Μεταξύ θεών

Τόσο πολύ οργίστηκε ο Ποσειδώνας όταν η Αθηνά τού έκλεψε την πόλη του, που άφρισε η θάλασσα από τη μακρινή Σικελία ώς τους Αιγός Ποταμούς.

 

Ο αυτοκράτορας

Όταν ο Θησέας ένωσε τους κωμούς της Αττικής, ανέβηκε στον Ιερό Βράχο ν’ αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια το νέο βασίλειο. Τόσο αχανές τού φάνηκε και τόσο πολυπληθές, όσο κανένα άλλο απ’ αυτά που υπήρξαν ή θα υπάρξουν ποτέ σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Περίμενε να νυχτώσει κι ύστερα να ρωτήσει τους θεούς τι πίστευαν για το κατόρθωμά του· μα ο ουρανός σιωπούσε. Τόσο ώστε αν τα μικρά τρεμάμενα άστρα που τόσο υπάκουα στέκονταν μετέωρα πάνω απ’ τη γη είχαν ψυχή, θα πίστευε ο ήρωας πως τώρα τον χλευάζουν μες στην αλαζονεία τους.

 

Δήμου αρχή

Όταν κατάλαβαν τι είχαν κάνει οι Πελοποννήσιοι, πάγωσαν. Δεν ήταν απλά ο βασιλιάς Κόδρος που κείτονταν νεκρός, μα ο ίδιος ο θρόνος. Και τώρα, δίχως τα χαλινάρια ενός δαμαστή σ’ αυτά τα θηρία, ποιος τα εμπόδιζε να σπαράξουν την πλάση ολάκερη;

 

Αθηναίων πολιτεία

Φοβούμενοι μην τους κατασπαράξει, δεν τόλμησαν ούτε ο Πεισίστρατος ούτε κι οι γιοι του να καταργήσουν το παλιό πολίτευμα· φρόντισαν μόνο να το εξημερώσουν με κνούτο, παίρνοντας για τον εαυτό τους όλα τα νόμιμα αξιώματα. Κι όσο ανάρρωνε βουβά, άκουγαν τη σιωπή σαν την οριστική του ήττα.

 

Τίμιο ξύλο

Το καράβι του Θησέα ήταν η ενσάρκωση του ονείρου. Χάρη σ’ αυτό, ο προορισμός της Αθήνας έπαιρνε μορφή σ’ όλες τις μετέπειτα γενιές. Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι δεν υπολόγιζαν ούτε χρήμα ούτε κόπο στο πώς θα το συντηρήσουν. Κάθε φορά που ένα κομμάτι του, όσο μικρό κι αν ήταν, πάλιωνε επικίνδυνα, το αντικαθιστούσαν αμέσως μ’ ένα πανομοιότυπο. Κι έτσι η όψη του ονείρου παρέμενε άθικτη, σαν τότε που ο Θησέας ένωνε με τα σκήπτρα του τους κωμούς της Αττικής.

Μόνο που, μη έχοντας ούτε ένα κομμάτι απ’ το αρχαίο του υλικό, το όνειρο δεν έδειχνε ποτέ την πραγματική του ηλικία, παρέμενε στην όψη ίδιο με φασκιωμένο βρέφος. Γι’ αυτό, μη ξέροντας αν είχε καταντήσει σαν ξεραμένη συκιά ή είχε θεριέψει σαν αγέρωχος πλάτανος, οι Αθηναίοι έβλεπαν πάντα τ’ όνειρο νέο σαν τότε, έτοιμο να σαλπάρει και να κυριέψει τα πιο λαμπρά βασίλεια. Κι ούτε που τόλμησαν ποτέ να ψάξουν στα ενδότερα, σε κάποιο ίσως ξεχασμένο σημείο του σκελετού του, αν κάποιο λείψανο έμενε γερό ή είχε σαπίσει. Το βλέμμα τους παρέμενε στα χρόνια του Θησέα.

 

Requiem

Ποτέ η Αθήνα δεν έδειχνε τόσο λαμπρή, με μόνη αντίπαλο ίσως τη Ρώμη σε περηφάνια· δίπλα στα παλιά αγλαή μνημεία, σχεδόν ανέπαφα, καινούργια προσέθεταν όλοι οι ξακουστοί άρχοντες, ο Ηρώδης, ο Τραϊανός, ο Αδριανός και τόσοι άλλοι. Κι έτσι η πόλη ολάκερη φάνταζε παλάτι και οι υπήκοοί της αυλικοί σε δώματα βασιλικά. Και μόνο οι δυο θεές, η Αύξω και η Ηγεμόνη, κάθονταν σαν τις γεροντοκόρες στο ιερό κι ούτε που καταδέχονταν, μέσα στην τσιγκουνιά τους, να σκορπίζουν στην αγορά ευλογίες. Θαρρούσαν πως, έχοντας ριζώσει σε τούτη τη γη την τόσο ξένη πια, ο ναΐσκος τους ήταν κι ο τάφος τους, πριν γίνει σκόνη κι αυτός στον άνεμο του Χρόνου.

Concrete

Αθηναϊκά Διηγήματα
Του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo