Οι γροθιές του χτυπάνε με δύναμη τη ραγισμένη πορσελάνη. Ο νιπτήρας τραντάζεται, ένα κομμάτι από το κιτρινισμένο υλικό πετάγεται και του γδέρνει το μέτωπο. Ματώνει λίγο.

Είναι μέρες τώρα που ο νιπτήρας έχει βουλώσει, το νερό έχει ανέβει μέχρι τη μέση. Στην επιφάνειά του τρέμει γκρίζα γλίτσα. Γόπες τσιγάρων, τρίχες και μουχλιασμένο σαπούνι αναπηδάνε όχι πολύ ψηλά, λίγο μόνο, κολλάνε στα τοιχώματα, το τελευταίο αποτσίγαρο, αυτό που κάπνισε πριν ξαπλώσει, επιπλέει ανοιγμένο στα δύο με τις κλωστές του καπνού να χύνονται προς τα έξω. Το αρπάζει με τα δάχτυλά του και το λιώνει με μανία.

«Ένα κατούρημα ακόμα», και σηκώθηκε από το κρεβάτι μία ώρα πριν, «ένα κατούρημα ακόμα», μία ολόκληρη ώρα δεν έχει βγει από το μπάνιο. Στέκεται πάνω από το νιπτήρα, ο καθρέφτης που κρεμόταν κάποτε από πάνω του έσπασε πριν πολύ καιρό. Κοιτάει το βρώμικο νερό, προσπαθεί να ανακαλύψει την αντανάκλασή του κάπου ανάμεσα στο μαύρο αφρό, δεν τη βρίσκει. "Άχθος αρούρης".

Βγαίνει από το μπάνιο και κλείνει την πόρτα. Η φασαρία του δρόμου βουίζει στο υπόγειο, εισβάλλει στις δύο το πρωί, είναι το σύνηθες άλλοθι για τις αϋπνίες του. Η λάμπα στην κολώνα της ΔΕΗ είναι καμμένη εδώ και καιρό. Δυσκολεύεται να κινηθεί στο σκοτάδι. Ανάβει ένα κερί σε σχήμα νάνου που του χάρισε η κόρη του την τελευταία φορά που πήγε να τους δει. Ο γιος του δεν είχε βγει από το δωμάτιό του.

Γεμίζει με κρασί το νεροπότηρο δίπλα στο κομοδίνο. Αρνείται να πιεί από το μπουκάλι. Πιο πολύ βάρος. Την τελευταία φορά που ξέμεινε από ποτήρια, προτίμησε να ρίξει τα μούτρα του στην πρώην γυναίκα του και να της ζητήσει την κούπα του καφέ, όταν πήγε να δει τα παιδιά. Έχουν περάσει έξι μήνες από τότε. Πιάνει το νεροπότηρο και το αδειάζει ως κάτω. "Άχθος αρούρης".

Ρίχνει μια ματιά στο πεζοδρόμιο. Ένα περιτύλιγμα σοκολάτας είναι τόσο κοντά που θα μπορούσε να τεντωθεί και να το πιάσει μαζί με τις σκόρπιες γόπες τριγύρω. Μια φέτα πορτοκάλι σαπίζει πιο πέρα. Ξαφνικά του έρχεται η επιθυμία για πορτοκάλι, να δαγκώσει τη φλούδα, αναζητάει μια πικρή γεύση, κάτι να μουδιάσει τη γλώσσα του. Βγάζει το χέρι του, με το δάχτυλο σκουπίζει το πεζοδρόμιο, γίνεται μαύρο. Σκόνη και λίπος από τα πόδια τους. Ο κόσμος δεν σκέφτεται ποτέ πόσο βρώμικα είναι τα πεζοδρόμια που πατάει, εκείνος ξέρει, ο δήμος περνάει μια φορά στις δεκαπέντε στην καλύτερη. Αν ξαναζούσε ποτέ σε κανονικό σπίτι, θα άφηνε τα παπούτσια του απέξω.

Στο μισοσκόταδο, τους βλέπει που τρέχουν πάνω στις βρώμικες πλάκες, περνάνε γρήγορα, προλαβαίνει συνήθως να δει μόνο τη μακριά ουρά τους, λίγο πριν εξαφανιστούν πάλι στον υπόνομο. Από τότε που κάηκε η λάμπα, εμφανίζονται πιο τακτικά, αποφεύγουν το φως, ένας δαγκώνει τη φλούδα το πορτοκάλι και χάνεται. Κάποιοι στέκονται για λίγο και τον κοιτάνε. Ένα βράδυ ένας πέρασε τα κάγκελα και μπήκε στο υπόγειο, έκανε έναν γύρο στο δωμάτιο, ροκάνισε μια ξερή φέτα ψωμί που βρήκε κάτω από το κρεβάτι, πέταξε κάτω τον νάνο και γλίστρησε πάλι έξω.

Το μπουκάλι έχει αδειάσει, χρειάζεται κι άλλο κρασί. Θα πάει ως το περίπτερο απέναντι που δεν κλείνει ποτέ, το πολύ-πολύ, αν δεν του φτάσουν τα λεφτά να αγοράσει καμιά μπύρα. Γλιστράει σβέλτα μέσα από τα κάγκελα, η ουρά του παρασέρνει το περιτύλιγμα της σοκολάτας. Δαγκώνει κάτι σκόρπια πατατάκια. Θα πάει ως το περίπτερο, και μετά θα κατέβει στον υπόνομο, να περάσει επιτέλους το βράδυ. Θα πιεί όλο το ποτό απ’ το μπουκάλι. Θα βαρύνει. "Άχθος. Άχθος πάντα. Όχι αρούρης".

Άχθος Αρούρης

της Φωτεινής Τέντη

© 2019 by Achilleas and Camilo