«Ζαλίζεσαι όταν περπατάς σε ίσια γραμμή» Sting

 

Ώρες ώρες αντιλαμβάνεσαι ότι η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στις πιο απλές στιγμές της. Ένα τσιγάρο στη βεράντα του ξενοδοχείου, η θέα της θάλασσας που καταπίνεται από τον ορίζοντα, το θεόρατο πλοίο της γραμμής αγκυροβολημένο στην προβλήτα. Από τον ανοιχτό καταπέλτη το άδειο κατάφωτο αμπάρι του σα μυστική πολιτεία, οι μυρωδιές του γράσου, της πίσσας και του πετρελαίου να περιπλέκονται με τη θαλασσινή αρμύρα. Ένα πλωτό καρουζέλ, επιβλητικό τεκμήριο του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού, παντρεμένο περίφημα με το λιτό, γραφικό, αιγαιοπελαγίτικο τοπίο. Ώρες ώρες περνάει από το νου σου η τρελή ιδέα να μπορούσες να παγώσεις τη στιγμή, να μείνεις μέσα της καθηλωμένος για πάντα, να μην ξαναπατήσεις στο γραφείο, να μην ξανακολλήσεις σε μποτιλιάρισμα σιχτιρίζοντας θεούς και δαίμονες, να μη χρειαστεί να ξανακούσεις τον φρικτό ήχο που βγαίνει από το ξυπνητήρι σου...

 

Και ύστερα, κάποιος αθεράπευτος μαλάκας έρχεται να σου διαλύσει την ψευδαίσθηση με μια κλήση. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου δεν θα μπορούσε να έχει έρθει σε πιο ακατάλληλη στιγμή, ο άγνωστος αριθμός επέτεινε τον εκνευρισμό μου που εκδηλώθηκε με ένα οργισμένο και απότομο «Λέγετε!».

 

«Ο κύριος Γκότσης;»

Ακούστηκε αναδιπλωμένη η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Μάλιστα!»

 

«Διοικητής Μαργιόλης από το Αστυνομικό τμήμα Αστυπάλαιας, με ενημέρωσαν από την Γενική Αστυνομική Διεύθυνση ότι παραθερίζετε στο νησί μας. Θα χρειαστεί να σας δω για μια πολύ σοβαρή υπόθεση»

 

«Όπως είπατε και σεις κύριε Μαργιόλη παραθερίζω, τουτέστιν βρίσκομαι σε άδεια και δεν έχω την πρόθεση να την διακόψω για κανέναν λόγο!»

 

«Το καταλαβαίνω αλλά…μόλις ανακαλύφθηκε ένα πτώμα, στο αμπάρι του πλοίου «Αλκυών» που είναι αγκυροβολημένο στο λιμάνι* και…»

 

«Νομίζω ότι το αστείο παρατράβηξε και γίνεται όλο και πιο κακόγουστο, βλέπω το πλοίο από τη βεράντα μου και δεν παρατηρώ καμία κινητικότητα»

 

«Είναι επειδή μόλις τώρα μας ενημέρωσε ο καπετάνιος, αν μένετε στο ξενοδοχείο «Παράδεισος» τότε μπορείτε να διακρίνετε και εμένα, διαγώνια αριστερά είναι το κτήριο του Λιμενικού και της Αστυνομίας, βρίσκομαι αυτή τη στιγμή στο μπαλκόνι του και σας χαιρετάω»

 

Ανέκαθεν είχα αμφιβολίες για τη νοημοσύνη των ανθρώπων του κλάδου μου, υποθέτω ότι αν ήταν λίγο υψηλότερη δεν θα διάλεγαν αυτή τη δουλειά, κάτι που φυσικά αποφεύγω να θίξω δημοσίως για ευνόητους λόγους. Ο άντρας που με χαιρετούσε από απέναντι φορούσε οβάλ γυαλιά μυωπίας, είχε τα μαλλιά του σηκωμένα καρφάκια και το σώμα του κάτω από την υπηρεσιακή στολή θύμιζε τρεμουλιαστό ζελέ που μόλις είχε βγει από το καλούπι του. Δύο λεπτά αργότερα μου συστηνόταν ως αστυνόμος Χαράλαμπος Μαργιόλης.

 

«Με συγχωρείτε ειλικρινά για την ενόχληση»

 

«Μα τι λέτε, με υποχρεώνετε, δεν έχω ούτε εικοσιτέσσερεις ώρες στο νησί! Ένα χρόνο περίμενα τη γαμημένη άδεια μου, μην λυπάστε καθόλου!»

 

«Το μόνο που θέλω κύριε Γκότση είναι μια επιπρόσθετη εκτίμηση, ειλικρινά. Ακολουθήστε με».

 

Δρασκελίσαμε τη θεόρατη πύλη της πρύμνης και περάσαμε στο αμπάρι, τρείς άντρες του πληρώματος με γκρί, λεκιασμένες φόρμες μας οδήγησαν στο μηχανοστάσιο που βρισκόταν το πτώμα ενός άντρα κοντά στα τριάντα με επαγγελματικό κουστούμι που έφερε στο πέτο το γνώριμο λογότυπο της Sakkas Ferries

 

«Ονομάζεται Βλάσσης Παπάς, ήταν ο καμαρότος. Τον εντόπισε πριν από περίπου μισή ώρα ο δεύτερος μηχανικός»

 

Με πληροφόρησε ο Μαργιόλης. Μια μεγάλη πληγή ήταν σχηματισμένη στο υπογάστριο του, το αίμα είχε νοτίσει το πουκάμισο της στολής αλλά δεν είχε στάξει στο έδαφος, ο θάνατος του οφειλόταν πιθανότατα σε εσωτερική αιμορραγία. Έπιασα τον καρπό του και τον ανέμισα ελαφρά.

 

«Ακόμα δεν έχει επέλθει η νεκρική ακαμψία, πράγμα που σημαίνει ότι ο φόνος συνέβη λιγότερο από οχτώ ώρες νωρίτερα, όσο το πλοίο ταξίδευε. Τουλάχιστον γνωρίζουμε ότι ο ένοχος ήταν κάποιος από τους επιβάτες»

 

Συμπέρανα.

 

«Ζήτησα τη λίστα από τις λιμενικές αρχές, θα την έχω αύριο το πρωί»

 

«Τι ώρα πρέπει να αναχωρήσει ξανά το καράβι;»

 

«Σε δύο περίπου ώρες»

 

«Δεν θα πάει πουθενά μέχρι να ανακριθεί όλο το πλήρωμα, θα μείνει αγκυροβολημένο στο λιμάνι όσο χρειαστεί, να δώσετε εσείς τη διαταγή ως αρμόδιος εν υπηρεσία και να κληθεί η σήμανση και ο ιατροδικαστής από το πλησιέστερο διοικητικό κέντρο, νομίζω η Σύρος είναι»

 

«Τυπικά η Αστυπάλαια ανήκει στο σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, θα πρέπει να επικοινωνήσω με τα κεντρικά της Ρόδου, υποθέτω ότι θα χρειαστούν αρκετές μέρες και αυτό δεν θα χαροποιήσει ιδιαίτερα τον Σακκά, βρισκόμαστε άλλωστε στο ζενίθ της τουριστικής περιόδου»

 

«Ο Σακκάς δεν βρίσκεται υπεράνω των νόμων, αν και υποθέτω ότι θα βάλλει λυτούς και δεμένους για να τους παρακάμψει. Θα επικοινωνήσω αύριο με τον προιστάμμενο μου και θα σας στηρίξω σε κάθε εμπόδιο που θα συναντήσετε»

 

Λένε ότι μπορείς να βγάλεις τον πιτσιρικά από τα γκέτο αλλά δεν μπορείς να βγάλεις το γκέτο από τον πιτσιρικά, περίπου το ίδιο ισχύει και για τους περισσότερους μπάτσους, αρκεί να μυρίσουν λίγο αίμα ώστε να βγει από μέσα τους το λαγωνικό ψάχνοντας την πηγή του. Από αυτή την άποψη οι διακοπές μου είχαν τελειώσει πριν καλά καλά αρχίσουν, επέστρεψα στο δωμάτιο για να κλέψω λίγο ύπνο γνωρίζοντας ότι η μέρα που με περίμενε διαγραφόταν εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική.

 

 

***

 

Έχεις μόλις γυρίσει από τις διακοπές σου στη Λούτσα. Όπου πήγες μαζί με την υπέργηρη πεθερά σου η οποία κλάνει και ροχαλίζει όλο το βράδυ, την αλλοτινή πριγκιπέσα σου που από τις γέννες και το καθισιό έχει μαζέψει τρεις στρώσεις κυτταρίτιδα στα κωλομέρια συν τα τρία μούλικα σου που γκαρίζουν, τρέχουν, ξανοίγονται στα βαθιά και σκαρώνουν φάρσες σε φιλήσυχους λουόμενους προκαλώντας τις αντοχές και την ετοιμόρροπη, μετά από τις τρεις δεκαετίες αδιάλειπτου καπνίσματος, καρδιά σου. Οι διακοπές ορισμένων ανθρώπων αποτελούν τον ακριβή ορισμό του μαζοχισμού και ο Δασκαλόπουλος συνιστά μάλλον την πιο χαρακτηριστική περίπτωση που έχω γνωρίσει.

 

«Επικοινώνησε μαζί μου το πρωί ο υφυπουργός ναυτιλίας, διατηρεί άριστες σχέσεις με το Σακκά και δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος με την εξέλιξη που έχει πάρει η υπόθεση. Αν τραβήξει σε μάκρος δεν θα διστάσει να κόψει κεφάλια και τα δικά μας οφείλω να σε πληροφορήσω ότι θα είναι από τα πρώτα, για τον μαλάκα τον μπάτσο στην Αστυπάλαια δεν το συζητώ, μόνο που αδυνατώ να φανταστώ δυσμενέστερη μετάθεση από το κωλονήσι που ήδη βρίσκεται»

 

Με πληροφόρησε από την άλλη ακρή της τηλεφωνικής γραμμής.

 

«Ήθελες δηλαδή να αφήσω το πλοίο να φύγει έτσι απλά και να τους πω και ευχαριστώ για το πτώμα που μας φορτώσανε»

 

«Απλά σου λέω πως έχουν τα πράγματα. Αν θες τη γνώμη μου ο Σακκάς είναι μεγάλο κάθαρμα, έχει καταδικαστεί δύο φορές για λαθρεμπόριο καυσίμων και την σκαπούλαρε με λίγες πενταροδεκάρες, αλλά μην ξεχνάς ότι ο άνθρωπος αυτός ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις. Δεν σου λέω να μην κάνεις τη δουλειά σου, όμως κλείστε την υπόθεση και βρείτε τον ένοχο όσο πιο γρήγορα μπορείτε, αλλιώς σε βλέπω να κρατάς μέσα στο καταχείμωνο παρέα στον καινούργιο σου φίλο παίζοντας πρέφα με τα γερόντια του νησιού στο καφενείο».

 

Η εικόνα που αντίκρισα κατεβαίνοντας στο γιαλό δεν διέφερε αισθητά από τα λόγια του Δασκαλόπουλου, ο Μαργιόλης καθόταν στον καφενέ «Τοξότης» με τους μαθουσάλες και μόλις με πήρε χαμπάρι κίνησε προς την είσοδο για να με υποδεχτεί.

 

«Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να ακούς τις ιστορίες τους, οι πιο μεγάλοι θυμούνται μέχρι και την ιταλική κατοχή, να κεράσω καφέ;»

 

«Θα προτιμούσα να μπάιναμε κατευθείαν στο ψητό»«Καλώς, ας ανηφορίσουμε προς το τμήμα τότε. Οι άνθρωποι του πληρώματος έχουν ενημερωθεί και περιμένουν να δώσουν τις καταθέσεις τους».

 

***

 

Το σούρουπο μας πέτυχε στην ψαροταβέρνα Ακρογιάλι, πάνω στη βοτσαλένια ακτή σχεδόν αποκαμωμένους από ένα δωδεκάωρο ανακρίσεων που κατέληγαν σαν προ συνεννοημένες στην ίδια και απαράλλαχτη επωδό. Ο καμαρότος είχε τελειώσει τη βάρδια στις οχτώ το βράδυ, αποσύρθηκε στην καμπίνα του και τα ξημερώματα βρέθηκε νεκρός στο μηχανοστάσιο. Κανείς δεν είδε τίποτα, κανείς δεν άκουσε τίποτα. ‘Ολοι έπεσαν από τα σύννεφα. Ο Μαργιόλης άναψε ένα τσιγάρο εκπνέοντας τον καπνό τόσο παρατεταμένα σα να ήθελε να αποβάλλει όλη την κούραση της ημέρας και άνοιξε τον κατάλογο.

 

«Θα σας πρότεινα κάτι από τις τοπικές σπεσιαλιτέ, οι χταποδοκεφτέδες και το γιουβέτσι καλαμάρι είναι θεσπέσια»

 

«Πρώτη φορά ακούω χταπόδι σε κεφτέ και καλαμάρι σε γιουβέτσι, θα συμβιβαστώ με τα γεμιστά νομίζω»

 

«Όπως νομίζετε, δεν είστε λάτρης των καινούργιων γαστριμαργικών εμπειριών καθώς φαίνεται»

 

Απάντησε δίνοντας στο σερβιτόρο την παραγγελία μας.

 

«Το νησί σας είναι παράδεισος πάντως, αναρωτιέμαι πόσο χοντρό ήταν το βύσμα που σας τοποθέτησε εδώ»

 

Προσπάθησα να συγκαλύψω την άκομψη διατύπωση σχηματίζοντας ένα καλοπροαίρετο χαμόγελο, δεν στάθηκε ωστόσο αρκετή, το βλέμμα του σοβάρεψε απότομα και στράφηκε πάνω μου.

 

«Αυτός είναι ο τόπος μου κύριε Γκότση, εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Στο Βαθύ, αν το γνωρίζετε».

 

Κίνησε τον τριχωτό δείκτη του πάνω στο τραπεζομάντιλο που είχε στο κέντρο το χάρτη του νησιού και τον ακούμπησε σε μια απομακρυσμένη κουκκίδα.

 

«Ξέρετε τι εστί Βαθύ, ένας οικισμός- ο θεός να τον κάνει- τσακωμένος με τον πολιτισμό και την τεχνολογία μέχρι και στις μέρες μας. Η γραμμή που βλέπετε δεν είναι ακριβώς δρόμος, αλλά ένα κακοτράχαλο μονοπάτι που ακόμα και οι κατσίκες δυσκολεύονται να το διαβούν. Έχετε έρθει εδώ χειμώνα να δείτε τη γλύκα, σας πληροφορώ ότι η διαμονή Δεκέμβρη μήνα θα τρέλαινε ακόμα και μοναχό. Δεν χρησιμοποίησα κανένα βύσμα για να μετατεθώ διότι πολύ απλά κανείς δεν ήθελε αυτή τη θέση, μονάχα ένας τρελός σαν εμένα που επιμένει να νοσταλγεί τον τόπο του και να τον υπερασπίζεται όπως ένας γονιός το βλαμμένο παιδί του»

 

«Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να σας προσβάλλω, αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι ακόμα και το καλύτερο λαγωνικό, αν τοποθετηθεί σε ένα αποστειρωμένο δωμάτιο, θα χάσει την όσφρηση του»

 

«Δεν σας καταλαβαίνω»

 

«Οι καταθέσεις του πληρώματος ήταν πράγματι πανομοιότυπες, ωστόσο η συμπεριφορά ενός μέλους του παρέκκλινε αισθητά από αυτό που θα λέγαμε φυσιολογικό. Οι κόρες των ματιών του ήταν αφύσικα διασταλμένες, η ομιλία του αγχώδης, ραπτομηχάνιζε το δεξί του πόδι αδιαλείπτως και έπαιζε διαρκώς τα δάχτυλα του. Έχω κάνει δύο χρόνια στη Δίωξη ναρκωτικών, μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον που βρίσκεται υπό την επήρεια κοκαίνης πιο εύκολα και από πρεζόνι στο Μεταξουργείο»

 

«Μιλάτε για τον δεύτερο μηχανικό;»

«Ακριβώς, και δεν νομίζω ο μισθός του να μπορεί να υποστηρίξει ένα τόσο πολυδάπανο χόμπι…»

 

Τα πιάτα απλώθηκαν μπροστά στο τραπέζι την ώρα που ο Μαργιόλης συνέθλιβε σκεπτικός το τσιγάρο του στον γυάλινο πάτο του σταχτοδοχείου.

 

«Δεν μπορώ να πω κατηγορηματικά ότι πρόκειται για τον δολοφόνο, ωστόσο διακρίνω μια επιπλέον σκιά υποψίας να τον βαραίνει. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι το θύμα βρέθηκε νεκρό στο χώρο ευθύνης του και ότι τελείωνε την βάρδια του τη στιγμή που ξεκινούσε η δική του. Πιθανώς να λογομάχησαν για κάποιο λόγο που προς το παρόν αγνοούμε και κουβέντα με την κουβέντα να βγήκε το μαχαίρι, πιθανώς όμως το έγκλημα να είχε προμελετηθεί…»

 

Ανέπτυξα και τελείωσα το συλλογισμό μου τσιμπώντας μια μπουκιά από τα νοστιμότατα γεμιστά. «Ναρκωτικά, μαχαιρώματα, είναι σαν κάποιος να έφερε το Σικάγο στην Αστυπάλαια, η πλησιέστερη υπόθεση που μου είχε τύχει μέχρι τώρα ήταν δύο γραμμάρια χασίς που βρήκαμε στο σακίδιο ενός πιτσιρικά έπειτα από καταγγελία της μητέρας του. Του τα πήραμε και τον αφήσαμε να πάει στην ευχή του Θεού. Δεν μου αρέσει να καταστρέφω εφηβείες για ψύλλου πήδημα»

 

«Και πολύ ορθά πράξατε, μόνο που στη συγκεκριμένη υπόθεση έχουμε να κάνουμε με αφαίρεση ζωής και δεν σκοπεύω επ’ ουδενί λόγο να το αφήσω να περάσει στο ντούκου»

 

«Πιστεύετε ότι το πλοίο θα μπορούσε να μεταφέρει κάποιο παράνομο φορτίο; Το ενδεχόμενο ο καμαρότος να γνώριζε κάτι που δεν έπρεπε θα ήταν αρκετό για να του στοιχίσει τη ζωή»

 

«Αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο ισχύει θα χρειαστεί μια αιωνιότητα να το ανακαλύψουμε, υπάρχουν αμέτρητες κρυψώνες σε ένα τόσο μεγάλο σκαρί, δεν το λες και Autobianci»

 

« Μπορεί πράγματι ένα λαγωνικό να χάσει την όσφρηση του αν τοποθετηθεί σε κάποιο απομακρυσμένο νησί, αλλά εσείς ως στεριανός μου φαίνεται ότι θα δυσκολευόσασταν να ξεχωρίσετε την καρίνα από την προπέλα»

 

Βρήκε την ευκαιρία να πάρει την εκδίκηση του για την προηγούμενη νύξη μου, μόνο που στη δεδομένη περίπτωση το καρφί του ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτο αν μπορούσε να μας οδηγήσει στην έξοδο από το τούνελ.

 

«Τι εννοείτε;»

 

«Σε όλα τα σύγχρονα πλοία υπάρχει ένα εξάρτημα που ονομάζεται βυθόμετρο και το οποίο μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια χιλιοστού τη βύθιση των ισάλων ανάλογα με το δηλωθέν φορτίο και το βάρος του. Αν μεταφέρει έστω και λίγα γραμμάρια κοκαίνη ή οποιοδήποτε άλλο λαθραίο φορτίο αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από τις μετρήσεις του»

 

«Ο Καπετάνιος δεν θα το είχε καταλάβει;»

 

«Όχι απαραίτητα, έχει σοβαρότερες σκοτούρες στο μυαλό του για να δώσει σημασία. Αν ήταν άλλου είδους πλοίο τότε σίγουρα ο κίνδυνος να μεταφέρει παράνομο φορτίο ή λαθραία καύσιμα θα ήταν μεγαλύτερος, όμως εδώ μιλάμε για ένα επιβατικό που συνδέει τα νησιά με την ενδοχώρα»

 

«Τι προτείνεται λοιπόν να κάνουμε;»

 

«Νομίζω πως έχω μια ιδέα»

 

***

 

«Σας αρέσει ο Sting;»

 

Το μπαρ « Άρτεμις» ήταν ένα παλιό, παραδοσιακό νησιώτικο σπίτι με έναν μεγάλο εξώστη από όπου μπορούσες να αγναντέψεις το νησί στο πιάτο. Καθόμασταν σε ένα από τα τραπεζάκια πίνοντας μπίρα ενώ η φοιτητιώσα νεολαία στο εσωτερικό του ξεφάντωνε υπό τους ήχους των Police.

 

«Ξέρετε όταν το γκρούπ του είχε παίξει για πρώτη φορά στην Αθήνα ο «Ριζοσπάστης» είχε γράψει ότι το συγκρότημα της αστυνομίας έρχεται στην Ελλάδα. Τα παλαιολιθικά μυαλά τους δεν ήταν σε θέση να φανταστούν ότι θα μπορούσε να είναι απλά το όνομα μιας μπάντας απ το Μάντσεστερ. Εξαιρετική συναυλία πάντως, ήμουν μόλις δεκαοχτώ χρονών και τη θυμάμαι σαν σήμερα»

 

«Κανονικά θα έπρεπε να είναι το αγαπημένο συγκρότημα κάθε αστυνομικού, μόνο που το γούστο των περισσότερων συναδέλφων περιορίζεται στον συγχωρεμένο τον Παντελίδη. Η αλήθεια είναι ότι μου αρέσουν πολύ, αν και προτιμώ τους Cure» Σα να διάβασε την κουβέντα μας ο dj έβαλε το Killing an Arab και τα χείλια του Μαργιόλη σχημάτισαν ένα αχνό συνωμοτικό χαμόγελο.

 

«Υπάρχει ένας στίχος τους που λέει ότι ζαλίζεσαι όταν περπατάς σε ίσια γραμμή, υποθέτω ότι και μεις φτάσαμε στη λύση του μυστηρίου δια της τεθλασμένης»

 

***

 

«Δεν πέφτω από τα σύννεφα που πίσω από τη δουλειά κρυβόταν ο Σακκάς, στο είχα πει άλλωστε, πρόκειται για το μεγαλύτερο καθίκι του χώρου»

 

Αποφάνθηκε ο Δασκαλόπουλος ρυθμίζοντας τη μπαταρία του ηλεκτρονικού του τσιγάρου.

 

«Μόνο που για να φτάσουμε στα ίχνη του έπρεπε να ξεκινήσουμε από τα μικρότερα ψάρια, με την αναγκαία συνδρομή του τοπικού φούρναρη»

 

Του απάντησα ανάβοντας το τσιγάρο μου.

 

«Τα δύο κιλά αλεύρι ήταν ρίσκο αλλά μπροστά στη θέα τους η γλώσσα του δεύτερου μηχανικού λύθηκε ροδάνι, χρειάστηκε φυσικά να του υπενθυμίσω και τις ευεργετικές ιδιότητες του νόμου σε περίπτωση που αποκάλυπτε τον εγκέφαλο της επιχείρησης καθώς δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αργά η γρήγορα η δολοφονία θα εξιχνιαζόταν. Τα υπολείμματα σάρκας και οι τρίχες που εντόπισε η σήμανση στα νύχια του νεκρού ήταν εύκολο να ταυτοποιηθούν. Εξετάσαμε τα περιουσιακά στοιχεία τόσο του θύτη όσο και του θύματος, πολυτελή αυτοκίνητα, ακίνητα και καταθέσεις που δύσκολα μπορούσαν να δικαιολογήσουν οι μισθοί τους, ήταν φως φανάρι ότι κάποιος τους πλήρωνε αδρά για να κανονίζουν τη μεταφορά κοκαίνης και αμφεταμινών στη Μύκονο. Έμεναν φυλαγμένα στο δωμάτιο του καμαρότου και ακολούθως φορτώνονταν σε νταλίκα που έμπαινε από την Αστυπάλαια όσο το πλοίο έμενε αγκυροβολημένο στο λιμάνι. Ο Σακκάς, γνωρίζοντας τον εθισμό του δεύτερου μηχανικού, μπορούσε να κρατάει το στόμα του κλειστό με την κοκαίνη που του προμήθευε, γι αυτό άλλωστε και τον προσέλαβε, η περίπτωση του καμαρότου ήταν ωστόσο πιο δύσκολη. Τα λεφτά τον είχαν γλυκάνει με αποτέλεσμα να ανεβάζει τις απαιτήσεις του διαρκώς, όταν άρχισε να το παραξηλώνει ο Σακκάς αποφάσισε να τον βγάλει από τη μέση. Έταξε φαίνεται στον υφιστάμενο του ένα μεγαλύτερο μέρος από το εμπόρευμα, ή μερικά έξτρα γραμμάρια, και του υποσχέθηκε ότι κανείς δεν θα ασχολούνταν σοβαρά με το φονικό σε ένα ξερονήσι της άγονης γραμμής που ο μοναδικός μπάτσος βάραγε μύγες από το πρωί μέχρι το βράδυ. Μόνο που είχε λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο, ο Μαργιόλης αποδείχτηκε γάτα και για κακή του τύχη έτυχε να παραθερίζει εκεί και ο υποφαινόμενος»

 

«Απ’ ότι φάνηκε δεν ευχαριστήθηκες και πολύ τις διακοπές σου πάντως»

 

«Έχω ανοιχτή πρόσκληση από το συνάδελφο για το χειμώνα, με πληροφόρησε πως είναι η καλύτερη εποχή για να επισκεφτεί κανείς το νησί».

 

Είπα ρίχνοντας μια ματιά στην τσιμεντένια ζούγκλα που απλωνόταν απ΄έξω,η θέα του Αιγαίου φάνταζε απείρως πιο μαγευτική και ο Δεκέμβρης απείχε μερικούς μόνο μήνες…

 

*Πρόκειται για εσκεμμένο αναχρονισμό του συγγραφέα καθώς το λιμάνι έχει μεταφερθεί από το 2008 στην άλλη άκρη του νησιού στερώντας από τους επιβάτες τη μαγευτική θέα της Χώρας. Η μεταφορά έγινε προς εξοικονόμηση καυσίμων της ακτοπλοικής εταιρείας “Blue Star” η οποία είναι και η μοναδική που συνδέει το νησί με την Αθήνα.

Έγκλημα στην Αστυπάλαια

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo