να λάβω δράση. Σκέφτηκα να στείλω μήνυμα στον Νίκο να συναντηθούμε για να πάω να τον κεράσω πίτσα. Στην αρχή το θεώρησα ως μια συμβολική κίνηση μετάνοιας, έστω και καθυστερημένης. Ύστερα συνειδητοποίησα ότι μια τέτοια κίνηση θα με ανακούφιζε από τις τύψεις αλλά το γεγονός δεν θα το άλλαζε και ούτε θα έκανε τον Νίκο να το σβήσει από τη μνήμη του, ως μη γενόμενο. Δεν του έστειλα.

Περάσανε μέρες και δεν ξανά σκέφτηκα το γεγονός αυτό, για αρκετό καιρό. Ήρθαν οι μέρες των Χριστουγέννων και όπως κάθε φορά, άρχιζα να συλλέγω σε σακούλες, παλιά μου ρούχα, για να τα δωρίσω σε ένα από τα κέντρα απόρων του δήμου. Καθώς γέμιζα τις σακούλες, μια αίσθηση ευφορίας με κατέλαβε και ένιωσα ακόμα πιο όμορφα για τον εαυτό μου, όταν τελικά πήγα ένα μεσημέρι και τις παρέδωσα.

Επέστρεψα στο σπίτι γεμάτος ικανοποίηση και κάθισα στη καρέκλα του γραφείου μου αναπαυτικά, νιώθοντας μέσα μου ο καλύτερος πολίτης της κοινότητας! Με ισχυρό αίσθημα ευθύνης και αλληλεγγύης για τον πλησίον του! Άκουγα μουσική χαρούμενος και κάπνιζα ανέμελα, έως ότου χτύπησε το τηλέφωνο μου. Ήταν ο Αντρέας.

«Που χάθηκες εσύ; Καιρό έχεις να περάσεις από εδώ… Όλα καλά;» με ρώτησε.

« Όλα καλά ρε φίλε, απλά απέφευγα να μετακινούμαι πολύ λόγω των απαγορεύσεων γιατί δεν περισσεύουν λεφτά για να πληρώνω πρόστιμα.»

« Καταλαβαίνω. Θες να περάσεις το απόγευμα για καμιά μπύρα; Στείλε ένα μήνυμα 4 και το πολύ μέχρι τις 21:00 θα έχεις γυρίσει για να μην σε σταματήσει κανένας μπάτσος.»

« Εντάξει ρε. Θα έρθω. Θες να φέρω καμιά μπύρα;»

« Όχι έχω αρκετές. Θα είναι και ο Νίκος και θα φέρει μπύρες και αυτός. Τα λέμε το απόγευμα.» είπε και κλείσαμε το τηλέφωνο.

Μου ήρθε αυτομάτως στο μυαλό η ιστορία του Νίκου και πάλι. Αναγούλιασα με τον εαυτό μου ακαριαία. Έσβησα το τσιγάρο νευρικά, άνοιξα τον υπολογιστή και άρχισα να γράφω την ιστορία αυτή. Την έγραψα και άρχισα να την διαβάζω ξανά και ξανά και ξανά. Στο τέλος, έπαψα να νιώθω ο καλός άνθρωπος που αισθανόμουν πριν το τηλεφώνημα του Αντρέα. Ο “καλός ο Σαμαρείτης”. Ο φιλεύσπλαχνος. Δεν πειράζει όμως.

Τουλάχιστον μου υπενθύμισα ποιος ήμουν(είμαι). Και το γεγονός ότι με αηδιάζει αυτό, σημαίνει πως υπάρχει λίγη εναπομένουσα ψυχή κάπου μέσα μου. Υπάρχει ελπίδα σκέφτηκα και αναθάρρησα κάπως.

Έκλεισα τον υπολογιστή, φόρεσα ένα μπουφάν και ξεκίνησα με τη μηχανή για το σπίτι του φίλου μου. Μόλις έφτασα ανέβηκα πάνω και αντίκρυσα τον Αντρέα να κάθεται μοναχός του και να βλέπει έναν αγώνα αγγλικού ποδοσφαίρου.

« Άραξε να δούμε λίγη μπάλα, σε λίγο έρχεται και ο Νίκος…»

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρόταση του και τον διέκοψε το χτύπημα του κουδουνιού.

« Να, ήρθε κιόλας!» είπε, σηκώθηκε από τον καναπέ άνοιξε την κάτω πόρτα και ύστερα άφησε ανοικτή και την πάνω, πριν κάτσει πάλι στον καναπέ.

Εγώ παρέμεινα καθισμένος στην πολυθρόνα και άκουγα τα βήματα του Νίκου που ανέβαινε τις σκάλες βιαστικά. Μπήκε μέσα και μας χαιρέτησε.

«Καλώς τον Νίκο.» είπε ο Αντρέας.

«Δεν άργησα πολύ ε;» μας ρώτησε και πλησίασε προς το μέρος μας στο σαλόνι.

Μου φάνηκε περίεργο που κρατούσε δύο σακούλες στα χέρια του. Μα πόσες μπύρες έφερε τελικά, αναρωτήθηκα από μέσα μου!

« Όχι ρε συ, πριν λίγα λεπτά ήρθα κι εγώ.» του απάντησα για να τον καθησυχάσω.

Στάθηκε από πάνω μας όρθιος και άρχισε να ψαχουλεύει τη μια σακούλα. Έβγαλε από μέσα δυο εξάδες μπύρες, μας μοίρασε από μία και ακούμπησε τις υπόλοιπες στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ύστερα άδραξε την άλλη σακούλα και έβγαλε ένα μεγάλο χαρτονένιο κουτί από μέσα και το άνοιξε. Μας κοίταξε στα μάτια και μας ρώτησε:

« Θέλει πίτσα κανείς;»

Concrete
p2130743-bearbeitet.jpg

Απρόσκλητος

του Δαμιανού Λαουνάρου