Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη. Τέντωσε το κορμί του μέχρι που νόμιζε ότι θα σπάσει σε χίλια κομμάτια. Σήμερα ήταν η μέρα των γενεθλίων του. Έκλεινε τα σαράντα πέντε χρόνια ζωής. Η φύση ήταν γενναιόδωρη απέναντι του. Στο πρόσωπο του δεν είχε ούτε μια ρυτίδα. Βέβαια σε αυτό συνετέλεσε το γεγονός ότι δεν είχε δουλέψει πολύ στη ζωή του, ούτε είχε παντρευτεί, ούτε είχε αποκτήσει παιδιά, ούτε τα προβλήματα της καθημερινότητας και της επιβίωσης τον είχαν αγγίξει. Τα είχε βρει όλα έτοιμα. Βέβαια δεν ήταν ευπατρίδης ή γόνος πλούσιας Κηφισιώτικης οικογένειας, αλλά γνήσιο τέκνο του Πειραιά.


Τίναξε τα μαλλιά του που τα είχε αφήσει να μακρύνουν και έβαλε τα χέρια του κάτω από το νερό που έτρεχε από τη βρύση του νιπτήρα. Έπλυνε το πρόσωπό του και μετά πήρε την φθαρμένη πετσέτα που κρεμόταν σε ένα παλιό γαντζάκι και σκουπίστηκε. Άκουσε τον κούκο του ρολογιού να κρώξει δώδεκα φορές. Δεν είχε σηκωθεί αργά. Ήταν η συνηθισμένη του ώρα, χρόνια τώρα. 


Πήγε στην κουζίνα με βήματα βαριά και έκανε να φτιάξει έναν καφέ. Τα πάντα ήταν αγορασμένα πίσω στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Δεν είχε αγοράσει πότε του τίποτα. Όλα τα έβρισκε έτοιμα από τους γονείς . Τώρα όμως που εκείνοι είχαν αποχωρήσει από το βασίλειο των ζώντων, δεν είχε το ενδιαφέρον να μάθει την αγορά και τη συμπεριφορά της. Το μόνο που αγόραζε ήταν τα βασικά είδη διατροφής και αυτά από τα φτηνά σούπερ-μάρκετ.


Έβγαλε από το ντουλάπι ένα κουτί με χύμα καφέ αγορασμένο από το πιο άθλιο και πιο φτηνό καφεκοπτείο του Πειραιά. Πήρε ένα πλαστικό σέικερ και αφού πρώτα έβαλε, με μεγάλη προσοχή στην ποσότητα, καφέ και ζάχαρη το χτύπησε πάνω κάτω. Έπιασε ένα ποτήρι, άνοιξε την κατάψυξη του ψυγείου και πήρε δύο παγάκια. Ο φραπές ήταν έτοιμος. Πήρε ένα καλαμάκι, το ίδιο που χρησιμοποιούσε καθημερινά τις δύο τελευταίες εβδομάδες και το τοποθέτησε στη μέση του ποτηριού. 


Κάθισε στο ετοιμόρροπο τραπέζι που τα δύο του πόδια ήταν ελαφρώς πιο κοντά από τα υπόλοιπα και τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο που ήταν ξαπλωμένο δίπλα τον αναπτήρα και το τασάκι. Είχε χρόνια να αγοράσει ακριβά τσιγάρα. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει θύμα του κράτους και των καπνοβιομηχάνων. Η αλήθεια ήταν ότι ένας μικρός εξηνταβελόνης ή έστω ένας μικρός Σκρουτζ. 


Ο τοίχος απέναντί του ξεφλούδιζε όπως ξεφλουδίζει νεαρός κοκκινόκωλος Άγγλος το καλοκαίρι στις παραλίες των Ελληνικών νησιών. Στα σίγουρα ήθελε βάψιμο. Όμως δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει χρήματα σε ένα άχρηστο ελαιοχρωματιστή. Όπως και σ’ έναν ανεπρόκοπο τεχνίτη ηλεκτρικής κουζίνας. Δεν τον ενδιέφερε η ηλεκτρική κουζίνα κι ας είχε χαλάσει εδώ και τρία χρόνια. Είχε βολευτεί αγοράζοντας από το Γιουσουρούμ ένα ηλεκτρικό μάτι από την πρώην Σοβιετική Ένωση.


Έσβησε το τσιγάρο του μέσα στο τασάκι και τέλειωσε τον καφέ του με δύο μεγάλες και δυνατές τζούρες. Σηκώθηκε και άφησε το ποτήρι μέσα στο νεροχύτη, μαζί με τα υπόλοιπα πιάτα και ποτήρια και μαχαιροπήρουνα που ήταν άπλυτα πάνω από μια βδομάδα. Δεν έπλενε τα κατσαρολικά κάθε μέρα. Το θεωρούσε μεγάλη σπατάλη. Μία φορά στις δύο εβδομάδες ήταν αρκετά. 


Πήγε στο υπνοδωμάτιο του και άνοιξε την ντουλάπα. Φόρεσε ένα μαύρο κουστούμι. Σήμερα θα πήγαινε στο νεκροταφείο. Σαν αύριο συμπληρώνονταν πέντε χρόνια από το θάνατο του πατέρα του. Ωραίο δώρο τού είχε κάνει!
Λίγα λεπτά μετά βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας έτοιμος να καβαλήσει το μηχανάκι του. Το μηχανάκι ήταν στο ίδιο ύφος με όλα τα υπόλοιπα πράγματα του σπιτιού του. Το είχε πάνω από δέκα χρόνια, αυτό το μικρό και άθλιο πενήντα κυβικών «παπάκι». Με την εξάτμιση έτοιμη να πραγματοποιήσει σάλτο αυτοκτονίας κάθε δευτερόλεπτο στην άσφαλτο.


Στη διαδρομή σκεφτόταν τον πατέρα του. Η αλήθεια ήταν ότι του είχε λείψει πολύ. Και τι δεν θα έδινε για να τον έβλεπε έστω και για μερικά λεπτά της ώρας. Μόνο για να τον ρωτήσει πως περνάει εκεί ψηλά ή χαμηλά, ποιος ξέρει πού ακριβώς. 


Ανέβηκε την οδό Αναπαύσεως και στο τελείωμά της έστριψε αριστερά. Πάρκαρε το μηχανάκι στο πάρκινγκ. Άναψε ένα τσιγάρο και φορώντας τα παλιομοδίτικα γυαλιά ηλίου του πέρασε την πύλη του νεκροταφείου. Περπάτησε πενήντα μέτρα, έστριψε αριστερά μετά δεξιά και στον τέταρτο τάφο σταμάτησε. Η άθλια ασπρόμαυρη φωτογραφία του νεκρού πατέρα του, του χαμογελούσε.


Έμεινε για λίγο σιωπηλός να κοιτάζει τον τάφο. Ένας παπάς πέρασε από δίπλα του, περιμένοντας ένα νεύμα του για ν’ αρχίσει το τρισάγιο. Αυτό το νεύμα δεν θα ερχόταν ποτέ, έστω κι αν ο πάτερ ήταν διατεθειμένος να περιμένει μέχρι το τέλος του κόσμου. 
Ακούμπησε τα μεριά του πάνω στο λευκό μάρμαρο. Πόσο θα ήθελε να εμφανιζόταν ο πατέρας του. Το ήθελε με όλη του την ψυχή. 
Άκουσε ένα μικρό θόρυβο να έρχεται από το έδαφος. Έναν ήχο σαν ανθρώπινο ρόγχο. Περίεργα πράγματα, σκέφτηκε την ώρα που τέντωνε το αυτί του για να ακούσει καλύτερα.

 

«Γιε μου» ακούστηκε μια φωνή και κλάσματα του δευτερολέπτου μετά ο Ηλίας γύρισε απορημένος το κεφάλι του δεξιά και αριστερά. Κανείς.
 

«Γιε μου» ακούστηκε η φωνή πιο δυνατά αυτή τη φορά.
 

«Ποιος είναι;» έκανε ο Ηλίας σιγανά. Δεν ήθελε να ακουστεί. Δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να τον περάσουν για τρελό. 
 

«Ο πατέρας σου» έκανε η φωνή.
 

«Μπαμπά;» ψέλλισε ο Ηλίας.
 

«Γιατί παραξενεύεσαι;»  
 

«Μα…Είναι δυνατόν;» έκανε και ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνά όλο του το κορμί.
 

«Με έχεις πεθυμήσει πολύ έτσι δεν είναι;» ρώτησε η φωνή.
 

«Ναι, πατέρα…» σχεδόν ψιθυρίζοντας ο Ηλίας και τώρα ήταν σίγουρος ότι αυτή η φωνή ανήκε στον πατέρα του. Μια φωνή που είχε πέντε χρόνια να ακούσει. 
 

«Με ζήτησες και είπα να πούμε δύο κουβέντες» είπε ο πατέρας του. 
 

«Μπαμπά, μου έχεις λείψει όσο δεν φαντάζεσαι» είπε και δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. 
 

«Δεν έχω χρόνο για πολλά» είπε απότομα εκείνος. Ένα δροσερό αεράκι πήρε να σηκώνει.
 

«Γιατί;» ρώτησε με αγωνία την ώρα που ο ουρανός φόρεσε απότομα τα μαύρα του ρούχα.
 

«Δεν μου έχουν δώσει πάνω από ένα λεπτό» είπε ο πατέρας κι οι πρώτες ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν. 
 

«Ποιοι;» έκανε ο Ηλίας και οι σταγόνες της βροχής όλο και δυνάμωναν.
 

«Δεν έχει σημασία» έκανε ασθμαίνοντας η φωνή.
 

«Μα…»
 

«Δεν έχει μα. Άκουσε με καλά, εντάξει;» είπε με πιο δυνατή φωνή ο μπαμπάς.
 

«Ναι μπαμπά» υπακούοντας ο γιος του.
 

«Έχεις μετρήσει λάθος τη ζωή σου» έκανε αυστηρά. Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Μια ασυνήθιστη καλοκαιρινή μπόρα στην Αθήνα.
 

«Πού το ξέρεις;» ρώτησε με αγωνία ο Ηλίας. 
 

«Σε παρακολουθώ, γιε μου, σε παρακολουθώ» έκανε ο πατέρας.
 

«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε και έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του για να προστατευτεί. Μάταια όμως, είχε ήδη γίνει μουσκίδι.
 

«Ναι γίνεις αυτός που ήσουν πριν αρκετά χρόνια, αυτός που ήταν μέσα σε όλα, έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε πρόκληση!» είπε και ο Ηλίας νόμιζε ότι η φωνή του ακούστηκε μέχρι το λιμάνι. Κοίταξε τρομαγμένα γύρω του. Στα δέκα

μέτρα ήταν μια μαυροφορούσα. Δεν είχε γυρίσει καν το κεφάλι της. Δεν είχε ακούσει τίποτα. 
 

«Τώρα δεν είμαι;» έκανε ο Ηλίας και κατέβασε το κεφάλι, ίσως από ντροπή, ίσως επειδή η βροχή συνέχιζε με ένταση να μαστιγώνει το πρόσωπό του.
 

«Είσαι για να σε κλαίνε οι ρέγκες» έκανε απογοητευμένος ο πατέρας.
 

«Ναι μπαμπά» είπε με κατεβασμένο κεφάλι.
 

«Και να χαλάσεις μερικά από τα χρήματα που σε έχουμε αφήσει. Μην είσαι τσίπης» είπε και η βροχή σταμάτησε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε αρχίσει.
 

«Ναι μπαμπά» είπε και έφερε το κεφάλι του στην κανονική του θέση.
 

«Φεύγω και αυτά που σου είπα να τα τηρήσεις» είπε και οι τρεις τελευταίες λέξεις ίσα που ακούστηκαν, σαν κάποιος να κρατούσε ένα τηλεβόα κάπου πολύ μακριά από εκείνο το σημείο.
 

Ο Ηλίας έφτασε στην έξοδο του νεκροταφείου. Χάρισε σε ένα ζητιάνο το πακέτο με τα τσιγάρα του και τον αναπτήρα του. Προσπέρασε το μηχανάκι του και σταμάτησε ένα ταξί. «Στην πρώτη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων που είναι στο δρόμο μας» ήθελε να πει, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο ταξιτζής τον κοίταζε απορημένος. Ο Ηλίας άφησε έναν αναστεναγμό κοιτάζοντας προς τη μεριά όπου βρισκόταν ο τάφος του πατέρα του. «Τίποτα, άκυρο» αποκρίθηκε και δευτερόλεπτα μετά καβάλησε το «παπάκι». 

Αμετανόητος

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo